Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη: Το φαινόμενο των έμφυλων σχέσεων παραμένει διαρκές και άλυτο

Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη: Το φαινόμενο των έμφυλων σχέσεων παραμένει διαρκές και άλυτο

Η ομάδα Άνιμα παρουσιάζει την παράσταση με τίτλο «Scripta Femina» στον Κινητήρα Studio

… από τις 14 Δεκεμβρίου 2012. Το έργο αποτελεί μια διαφορετική ερμηνεία του Ιουλίου Καίσαρα του Σαίξπηρ, όπου παρουσιάζεται μια οπτική τριών γυναικών που έχουν συνδεθεί στενά με τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Ιούνιο Βρούτο.


Η σκηνοθέτις του έργου Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη, μίλησε στο www.culturenow.gr για τη φιλόδοξη και πρωτότυπη αυτή προσπάθεια, που αξίζει την προσοχή μας.


Συνέντευξη: Νώντας Δουζίνας


Culturenow.gr: Επικοινωνούμε με αφορμή την παράσταση «Ιούλιος Καίσαρας – Scripta Femina», που σκηνοθετείτε στον Κινητήρα. Πρόκειται για μια διαφορετική εκδοχή του γνωστού έργου... Θα μας μιλήσετε για αυτό;
Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη:
Η ιστορία του Ιούλιου Καίσαρα είναι γνωστή, εξίσου γνωστό είναι και το έργο του Σαίξπηρ. Πρόκειται για ένα θεατρικό έργο, που διαπραγματεύεται το θέμα της εξουσίας, θέμα σύμφυτο κυρίως με την αντρική ψυχοσύνθεση. Εγώ όταν διάβασα το κείμενο , το οποίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο, σκέφτηκα ότι ήθελα να το δω να παρουσιάζεται από γυναίκες, ώστε να προβληθεί και μια άλλη πλευρά, αυτή του άλλου φύλου. Του γυναικείου φύλου, που είθισται να βρίσκεται στη σκιά των αντρών, όταν πρόκειται για θέματα εξουσίας. Έτσι αρχίσαμε να διαβάζουμε την ιστορία, από την πλευρά των δευτεραγωνιστών, των ανθρώπων δηλαδή, που δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην εξουσία, αλλά σχετίζονται άμεσα με αυτούς που την ασκούν. Το κείμενο του Σαίξπηρ δεν ήταν αρκετό σε αυτήν την περίπτωση, και έτσι αρχίσαμε να ψάχνουμε και για άλλα θεατρικά κείμενα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να προβάλλουν τις γυναίκες της ιστορίας. Γενικά η παράσταση φωτίζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα των γυναικών που σχετίζονταν με τον Ιούλιο Καίσαρα και το Ιούνιο Βρούτο, τις τελευταίες μέρες της δολοφονίας του Καίσαρα.


Cul.N.: Πώς σας γεννήθηκε η ιδέα να δώσετε μια διαφορετική ερμηνεία του εμβληματικού έργου και μάλιστα, από μια διαφορετική και περισσότερο έμφυλη σκοπιά;
Ρ.Μ.:
Η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια βιώνει μια έντονη οικονομική και κοινωνική κρίση και ταυτόχρονα μια μοναδική πολιτική παρακμή. Το θέμα της εξουσίας είναι εξαιρετικά επίκαιρο σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτός από εθνικό. Από την άλλη μοιάζει οι λύσεις να έχουν εξαντληθεί: οι μεγάλοι ηγέτες σπανίζουν, οι μεγάλες επαναστάσεις συμβαίνουν σπάνια και αυτές, ο κόσμος έχει ναρκωθεί στον ιστό της αστικής αράχνης, της τηλεόρασης και του καταναλωτισμού. Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν ίδιοι, τα δύο φύλα μοιάζουν και αυτά να έχουν απολέσει τις διαφορές τους. Έχει πάψει δηλαδή να υπάρχει αλληλεπίδραση των στοιχείων του διαφορετικού, το οποίο όταν μπολιάζεται, παράγει κάτι περισσότερο, εξελίσσοντας την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο άντρας φέρει την εξέλιξη, την περιέργεια, τον επεκτατισμό, η γυναίκα, την υπομονή, το έλεος, το συντηρητισμό, την αγάπη. Ο διάλογος των παραπάνω στοιχείων έχει χαθεί - ειδικά σε έναν τόσο ανθρωποφάγο τομέα, όσο αυτόν της εξουσίας: όποιος εμπλακεί με αυτόν τον τομέα, κατασπαράζεται. Έτσι λοιπόν για να το αντιμετωπίσουμε χρειαζόμαστε όλες μας τις δυνάμεις, τη μέγιστη δηλαδή συνεργασία των δύο φύλων. Γι αυτό θέλησα να φωτίσω και την γυναικεία πλευρά, που συνήθως δεν την ξέρουμε και δεν τη ακούμε. Είναι πολύ σημαντικό για έναν άντρα να μπορεί να ακούσει τη γυναίκα. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει η δύναμη του ζευγαριού που παίρνει από κοινού αποφάσεις για θέματα σημαντικά.


Cul.N.: Προκειμένου να φτάσετε στο αποτέλεσμα, μελετήσατε από Σαίξπηρ και Πλούταρχο, μέχρι Αλέξανδρο Δουμά και Θόρντον Ουάϊλντερ. Πόσο απαιτητική ήταν αυτή η διαδικασία και ποια ήταν η διάρκειά της;
Ρ.Μ.:
Η διαδικασία να βρεθούν τα κείμενα που θα συνέθεταν την παράσταση δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, αν και χρονοβόρα. Το πιο δύσκολο κομμάτι της παράστασης ήταν να βρεθεί ο βασικός κορμός του έργου, δηλαδή η δραματουργία που θα ένωνε τα κείμενα και θα ενοποιούσε το ύφος. Είναι πιο εύκολο να γράψεις κείμενο από την αρχή, παρά να κάνεις σύνθεση κειμένων. Μέχρι και δυο εβδομάδες πριν την παράσταση δεν είχαμε το τελικό κείμενο, κάτι που ήταν εξαιρετικά αγχωτικό. Από την άλλη κάθε παράσταση, η οποία προκύπτει από αυτοσχεδιασμούς έχει αυτή τη δυσκολία, αλλά είναι και μεγάλη πρόκληση για ένα σκηνοθέτη. Η συγκεκριμένη δουλειά ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, για αυτό και το διάστημα που δουλέψαμε ήταν μεγάλο. Κάναμε πρόβες γύρω στους πέντε μήνες.


Cul.N.: Ποιο είναι το νέο στοιχείο που δίνει η δική σας ματιά στον Καίσαρα;
Ρ.Μ.:
Η παράσταση όπως είπα και πριν είναι επικεντρωμένη στις σκέψεις, στις αντιδράσεις και στα συναισθήματα των γυναικών, απέναντι στα γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα τους τελευταίους μήνες, λίγο πριν την δολοφονία του Καίσαρα. Στην παράσταση δηλαδή δεν παρακολουθούμε τις δράσεις και τις αντιδράσεις των αντρών, οι οποίοι προκαλούν τα γεγονότα, αλλά την επίδρασή τους στις γυναίκες. Αυτή είναι και η νέα ματιά που φέρνει η παράσταση. Αυτό το οποίο διαπραγματεύεται η παράσταση είναι το αν οι γυναίκες που σχετίζονταν με τον Καίσαρα και το Βρούτο, μπόρεσαν να επηρεάσουν τους δυο αυτούς μεγάλους άντρες στις αποφάσεις τους. Κάθε άνθρωπος, και κατ’ επέκταση, ένας ηγέτης, καθορίζεται από το περιβάλλον που ζει και αναπτύσσεται. Επηρεάζεται ή όχι από τους συνανθρώπους του, την Ιστορία, τους οικείους του. Η παράσταση είναι ιδωμένη από αυτήν την πλευρά.


Cul.N.: «Η αντρική παρουσία χωρίς να είναι ποτέ παρούσα, παραμένει διαρκής και υποβλητική σε όλη την παράσταση». Πώς το πετυχαίνετε αυτό;
Ρ.Μ.:
Η αντρική παρουσία είναι διαρκής και υποβλητική καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης γιατί όλο το έργο περιστρέφεται γύρω από τις δικές τους πράξεις. Τα εξωτερικά γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα και πιέζουν τις γυναίκες να αντιδράσουν, προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τους άντρες.  Επίσης οι γυναίκες σε όλη την παράσταση αλληλεπιδρούν με ομοιώματα αντρών σαν να επρόκειτο για αληθινούς άντρες.


Cul.N.: Θα μας μιλήσετε για την ομάδα Anima; Πώς δημιουργήθηκε και ποιοι είναι οι στόχοι της;
Ρ.Μ.:
Η Ομάδα Anima δημιουργήθηκε το 2004 από εμένα, τη χορογράφο Λέτα Αμπαζή και το σκηνογράφο Ηλία Γραμματικό. Ενώσαμε τις δυνάμεις μας για να δουλέψουμε σε ένα κείμενο, το οποίο θα παρουσιαζόταν στην Πειραματική του Εθνικού. Είχαμε ξανασυνεργαστεί και στο παρελθόν, και έμοιαζε να έχουμε κοινά χνώτα. Εκείνη η παράσταση είχε πάει πολύ καλά και η ομάδα αποφάσισε να συνεχίσει το έργο της, αλλά στη συνέχεια παρέμεινα εγώ ως  κύρια εκπρόσωπός της. Γενικά η ομάδα πειραματίζεται κυρίως σε σύγχρονες θεατρικές φόρμες αφήγησης. Το ενδιαφέρον της στρέφεται γύρω από την ιδέα του πως μπορεί να παρουσιαστεί ένα κλασσικό κείμενο ώστε να αφορά το σήμερα. Ο πειραματισμός έγκειται τόσο στο κομμάτι της φόρμας, δηλαδή της όψης της παράστασης όσο και στην υποκριτική μέθοδο. Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία δουλεύει η ομάδα είναι μια μεταμπρεχτική προσέγγιση των κειμένων. Μέσα από την ουσιαστική χρήση της μουσικής ως παρτενέρ των ηθοποιών, την κίνηση και την σωματοποιημένη έκφραση των ρόλων, προσεγγίζεται η υποκριτική.


Cul.N.: Μετά την ενασχόλησή σας με το έργο αλλά και το αντικείμενο γενικότερα, υπάρχει διαχρονικότητα στις έμφυλες σχέσεις, καθώς και στις αγωνίες των γυναικών σχετικά με αυτές;
Ρ.Μ.:
Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμα πραγματική ισότητα των δύο φύλων. Η γυναίκα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται σε διάφορους τομείς ως κατώτερη. Κυρίως στον επαγγελματικό τομέα αλλά και μέσα στην οικογένεια. Αναφορικά και με το θέμα της εξουσίας, το οποίο θίγει η παράσταση, η γυναίκα δεν έχει λόγο, δεν αρθρώνει μια φωνή που μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει. Άρα φυσικά το φαινόμενο των έμφυλων σχέσεων παραμένει διαρκές και άλυτο.


Cul.N.: Θα μπορούσε αυτή η υπόθεση να μεταφερθεί στο παρόν;
Ρ.Μ.:
Η παράσταση, με αφορμή τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μιλάει για ένα θέμα που είναι διαχρονικό. Δίπλα σε άντρες με εξουσία, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τις γυναίκες που τους πλαισιώνουν. Η ιστορία εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις δεν έχει συμπεριλάβει τη γυναικεία παρουσία και τη γυναικεία φωνή. Αυτό είναι κάτι που ισχύει μέχρι και σήμερα, σε μικρό η μεγαλύτερο βαθμό. Έτσι, η πολύ πρώτη φορά που θα αρθρωθεί ο γυναικείος λόγος, μπορεί να συμβεί σε όποια εποχή και σε όποιο περιβάλλον, έχοντας την ίδια ακριβώς βαρύτητα. Άρα ναι, η υπόθεση θα μπορούσε να είναι στο παρόν. Άλλωστε όλο το σκηνικό περιβάλλον είναι εντελώς σύγχρονο και οι δράσεις των γυναικών αφορούν σε πιο συμβολικές, οικουμενικές, αναπαραστάσεις.


Cul.N.: Ποιο ήταν το δυσκολότερο σημείο που συναντήσατε, στην προσπάθεια σκηνοθετικής απόδοσης αυτής της διαφορετικής ερμηνείας;
Ρ.Μ.:
Η μεγαλύτερη δυσκολία εκτός από τη δημιουργία του κειμένου, ήταν η υποκριτική φόρμα της παράστασης. Η υποκριτική δεν έχει δουλευτεί ρεαλιστικά, αλλά βασίζεται σε ενέργειες, έντονη σωματική έκφραση και ρυθμούς. Οι ηθοποιοί δούλεψαν πάνω σε μεγάλες υποκριτικές ενότητες, με έναν πιο αφαιρετικό και συμβολικό τρόπο. Επίσης πολλές φορές η κίνηση υποκαθιστά το λόγο, και η σωματική εκφραστικότητα είναι αμβλυμμένη. Αυτός ο τρόπος υποκριτικής είναι πιο δύσκολος για ένα ηθοποιό γιατί απαιτεί μεγάλη εγρήγορση, έντονη σωματικότητα και υπερβολική ενέργεια.


Cul.N.: Μέχρι πότε θα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει την παράσταση στον Κινητήρα;
Ρ.Μ.:
Η παράσταση θα παίζεται στον Κινητήρα studio μέχρι 13 Ιανουαρίου, αν δεν πάρουμε παράταση, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 9 και 30. Επίσης έξτρα παραστάσεις θα γίνουν την Τετάρτη και Πέμπτη 2 και 3 Ιανουαρίου.

Σχετικές ειδήσεις
Δανάη Σκιάδη: Η «Δεύτερη Φωνή» της νέας γενιάς
09.11.2016 11:14
Άλλοτε σε κλασικού ύφους δράματα και άλλοτε σε εναλλακτικά έργα, η Δανάη Σκιάδη παραμένει προσηλωμένη στον στόχο, αφήνοντας θετικές εντυπώσεις για τις ερμηνείες της. Τη σεζόν 2016-2017 την συναντάμε ως κόρη της Νένας Μεντή στη νέα παράσταση «Δεύτερη Φωνή» των Ρέππα-Παπαθανασίου στο θέατρο Αποθήκη.
Αγλαΐα Παππά: Κάθε παράσταση οφείλει να προκαλεί ένα μικρό ταρακούνημα
20.05.2016 16:14
Όταν μιλάς για την Αγλαΐα Παππά δεν χρειάζονται καθόλου συστάσεις, όσον αφορά την θεατρική διαδρομή, την ερμηνευτική δεινότητα και το σπάνιο ήθος της. Με αφορμή την ιδιαίτερη παράσταση «Μαρμαρωμένες Τρωάδες» της Λουΐζας Κωστούλα, που βασίζεται στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε μετάφραση του Μιχάλη Κακογιάννη, είχα την χαρά και την τιμή να ακούσω από την άλλη άκρη του ακουστικού μου την καθαρή, θερμή και βαθιά φωνή της Αγλαΐας Παππά, να μιλάει για οικουμενικά ζητήματα, ωραίες ¨συναντήσεις¨, μεγάλα έργα, σπουδαίους συγγραφείς και πολλά άλλα...
Αντώνης Αντωνόπουλος: Βρισκόμαστε σε ένα πλοίο που βουλιάζει και ανησυχούμε αν η ορχήστρα παίζει όμορφη μουσική
18.05.2016 11:45
H παράσταση του έργου «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», του Σάμουελ Μπέκετ, ύστερα από την επιτυχία της πρώτης παρουσίασής της, επιστρέφει στο Bios για δύο μόνο εβδομάδες, από τις 20 Μαΐου 2016! Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, που έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση (μαζί με τον Δημήτρη Καραντζά) και την ερμηνεία, βρήκε λίγο χρόνο και μας μίλησε για την παράσταση, που "είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς", το παρελθόν, την έννοια της "μνήμης" και τις αντανακλάσεις του μπεκετικού έργου στο σήμερα.
Λυδία Φωτοπούλου: Με προβληματίζει η έλλειψη συναίσθησης στην κοινωνία
24.02.2016 10:45
Η Λυδία Φωτοπούλου παραμένει πιστή εργάτρια του θεάτρου από την αρχή της καριέρας της μέχρι σήμερα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ως ηθοποιός συνδέθηκε κατεξοχήν με το σανίδι, συνεργαζόμενη με τους σπουδαιότερους Έλληνες σκηνοθέτες, σε κάποιες από τις σημαντικότερες σκηνές της χώρας. Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης «Όπερας της Πεντάρας» στο Παλλάς, όπου κρατά τον ρόλο της «Τζέννυ», συζητήσαμε μαζί της για το ιδιαίτερο αυτό έργο και πόσο σύγχρονος αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά ο Μπρεχτ.
Νίκος Χατζόπουλος: Αγάπη με στόχο την κοινή συνύπαρξη
27.01.2016 10:10
Ορμώμενη από τη Μισαλλοδοξία (Intolerance), τη μνημειώδη, σπονδυλωτή, βωβή ταινία του D.W. Griffith, η σκηνοθέτις Ιώ Βουλγαράκη συνθέτει, με σημερινούς θεατρικούς όρους, ένα βωβό μουσικοθεατρικό έπος, πολιτικο- κοινωνικής και υπαρξιακής αυτογνωσίας, το οποίο παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Με αφορμή την παράσταση στη Στέγη, ο Νίκος Χατζόπουλος, χαμηλών τόνων καλλιτέχνης που μιλάει όμως «ηχηρά» μέσα από την δουλειά του, μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις του για την παράσταση, την ανθρώπινη μισαλλοδοξία που «δυναμιτίζει τη συνύπαρξη» και το αντίθετό της που θα μπορούσε να είναι η αγάπη.