Αυτές τις μέρες που γυρίζω πίσω στους προηγούμενους μήνες του 2017 και κάνω μία αποτίμηση του ποια άλμπουμ άκουσα, ποια μου άρεσαν περισσότερο και ποια θα ήθελα ακόμη να ακούσω, σκέφτομαι ότι είναι κάποια άλμπουμ που δεν θα τα συναντήσεις ποτέ στα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς. Ή κι αν τα συναντήσεις, είναι λες και είναι προορισμένα να ξεχαστούν στη συνέχεια και να μην τα συναντήσεις στα καλύτερα της τάδε ή της δείνα δεκαετίας. Ή στα καλύτερα ροκ ή indie ή jazz ή σε οποιαδήποτε genre-based list (λίστα με βάση κάποιο είδος μουσικής). Πόσο μάλλον σε μία λίστα με τα «καλύτερα όλων των εποχών».

Και όμως συχνά τα άλμπουμ που ακούμε τακτικότερα στην καθημερινότητα μας είναι τέτοια. Είναι αυτά που δεν θα βρεθούν στις λίστες. Και εγώ ο ίδιος που το επισημαίνω αυτό έχω πέσει σε τέτοιου είδους «ατόπημα». Προ ετών λόγου χάρη μου είχε ζητηθεί να γράψω ένα κείμενο σε άλλο ηλεκτρονικό περιοδικό με τα «10 καλύτερα άλμπουμ που δεν συναντάς σε λίστες».

Και το «Lantern» των Clogs είχα ξεχάσει να το συμπεριλάβω. Έτσι στεγνά. Το ξέχασα. Παρότι από το 2006 που κυκλοφόρησε μέχρι σήμερα δεν περνάει τρίμηνο που να μην κολλάει στο cd player για πολλές μέρες στη σειρά. Καμιά φορά και συχνότερα. Μην σας φαίνεται λίγο ή «όχι και τόσο συχνά». Για ένα άνθρωπο που είναι επαγγελματίας μουσικός, που έχει πολύ μεγάλη δισκοθήκη, που ενημερώνεται σε καθημερινή βάση για καινούργιες κυκλοφορίες, που σκάβει στο παρελθόν για μουσικές που δεν άκουσε στην εποχή τους, που ακούει σε εβδομαδιαία βάση demo νέων καλλιτεχνών και που γράφει, ηχογραφεί και παίζει μουσική ο ίδιος , το να ανασύρει από τη δισκοθήκη του ένα συγκεκριμένο άλμπουμ περίπου ανά τρίμηνο, σταθερά  επί 10 χρόνια περίπου και να το λιώνει στο παίξιμο είναι «όσο συχνά πιο γίνεται».

Το «ΟΚ Computer» ας πούμε και το «Kid A» που τα θεωρώ (αμφότερα) μνημειώδεις σταθμούς της ποπ/ροκ κουλτούρας και εξακολουθώ να απολαμβάνω την ακρόαση τους, τα ακούω μια φορά στα δυο χρόνια ας πούμε.

Τι έχει το «Lantern» και το ακούω τόσο συχνά; Και εξίσου σημαντική ερώτηση: Τι δεν έχει το «Lantern» και δεν συμπεριλαμβάνεται ποτέ στις πάσης φύσεως λίστες με τα «καλύτερα»  (κι ούτε πρόκειται).

Τι δεν έχουν τα άλμπουμ που εσύ ακούς πιο συχνά από όλα και δεν μπαίνουν στις λίστες;

Δεν μιλώ για guilty pleasures («ένοχες απολαύσεις») και δεν μιλώ για υποκειμενικά κριτήρια που μπορεί να σε κάνουν να ακούς ένα «αντικειμενικά» μέτριο ή συνηθισμένο άλμπουμ ξανά και ξανά επειδή είναι ένα από τα άλμπουμ του αγαπημένου σου καλλιτέχνη ή επειδή το έχεις ταυτίσει με μια όμορφη περίοδο της ζωής σου.

Μιλάω για τα άλμπουμ που αν και φωνάζουν από την πρώτη ακρόαση ότι είναι αριστουργήματα και που αν το ψάξεις θα βρεις και άλλους που συμμερίζονται την άποψη σου, δεν θα  τα βρεις ποτέ στις λίστες ή σε ανάλογες αναφορές.

Τι έχουν τα έρμα; Ή μάλλον τι δεν έχουν;

Δεν θα σας πω τι έχουν. Αυτό είναι διαφορετικό ανά περίσταση και δεν είναι πρακτικά δυνατόν να ειπωθεί κάτι που να ισχύει συλλογικά. Με τα χρόνια όμως κατέληξα στο τι δεν έχουν.

Δεν έχουν «ταμπέλα». Δεν ανήκουν σε ένα ευδιάκριτο και αναγνωρίσιμο genre. Δεν είναι ροκ ή δεν είναι ακριβώς indie ή jazz ή heavy metal ή post–rock ή ότι άλλο δίνει ένα ευδιάκριτο αρχικό στίγμα. Είναι ακατάτακτα. Θεωρητικά  στις μέρες μας οι «ταμπέλες» στη μουσική δεν έχουν σημασία. Έχουν γίνει και τόσες πολλές άλλωστε. Ακριβώς για να είμαστε σε θέση να δώσουμε μία αρχική περιγραφή των πάντων με μία ή δύο λέξεις.

Και πάλι όμως υπάρχουν άλμπουμ και καλλιτέχνες που «αντιστέκονται». Δεν το κάνουν επίτηδες. Απλώς έτσι τους βγαίνει.

Αλλά πολύ φοβάμαι ότι όποιος δεν ακολουθεί κάποιο κοπάδι, τελικά δεν μπαίνει σε λίστες.

Και αυτό ερμηνεύστε το όπως θέλετε…