Πρόκειται για το αρχετυπικό μελόδραμα του Ρομαντισμού, στο οποίο τα συναισθήματα εκφράζονται μέσα από μουσική μελωδική και ορμητική, άριες και ντουέτα γεμάτα πάθος, όπως επίσης διάσημα χορωδιακά, που δίκαια έχουν χαρίσει στην όπερα αυτή την αθανασία.

Στον Τροβατόρε, όλα διαδραματίζονται ανάμεσα στη φωτιά και στο φεγγαρόφωτο, ανάμεσα στη φλόγα του πάθους που καίει στα σωθικά και των τεσσάρων βασικών χαρακτήρων και στο ψυχρό φως του φεγγαριού, που φωτίζει ακραίες καταστάσεις. Η υπόθεση, γεμάτη απρόσμενες ανατροπές, μιλάει για δύο αδέλφια, τα οποία δεν γνωρίζουν τη συγγένειά τους και εμφανίζονται ερωτευμένα με την ίδια γυναίκα. Πρόσωπο κλειδί είναι μία Τσιγγάνα, που έριξε στη φωτιά ένα παιδί προκειμένου να εκδικηθεί για τον άδικο θάνατο της μητέρας της: από λάθος ήταν το δικό της.

Ο Τροβατόρε πρωτοπαρουσιάστηκε το 1853 στη Ρώμη, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Οι επευφημίες ήταν τόσο έντονες, ώστε να επαναληφθεί ολόκληρη η τελική σκηνή του έργου. Πολύ σύντομα ο Τροβατόρε έγινε η δημοφιλέστερη όπερα του Τζουζέππε Βέρντι παγκοσμίως. Το 1862 o συνθέτης ανέφερε: «είτε ταξιδέψεις στην Ινδία, είτε στην Κεντρική Αφρική θα ακούσεις τον Τροβατόρε». Η δημοτικότητα του έργου παραμένει αμείωτη έως σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το έργο του Βέρντι προτιμά επίσης ο κινηματογράφος, είτε επιλέγει τη διακωμώδησή του από τους Αδερφούς Μαρξ στο Μια βραδιά στην όπερα του 1935, είτε την αξιοποίηση του πληθωρικού, κατ’ εξοχήν μελοδραματικού συναισθήματός του από τον Λουκίνο Βισκόντι στο Σένσο (1954) ή από τον Μπερνάντο Μπερτολούτσι στο Φεγγάρι (1979).

Το εύρος των μουσικών, μορφολογικών, και εκφραστικών μέσων που χρησιμοποιεί στον Τροβατόρε ο Βέρντι δεν έχει προηγούμενο. Άριες, ντουέτα, κουαρτέτα, χορωδιακά, αφηγηματικές σκηνές, σκηνές με χαρακτήρα εκκλησιαστικής μουσικής, δραματικοί μονόλογοι, όλα επιστρατεύονται και συνταιριάζουν σε μια όπερα ανεπανάληπτου μουσικού πλούτου. Αποθέωση αποτελεί η κορυφαία σκηνή του «Μιζερέρε» στο Δ’ μέρος του έργου, όπου οι φωνές των μελλοθάνατων, της Λεονόρας και του Μανρίκο, αντιπαρατίθενται σε ένα σύνολο μοναδικής έμπνευσης. Ίσως το διασημότερο μέρος της όπερας είναι το «χορωδιακό των Τσιγγάνων» με το οποίο ξεκινά η Β’ Πράξη, όπου τον ρυθμό κρατούν χτυπήματα σφυριών σε αμόνια. Μέσα από τον «ρεαλιστικό» και «ακατέργαστο» αυτό ήχο ο Βέρντι μεταφέρει με τη μέγιστη οικονομία και αμεσότητα στον ακροατή τα βασικά χαρακτηριστικά των Τσιγγάνων, που πρωταγωνιστούν.

Η εντυπωσιακή παραγωγή σε σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμούς του Στέφανο Πόντα πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 2012, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.

Ο Στέφανο Πόντα, ένας από τους πιο επιτυχημένους Ιταλούς σκηνοθέτες όπερας της νέας γενιάς με αναγνωρίσιμο ιδίωμα, υπογράφει ένα θέαμα «ούτε σύγχρονο, ούτε συμβατικό αλλά «αρχαίο»» και σημειώνει: «Ο Βέρντι διέθετε την ικανότητα να συνοψίσει τη δαιδαλώδη και αναληθοφανή πλοκή του Τροβατόρε και να την εξυψώσει σε κάτι θεϊκό, μέσω μιας μουσικής που ήταν ταυτόχρονα δυνατή και ανεξάρτητη. Δεν είναι το λιμπρέτο ή ο λόγος, αλλά η μουσική και η δραματουργία του συνθέτη, οι οποίες κατορθώνουν να προσδώσουν η μία στην άλλη εκείνη την απόλυτη καθολικότητα, που βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία προς την αιώνια ποιότητα ενός χώρου όπως το Ηρώδειο, ενός περιβάλλοντος εξαγνισμένου και καθαγιασμένου από τους αιώνες.

Μπροστά σε όλο αυτό, πώς να φτιάξει κανείς ένα σκηνικό; Αντίθετα, ο προτεινόμενος σκηνικός χώρος οφείλει να σεβαστεί το μνημείο και να είναι φυσικός, αρχαϊκός και αρχετυπικός, να μην φιλοξενεί την τραγωδία του χθες ή του σήμερα, μιας γυναίκας ή ενός τροβαδούρου, αλλά την τραγωδία όλης της ανθρωπότητας δίχως πριν ή μετά».

Τροβατόρε Ηρώδειο 2012 – φωτό Μ. Σταφυλίδου

Ο Τροβατόρε είναι μια κατ’ εξοχήν «όπερα τραγουδιστών», καθώς απαιτεί κορυφαίους ερμηνευτές στους βασικούς ρόλους. Στην παραγωγή της ΕΛΣ συμμετέχουν μερικοί από τους κορυφαίους ερμηνευτές παγκοσμίως, όπως οι Βάλτερ Φρακκάρο, Τσέλια Κοστέα, Γελένα Μανίστινα, Δημήτρης Πλατανιάς, Δημήτρης Τηλιακός, Τάσος Αποστόλου.

O διεθνώς αναγνωρισμένος Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακκάρο (Μανρίκο) έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στα πιο σπουδαία λυρικά θέατρα παγκοσμίως όπως, μεταξύ άλλων, Σκάλα Μιλάνου, Κρατική Όπερα Βιέννης, Μητροπολιτική Όπερα Νέας Υόρκης, Κρατική Όπερα Βαυαρίας (Μόναχο), Γερμανική Όπερα Βερολίνου, Θέατρο Ρεάλ Μαδρίτης, Όπερα Σαν Φρανσίσκο, Κρατική Όπερα Αμβούργου, Αρένα Βερόνας, Θέατρο Ο Φοίνικας Βενετίας, Όπερα Ρώμης κ.α. Η διακεκριμένη Ρωσίδα μεσόφωνος Γελένα Μανίστινα (Ατσουτσένα), τα τελευταία χρόνια έχει τραγουδήσει σε λυρικά θέατρα όπως, μεταξύ άλλων, Όπερα Παρισιού, Μητροπολιτική Όπερα Νέας Υόρκης, Θέατρο Μπολσόι, Λα Μονναί Βρυξελλών, Κρατική Όπερα Βαυαρίας (Μόναχο), Βασιλική Όπερα Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν), Όπερα Καναδά κ.α. Το 2002 απέσπασε πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό «Οπεράλια» του Πλάθιντο Ντομίνγκο.

Στον ρόλο του Κόμη ντι Λούνα το ελληνικό κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει δύο κορυφαίους Έλληνες βαρύτονους, με σπουδαία διεθνή καριέρα: τον Δημήτρη Πλατανιά (21, 23/7) και τον Δημήτρη Τηλιακό (25, 27/7). Ο Πλατανιάς λίγο πριν ντεμπουτάρει στο κορυφαίο βρετανικό φεστιβάλ όπερας Γκλάιντμπορν και μετά τις εξαιρετικές του εμφανίσεις σε Λονδίνο, Μόναχο, Βενετία, Φρανκφούρτη, Σάλτσμπουργκ, Βρυξέλλες, Αμβούργο κ.α., επιστρέφει στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, σε ένα ρόλο στον οποίο έχει αποθεωθεί από το ελληνικό κοινό. O Τηλιακός, μετά την μεγάλη επιτυχία της πολυβραβευμένης ηχογράφησης του Ντον Τζοβάννι με τον Θόδωρο Κουρετζή και ύστερα από τις ιδιαιτέρως επιτυχημένες εμφανίσεις σε Παρίσι, Μπολσόι, Βαρκελώνη, Βρυξέλλες, Ζυρίχη, Περμ, Νέα Υόρκη κ.α., έρχεται στο Ηρώδειο για την πρώτη του αναμέτρηση με τον ρόλο του Κόμη ντι Λούνα.

Τη Λεονόρα ερμηνεύει η σπουδαία υψίφωνος της ΕΛΣ Τσέλια Κοστέα, η οποία αμέσως μετά το Ηρώδειο θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα, ερμηνεύοντας την Αΐντα. Ο διακεκριμένος βαθύφωνος της ΕΛΣ, Τάσος Αποστόλου, θα ερμηνεύσει τον ρόλο του Φερράντο.

Την παραγωγή διευθύνει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, Αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης. Τη Διεύθυνση της Χορωδίας της ΕΛΣ υπογράφει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.

Σημείωμα του σκηνοθέτη Στέφανο Πόντα

Στο θέατρο και προπάντων στην όπερα στόχος δεν είναι η εξωτερική ομοιότητα, η αληθοφάνεια, αλλά η αλήθεια. Η δε καλλιτεχνική αλήθεια διαφέρει από αυτήν της πραγματικής ζωής. Το έχει ήδη πει ο Σίλλερ: «Η τραγωδία είναι η ποιητική μίμηση μιας πράξης που διέπεται από την έννοια του συμπάσχειν και ως προς αυτό διαφέρει από την ιστορική πράξη. Θα ήταν ιστορική εάν έθετε έναν ιστορικό σκοπό και όχι έναν ποιητικό στόχο». Ως άθροισμα των τεχνών και όχι ως εγωιστικός διαχωρισμός καθεμίας από αυτές, η όπερα επιτρέπει να συνάξει κανείς σε μία ενιαία, ατέρμονα διάσταση πολλαπλές σκέψεις (ελεύθερες, είτε υπαγορευμένες από την ανάγκη, ηθελημένες, είτε ασυνείδητες), τις οποίες η μουσική περιβάλλει και ταυτόχρονα υποστηρίζει όλες μαζί, κορυφούμενη ενίοτε στην πλήρη εμπειρία του έργου τέχνης. Στην όπερα δεν υπάρχει λόγος, υπάρχει τραγούδι. Τα πρόσωπα δεν έχουν σώμα αλλά χειρονομίες, σκέψεις. Η όπερα είναι μία τέχνη που ξεδιπλώνεται μέσα από σύμβολα.

Σε αυτό το σημείο παρεμβάλλεται η μεγαλοφυΐα του Βέρντι. Ο συνθέτης αυτός διέθετε την ικανότητα να συνοψίσει τη δαιδαλώδη και αναληθοφανή πλοκή του Τροβατόρε και να την εξυψώσει σε κάτι θεϊκό, μέσω μιας μουσικής που ήταν ταυτόχρονα δυνατή και ανεξάρτητη. Δεν είναι το λιμπρέτο ή ο λόγος, αλλά η μουσική και η δραματουργία του συνθέτη, οι οποίες κατορθώνουν να προσδώσουν η μία στην άλλη εκείνη την απόλυτη καθολικότητα, που βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία προς την αιώνια ποιότητα ενός χώρου όπως το Ηρώδειο, ενός περιβάλλοντος εξαγνισμένου και καθαγιασμένου από τους αιώνες. Μπροστά σε όλο αυτό, πώς να φτιάξει κανείς ένα σκηνικό; Αντίθετα, ο προτεινόμενος σκηνικός χώρος οφείλει να σεβαστεί το μνημείο και να είναι φυσικός, αρχαϊκός και αρχετυπικός, να μην φιλοξενεί την τραγωδία του χθες ή του σήμερα, μιας γυναίκας ή ενός τροβαδούρου, αλλά την τραγωδία όλης της ανθρωπότητας δίχως πριν ή μετά.

Οφείλει να υποβάλλει την αίσθηση ότι η δράση εκτυλίσσεται σαν μέσα σε μια λήθη, στην οποία μόνον η μουσική μπορεί να μας μεταφέρει, ή σαν μέσα σε μία κατοικία όπου ξαναβρίσκεται κανείς πολλά χρόνια αφότου είχε φύγει: τα στοιχεία και οι ημερομηνίες επιστρέφουν στη μνήμη όλα μαζί, σε μία ενιαία, συνολική ανάμνηση που τα περιλαμβάνει όλα, χωρίς τον τακτικό κατακερματισμό που είναι απαραίτητος σε μία αφήγηση. Ακόμα και τα κοστούμια δεν αποτελούν διάκοσμο αλλά προέκταση μίας εσωτερικής αισθητικής, μία διασπασμένη έκφραση ωραίων και χαμένων πόθων. Η κίνηση θα είναι μία μη-κίνηση, η ανάμνηση μίας κίνησης σε μία σκηνική παρουσία πιο κοντινή στο όνειρο παρά στην ζωή σε εγρήγορση.

Ένα θέαμα ούτε σύγχρονο, ούτε συμβατικό αλλά «αρχαίο», στο οποίο το σύμβολο προσφέρεται σαν ένα είδος οπτικού εργαλείου, μέσω του οποίου αυτοί που βλέπουν και ακούν να βλέπουν και να ακούν την ιστορία της ίδιας της ψυχής, μέσα στο «Μιζερέρε» του πολιτισμού των λέξεων και των σπαταλημένων εικόνων, όπου ο Έρως θεωρείται ελεύθερος και ο Θάνατος απόμακρος.

Τροβατόρε Ηρώδειο 2012 – φωτό Μ. Σταφυλίδου

Ο Τροβατόρε με μια ματιά

Το έργο

Όπερα σε τέσσερα μέρη, ο Τροβαδούρος βασίζεται σε ποιητικό κείμενο του Σαλβαντόρε Καμμαράνο με προσθήκες του Λεόνε Εμανουέλε Μπαρντάρε, αντλεί δε από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Αντόνιο Γκαρθία Γκουτιέρρεθ. Μεγαλύτερη σημασία από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης έχουν τα έντονα συναισθήματα που αναπτύσσονται ανάμεσα στην τσιγγάνα Ατσουτσένα, τον Μανρίκο, δηλαδή τον τροβαδούρο του τίτλου, ο οποίος πιστεύει ότι είναι γιος της, την αγαπημένη του Λεονόρα και τον κόμη Ντι Λούνα ερωτικό αντίζηλο αλλά και αδελφό του Μανρίκο· τη συγγένεια αυτή γνωρίζει μόνο η Ατσουτσένα, η οποία την αποκαλύπτει στο τέλος του έργου. Βασικός μοχλός της δράσης είναι το συναίσθημα εκδίκησης της τσιγγάνας για τον άδικο θάνατο της μάνας της, γεγονός που προηγείται της πλοκής της όπερας.

Ο συνθέτης

Ο Τζουζέππε Βέρντι, ο διασημότερος συνθέτης του ιταλικού ρομαντισμού, γεννήθηκε στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας το 1813 και πέθανε στο Μιλάνο το 1901. Σπούδασε μουσική στο επαρχιακό Μπουσσέτο και στη συνέχεια στο Μιλάνο. Τα πρώτα του έργα γράφηκαν μέσα στο επαναστατικό κλίμα της εποχής, απηχώντας ιδεολογικά τον αγώνα για την απελευθέρωση των ιταλικών κρατιδίων από τους Αυστριακούς και την ενοποίησή τους σε κυρίαρχη χώρα. Η ενασχόληση του Βέρντι με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό σύμβολο. Ως ακροστιχίδα το σύνθημα Viva Verdi σήμαινε Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας – Viva Vittorio Emanuele Re D’ Italia. Το 1861 ο συνθέτης εξελέγη μέλος του πρώτου ιταλικού κοινοβουλίου. Διασημότερες όπερές του είναι οι Ναμπούκκο (1842), Ριγολέττος (1851), Ο τροβαδούρος (1853), Η παραστρατημένη – La traviata (1853), Ο Σικελικός Εσπερινός (1855), Η δύναμη του πεπρωμένου (1862), Αΐντα (1871), Οθέλλος (1887) και Φάλσταφ (1893).

Συντελεστές:

Μουσική διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης
Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Κοστούμια – Φωτισμοί: Στέφανο Πόντα
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Μανρίκο: Πιέρο Πρέττι (21, 23/7) – Βάλτερ Φρακάρο (25, 27/7)
Λεονόρα: Τσέλια Κοστέα
Αζουτσένα: Γιελένα Μανίστινα
Κόμης ντι Λούνα: Δημήτρης Πλατανιάς (21, 23/7) – Δημήτρης Τηλιακός (25, 27/7)
Φεράντο: Τάσος Αποστόλου

Με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και Μονωδούς της ΕΛΣ

Στην ιταλική γλώσσα, με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους


Διαβάστε επίσης: 

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2017: Το πρόγραμμα