Ο Χρήστος Σουγάρης είναι ένας ηθοποιός και σκηνοθέτης με μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πορεία στο ελληνικό θέατρο. Εδώ και δύο χρόνια περίπου, έχει καταπιαστεί με ένα εκ των τρομερότερων αρχαίων κειμένων, τις «Βάκχες», του Ευριπίδη. Η παράσταση αυτή θα αποτελέσει μια διαφορετική ανάγνωση πάνω στο αριστούργημα του Ευριπίδη, ενώ θα βρίσκεται σε περιοδεία από τις 19/07 έως τις 12/09. Η πλοκή εξελίσσεται σε μία παρηκμασμένη παιδική χαρά και όπως αναφέρει ο ίδιος για αυτή την επιλογή: «Όταν άρχισα να σκέφτομαι τον σκηνικό χώρο, με γοήτευσε εξαιρετικά το βασίλειο της νιότης, της αφέλειας και της ανεμελιάς. Το βασίλειο της παιδικής ηλικίας. Η παιδική χαρά.»

Απαντώντας, λοιπόν, στις ερωτήσεις μας για τις «Βάκχες», μας μίλησε για το πώς κάποια κείμενα μας επιλέγουν, διασαφηνίζοντας τις προθέσεις του όσον αφορά το κείμενο του Ευριπίδη: «εμείς αποπειρόμαστε μια ερμηνεία της τραγωδίας αυτής, με ένα είδος αφήγησης πιο ποιητικό«. Έθεσε τον καλλιτέχνη μακριά από το επίκαιρο, σε μία προσωπική πραγματικότητα και μας εξήγησε τη διαφορά μεταξύ του σύγχρονου και του άχρονου, θεωρώντας το τελευταίο ως ένα εργαλείο αφήγησης. Σχολίασε τα κακώς κείμενα του δυτικού πολιτισμού και κατέληξε σε μια δήλωση για τις υγειονομικές εξελίξεις στον χώρο του πολιτισμού με χιούμορ και διορατικότητα: «Είμαι πάντως αισιόδοξος πως ο χώρος του πολιτισμού για άλλη μια φορά θα καταφέρει να επιβιώσει. Να ευημερήσει δυστυχώς όχι, αλλά η επιβίωση είναι γραμμένη στο γενετικό υλικό του καλλιτέχνη.»


– Θα θέλατε, αρχικά, να μας μιλήσετε για τους λόγους που σας οδήγησαν στην επιλογή των «Βακχών»;

Οι Βάκχες ανήκουν σε έναν μικρό κύκλο έργων τα οποία με έχουν επιλέξει εδώ και πολύ καιρό. Απλώς τώρα, μετά από δύο χρόνια προεργασίας και έξι μήνες προβών, έφτασε η στιγμή να παρουσιαστεί στο κοινό αυτή μας η ερμηνεία. Ειλικρινά δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους μας επιλέγουν κάποια κείμενα-δεν πιστεύω πως τα επιλέγουμε εμείς. Θα μου ήταν το ίδιο δύσκολο να εξηγήσω γιατί με ερωτεύτηκε η γυναίκα μου ή εγώ αυτήν. Αδυνατώ να το κάνω, όμως είμαι ευτυχής που συνέβη.

– Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο όσο καιρό προετοιμαζόσασταν για το συγκεκριμένο έργο;

Ως ένας μαθητευόμενος μάγος, διότι δεν έχω σπουδάσει σκηνοθεσία-τώρα μαθαίνω να σκηνοθετώ-,αυτό που εντοπίζω ως το δυσκολότερο και σημαντικότερο πρόβλημα μου, είναι το να σκοτώσω τον ηθοποιό Χρήστο και να απαλλαγώ από αυτόν. Πολλές φορές με εμποδίζει διότι θέλει να δείξει πως «ξέρει» θέατρο, είναι «διαβασμένος» σκηνοθέτης κτλ. Όλα ανούσια και ασήμαντα μπροστά στο έργο. Ευτυχώς για μένα, μαθαίνω γρήγορα από τα λάθη μου, κάνω καινούργια λάθη και έχω πάντα ευφυείς και ταλαντούχους συνεργάτες, την γνώμη των οποίων-όταν πρέπει- την ακούω.

– Επιλέξατε να τοποθετήσετε την εξέλιξη της διονυσιακής αυτής τραγωδίας σε μία παιδική χαρά. Πώς εξυπηρετεί το έργο ένα τέτοιο περιβάλλον;

Το ύφος και η δραματουργία της συγκεκριμένης τραγωδίας μου έδινε από την πρώτη στιγμή της επαφής μας, μια αίσθηση ακραία εφιαλτική, αλλά παράλληλα πολύ παιχνιδιάρικη με την ακραία θεατρική έννοια. Όπως και τα ίδια τα όνειρα. Οι τόποι τώρα της παιδικής απασχόλησης και διασκέδασης, μου προκαλούν επίσης τα ίδια αισθήματα, ειδικά σε περιπτώσεις κενότητας ή παρακμής. Σε κάποιους δε, ακόμη περισσότερο στις αντίθετες περιπτώσεις. Αυτές της πληρότητας και της ακμής! Όταν λοιπόν άρχισα να σκέφτομαι τον σκηνικό χώρο, με γοήτευσε εξαιρετικά το βασίλειο της νιότης, της αφέλειας και της ανεμελιάς. Το βασίλειο της παιδικής ηλικίας. Η παιδική χαρά. Απλώς στη δική μας περίπτωση είναι παρηκμασμένη. Αφημένη, ξέβαφη και επικίνδυνη. Τώρα αν αυτό εξυπηρετεί το έργο, ούτε είμαι σε θέση να το απαντήσω-διότι δεν είμαι φιλόλογος- ούτε και με απασχολεί ιδιαιτέρως καθώς δεν πιστεύω σε σκηνοθεσίες που εξυπηρετούν τα έργα, αλλά σε αποφάσεις και επιλογές οι οποίες εξυπηρετούν αναγνώσεις και ερμηνείες. Στη δική μας περίπτωση η διαδρομή μας και η σπουδή πάνω στην παιδική ηλικία, εξυπηρετείται εξαιρετικά από τον σκηνικό μας χώρο.

– Ποιες αλλαγές υπόκεινται οι χαρακτήρες του έργου, από τον Πενθέα και τον θεό Διόνυσο έως τις μαινάδες, μέσα στον συμβολικό αυτό χώρο;

Ο σκηνικός χώρος των Βακχών, όπως και σε κάθε μου παράσταση είναι ένα σήμα. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας μη τόπος. Ένα μέρος που μπλέκει το λογικό με το παράλογο. Το ονειρικό με το πραγματικό. Οι χαρακτήρες του έργου του Ευριπίδη σε αυτόν τον μη τόπο, οξύνουν τα χαρακτηριστικά τους, με έναν αρκετά γκροτέσκο τρόπο. Η ουσία όμως παραμένει η ίδια. Γενικώς πάντως, νομίζω πως είναι μεγάλο λάθος από την πλευρά πολλών Ελλήνων κυρίως αλλά και ξένων σκηνοθετών, η προσέγγιση της τραγωδίας με εργαλεία θεατρικών ειδών του 20ου αιώνα. Ξεκαθαρίζω πως δεν έχουμε κάνει διασκευή ή απόδοση, ούτε ανεβάζουμε μια παράσταση με αφορμή το κείμενο του Ευριπίδη. Νόμιμα και σεβαστά τα προηγούμενα, αλλά εμείς αποπειρόμαστε μια ερμηνεία της τραγωδίας αυτής, με ένα είδος αφήγησης πιο ποιητικό. Πιο θεατρικό, αν μου επιτρέπεται. Διότι εδώ έχουμε να κάνουμε και με ένα έργο από τα κατεξοχήν έργα-θεατρικές μηχανές. Οι αλλαγές ύφους, εμφάνισης, ρόλων κτλ, είναι πρωτόφαντα και μοναδικά στην παγκόσμια δραματουργία. Για την ιστορία θα μου επιτρέψετε να επισημάνω μια παρανόηση. Οι Μαινάδες βρίσκονται στον Κιθαιρώνα και δεν είναι ορατές, πλην της Αγαύης, η οποία καταφθάνει κρατώντας το κεφάλι του γιού της στα χέρια, ενώ η ίδια επαίρεται πως κρατά κεφαλή λέοντος. Οι ιέρειες του Διονύσου, οι Βάκχες δεν είναι μαινάδες. Μπορεί να υπήρξαν ή να υπάρξουν σε στιγμή μαιναδισμού, αλλά το ενδιαφέρον είναι πως ο μαιναδισμός δεν φανερώνεται στη σκηνή, αλλά περιγράφεται. Όπως όλα σε αυτό το σπουδαίο είδος, είναι περιγραφή, δηλαδή αφήγηση.

– Θεωρείτε πως αυτό το τόσο βίαιο αριστούργημα του Ευριπίδη είναι σήμερα επίκαιρο;

Νομίζω πως τα έργα από μόνα τους δεν είναι επίκαιρα. Γίνονται με κάποιον τρόπο -αν γίνονται- από τις παραστάσεις. Σε κάθε περίπτωση δεν με ιντριγκάρει ιδιαίτερα η επικαιροποίηση των έργων. Νομίζω πως οι καλλιτέχνες οφείλουν να απομακρύνονται από το επίκαιρο, την όποια πραγματικότητα, την καθημερινότητα, και να συστήνουν δικούς τους κόσμους και πραγματικότητες.

– Πώς βλέπετε να διαχειρίζονται οι κοινωνίες της δικής μας εποχής το νέο και απρόβλεπτο, όπως παραδείγματος χάριν μία παγκόσμια πανδημία ή την προσφυγική κρίση;

Δεν θα πρωτοτυπήσω αν ισχυριστώ πως για όλα τα δεινά της φυλής των ανθρώπων ο μόνος και αποκλειστικός υπεύθυνος, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Κανένα από τα μεγαθέματα του πολιτισμού μας δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πληγής ενός Φαραώ, ή Θεόσταλτη κατάρα. Είναι αποτέλεσμα και συνέπεια πολιτικής. Οι δυτικοί είμαστε εξαιρετικά υποκριτές στη σχέση μας με τον υπόλοιπο κόσμο. Καταστρέφουμε με χίλιους δυο τρόπους ολόκληρους πολιτισμούς και όταν καλούμαστε να έρθουμε αντιμέτωποι με τις συνέπειές των πράξεων μας, τρομάζουμε και αποκαλύπτουμε το πραγματικό, υπέροχο, ρατσιστικό πρόσωπο μας.

Ντρέπομαι πραγματικά για τον τρόπο με τον οποίο πολλοί συμπατριώτες μας αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες και μετανάστες, ο οποίοι σε κάθε δυτική κοινωνία, ήταν, είναι και θα είναι, ένας από τους σημαντικότερους μοχλούς της οικονομίας, σε κάθε επίπεδο. Αυτό που με προβληματίζει ωστόσο περισσότερο από οτιδήποτε, είναι η αυξανόμενη αυταρχική υπεροψία της εξουσίας και η ατιμωρησία των εγκληματικών πολλές φορές πράξεων της. Ο περιορισμός των συνταγματικών δικαιωμάτων και η αυξανόμενη τρομοκρατία που ασκεί η πολιτεία, μέσω του υπουργείου- δήθεν προστασίας του πολίτη, σε αυτούς που υποτίθεται πως προστατεύει. Εμάς, δηλαδή, τους πολίτες του.

Σε σχέση τώρα με την πρόσφατη αλλά και επέρχόμενη πανδημία, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ο κορονοϊός είναι η σοσιαλιστική ιλαρά του καπιταλισμού!

– Πολλές φορές οι σύγχρονες αναγνώσεις πάνω στο αρχαίο δράμα δεν κερδίζουν εύκολα την αποδοχή του κοινού. Σας προβληματίζει αυτό όταν αποφασίζετε να σκηνοθετήσετε ένα έργο του κλασικού ρεπερτορίου;

Και πάλι θα σας πώ πως ειλικρινά δεν γνωρίζω τι είναι σύγχρονο ή τι καθιστά μια ανάγνωση σύγχρονη. Αν κυριολεκτούμε, οι αναγνώσεις που εγώ τουλάχιστον έλκομαι από αυτές ή προσπαθώ να δημιουργήσω, δεν είναι σύγχρονες -δεν ανήκουν δηλαδή, ούτε αναφέρονται στην εποχή μας, ούτε όμως απαραιτήτως σε κάποια άλλη εποχή. Με έλκει το άχρονο, το ουτοπικό. η παραβολή και το παραμύθι. Αυτά δεν τα αντιλαμβάνομαι ως μοντέρνα, σύγχρονα ή επίκαιρα. Είναι εργαλεία αφήγησης. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο μοντέρνο και ουσιαστικό από έναν άνθρωπο ο οποίος αφηγείται εδώ και τώρα μια ιστορία. Δείτε όλα αυτά τα δήθεν μοντέρνα ανεβάσματα έργων του Σάιξπηρ, από το Εθνικό θέατρο της Αγγλίας και όχι μόνον και θα καταλάβετε τί εννοώ.

– Υπάρχει κάποιο άλλο αρχαίο δράμα που θα θέλατε, ίσως, να σκηνοθετήσετε μελλοντικά;

Ονειρεύομαι πολύ τον τελευταίο χρόνο το ανέβασμα του Ηρακλή του Ευριπίδη.

– Αυτή η καλλιτεχνική σεζόν στιγματίστηκε από το ξέσπασμα του Covid-19. Θεωρείτε ότι το ελληνικό θέατρο θα καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που έχουν προκύψει λόγω των υγειονομικών μέτρων;

Οι καλλιτέχνες πρέπει για μένα, να είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα και τις νόρμες της. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντιπαραγωγικό από το να ασχολείται ένας καλλιτέχνης με περιορισμούς που αφορούν σκηνικές θέσεις και το αν οι ηθοποιοί θα έχουν πλύνει τα χέρια, τα δόντια ή τα ανομήματά τους, πριν από τη σκηνική συνεύρεση, ή να μετράει ένας σκηνοθέτης την επί σκηνής απόσταση των υλικών του. Η παραγωγή, όμως από την άλλη -αναφέρομαι σε κάθε είδους παραγωγό, με την πολιτεία πρώτη- οφείλει να προστατεύει τον καλλιτέχνη από τέτοιες απολύτως περιττές διεργασίες. Ο μηχανισμός οφείλει να γνωρίζει -που δεν γνωρίζει- πως συντελείται η θεατρική πράξη ή το οποιοδήποτε καλλιτεχνικό προϊόν. Σε σχέση με το πρακτικό του θέματος, είναι απολύτως γελοίο το γεγονός ότι συζητάμε για πληρότητες και απαγορεύσεις στο χώρο του θεάτρου και του πολιτισμού γενικότερα, όταν στις μεταφορές, επίγειες και εναέριες οι πολίτες κυριολεκτικά είναι ο ένας πάνω στον άλλον. Όταν σε οποιοδήποτε φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της κοινωνίας δεν υπάρχει σχεδόν κανένας πια περιορισμός-δεν εξετάζω το αν συμφωνώ η διαφωνώ-, είναι τραγέλαφος το να συζητάμε για αποστάσεις ή απαγόρευση αγγιγμάτων επί σκηνής ή για πληρότητες σε σχέση με τον αριθμό των καθισμάτων.

Είμαι πάντως αισιόδοξος πως ο χώρος του πολιτισμού για άλλη μια φορά θα καταφέρει να επιβιώσει. Να ευημερήσει δυστυχώς όχι, αλλά η επιβίωση είναι γραμμένη στο γενετικό υλικό του καλλιτέχνη.


Διαβάστε επίσης:

Βάκχες, του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη σε καλοκαιρινή περιοδεία