Το Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη παρουσιάζει την έκθεση «Π. Τέτσης: Η  αποθέωση του τοπίου. Ζωγραφική 2010-2014», η οποία θα εγκαινιαστεί από την Α. Ε. τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, κ. Προκόπιο Παυλόπουλο, την Τετάρτη 6 Μαΐου και ώρα 20.00.

Θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά η νέα αθέατη δουλειά του με ευφάνταστα έργα, μνημειακών διαστάσεων, ελαιογραφίες και σινικής μελάνης, που αποκαλύπτουν τη δύναμη των προσωπικών του μορφοπλαστικών κατακτήσεων.

Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, επισημαίνει στον ομότιτλο κατάλογο της έκθεσης μεταξύ των άλλων:

«Τα τελευταία έργα του Παναγιώτη Τέτση  φέρνουν αυθόρμητα στη μνήμη περιγραφές του Παπαδιαμάντη, στίχους του Κάλβου, του Σεφέρη, του Ελύτη. Γιατί και ο ζωγράφος, όπως ο Ζακύνθιος ποιητής, πλέκει δοξαστικό και τραχύ ύμνο στα «καυχήματα των θαυμασίων σκοπέλων (Σπετζίας, Ύδρας, Ψαρών)», και ιδιαίτερα βέβαια στις φίλιες και γνώριμες ακτές της ένδοξης πατρίδας του της Ύδρας. «Τα περιπόθητα βουνά και τα χωράφια, κεχρυσωμένα ακόμα από τον ήλιο» του Κάλβου, «οι κρημνώδεις ακτές και οι αλίπληκτοι βράχοι» ενός παπαδιαμαντικού Ελύτη, το  ομηρικό «πορφύρεον κύμα» αναζητούσαν την εικόνα τους στη ζωγραφική. Οι πίνακες που εκτίθενται στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, μνημειακοί σε μέγεθος και επικοί στο ύφος, ιστορούν μια πρωτόγνωρη, «θεόκτιστη», νησιωτική Ελλάδα, που μόνο στην ποίηση είχαμε συναντήσει ως τώρα: «Τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι/ λίγα καμένα πεύκα μαύρα και κίτρινα/ κι’ ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη», και ιδού οι στίχοι του Σεφέρη φέρνουν μπροστά στα μάτια μας τους πρόσφατους πίνακες του ζωγράφου. Βουνά και βράχια ηλιοτροπικά  γράφουν με χρώματα και  φώτα  τις ώρες και τις εποχές, ντυμένα άλλοτε με  πορφύρες και άλλοτε με σκυθρωπά γκρίζα, όταν «μελανόπτερα σύννεφα αρμενίζουν» πάνω τους, σύμφωνα με τη λύρα του Κάλβου.»
 
Ο επιμελητής της έκθεσης και διευθυντής του εικαστικού προγράμματος του Ιδρύματος Β & Μ Θεοχαράκη, Τάκης Μαυρωτάς, τονίζει μεταξύ των άλλων:

«Οι 27 πίνακες, που πρωτοπαρουσιάζονται στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, αποκαλύπτουν τα νέα αισθητικά στοιχεία ενός έργου που αντιστρατεύεται το άγνωστο, το άπειρο και το χάος. Ο Τέτσης ζει το παρόν και αντιμετωπίζει την τέχνη στις οικουμενικές της διαστάσεις μέσα από την πρωτοτυπία της έκφρασης ενός γνήσιου και αληθινού βιώματος. Η ζωή, εξάλλου, για τον ίδιο, παραμένει μια υπόθεση μέσα στη φύση, και η ζωγραφική δώρο απόλαυσης και έκστασης. Η φύση του δίνει τη δύναμη να αποτυπώνει με αμεσότητα αυτές τις αξεπέραστες τοπιογραφικές εικόνες του Σαρωνικού και της Ύδρας, όπου κυριαρχεί μια αίσθηση που προκαλεί επιθυμίες και όνειρα, παραπέμποντάς μας στον χρόνο και την πολυτιμότητα της στιγμής … Ο αιγαιοπελαγίτης Τέτσης έχει το δικό του ύφος, σταθερές ιδέες και αρχές. Με την υψηλή ποιότητα και την ιδιαιτερότητα του έργου του βάζει τη δική του σφραγίδα στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Ο ίδιος επικεντρώνει την όρασή του στην αμετάβλητη πραγματικότητα της φύσης, στην Ύδρα, τον γενέθλιο τόπο του, αποκαλύπτοντας τη ψυχή του. Τόπο που αποδίδει με σταθερότητα και καθαρότητα, με ανεπιτήδευτη απλότητα και μεγάλη ευαισθησία. Έτσι, στα έργα του έχεις την αίσθηση ότι ανακινεί ιδέες, ενδυναμώνοντας την ανάγκη να τονίσει το νόημα της ύπαρξης και το αγαθό της ζωής στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η Ελλάδα ήταν και παραμένει το καταφύγιό του και η ζωγραφική του μέσο διεκδίκησης ελευθερίας, ομορφιάς, ζωντάνιας και απτών αισθήσεων, επιβεβαιώνοντας με τον πιο πειστικό τρόπο τον στοχασμό του Γιάννη Τσαρούχη, που έλεγε ότι « Έλληνας είναι ο καλλιτέχνης που έχει το θάρρος να βλέπει με τα μάτια του και να καλλιεργεί τον έρωτα μέσα του. Όλα τα άλλα είναι αισθητική χειροτεχνία». Η ζωγραφική του Τέτση είναι η έκφραση του εαυτού του, μια αυθεντική και αισθησιακή εικόνα του κόσμου.»

Ο Π. Τέτσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1925 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά το 1937. Επέστρεφε όμως κάθε καλοκαίρι στην Ύδρα, όπου άρχισε να ζωγραφίζει. Εκεί συνάντησε τον Χατζηκυριάκο–Γκίκα και τον Πικιώνη, που τους θεωρεί, έμμεσα, δασκάλους του. Το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Γερμανό Klaus Frieslander και, στη συνέχεια, σπουδάζει στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1943–1949). Ένα χρόνο πριν αποφοιτήσει, πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση, (1948, Ρόμβος). Το 1951 ξεκινάει και τη διδακτική του δραστηριότητα, ως επιμελητής στην έδρα ελεύθερου σχεδίου στο ΕΜΠ, με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Με υποτροφία του ΙΚΥ συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι (1953-56) όπου μεταξύ άλλων παρακολουθεί μαθήματα χαλκογραφίας με τον Ed. Goerg στην Ecole des Beaux Arts. Δίδαξε στo Τμήμα Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου (1959-1962) και υπήρξε συνιδρυτής και δάσκαλος του Ελεύθερου Σπουδαστηρίου Καλών Τεχνών (Σχολή Βακαλό) – μαζί με τους Ελένη Βακαλό, Ασαντούρ Μπαχαριάν και Φραντζή Φρατζεσκάκη – (1958-1976).

Εκλέχτηκε καθηγητής στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1976), όπου δίδαξε ως το 1991 (πρύτανης από το 1989). Το 1993 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1999 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Φοίνικος. Είχε και έχει έντονη εκθεσιακή δραστηριότητα: περισσότερες από 90 ατομικές εκθέσεις και πάρα πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Η αναδρομική του έκθεση με τίτλο 35 χρόνια ζωγραφική (1992, Πινακοθήκη Πιερίδη), περιόδευσε στις δημοτικές Πινακοθήκες Μυτιλήνης, Πατρών, Καλαμάτας, Ρόδου και Χανίων. Ακολούθησαν και άλλες αναδρομικές εκθέσεις στην Εθνική Πινακοθήκη (1999), στη Φλωρεντία, την Κύπρο και αλλού.

Την έκθεση συνοδεύει πολυσέλιδος ομότιτλος κατάλογος, με όλα τα εκτιθέμενα έργα, και κείμενα των Κικής Δημουλά, Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα, Τάκη Μαυρωτά και Ν. Π. Παϊσιου.

Επιμέλεια Έκθεσης: Τάκης Μαυρωτάς

Έργο: Βράχια της Ύδρας Ι 2011-14, Λάδι σε μουσαμά, 124 Χ 212 εκ.