Το «Λευκό Ρόδο», μια σύγχρονη όπερα γραμμένη από τον Γερμανό συνθέτη Ούντο Τσίμμερμαν, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση. Πρόκειται για μια λυρική αφήγηση της περιπέτειας δύο αδερφών, που διατηρούν τα υψηλά ιδανικά τους μέσα στη φρίκη του ναζισμού.

Στην παράσταση πρωταγωνιστούν δύο εξαιρετικοί ερμηνευτές. Ο τενόρος Χρήστος Κεχρής, τον οποίο έχουμε απολαύσει πολλές φορές σε έργα όπερας και μουσικού θεάτρου (Υπόθεση Μακρόπουλου, Ζ, Τόσκα, Ορφέας, Μαγικός Αυλός κ.α.) και η Αφροδίτη Πατουλίδου, μια φέρελπις υψίφωνος με αξιοζήλευτες συνεργασίες στο εξωτερικό. Με αφορμή λοιπόν τις παραστάσεις στην Εναλλακτική της Λυρικής, οι δύο καλλιτέχνες μάς μυούν στο σκληρό και ποιητικό σύμπαν του «Λευκού Ρόδου», ενώ αποτυπώνουν την προσωπική τους οπτική, ο μεν από την πλευρά ενός έμπειρου και αναγνωρισμένου λυρικού τραγουδιστή και η δε, ως μία πολλά υποσχόμενη νέα σοπράνο.


– Ας ξεκινήσουμε την συζήτηση αναφέροντας ο καθένας από την πλευρά του, τι είναι αυτό που κάνει τόσο ξεχωριστό μουσικά το «Λευκό ρόδο». Ποιες δυσκολίες ή απαιτήσεις, αλλά και ποιες αρετές κρύβει ως όπερα;

Χρήστος Κεχρής: Η γραφή του Τσίμερμαν είναι ευφυέστατη, εμπνευσμένη και υπηρετεί ιδανικά το κείμενο, την ιστορία μα κυρίως το εσωτερικό και εξωτερικό τοπίο των ηρώων. Αυτό το πετυχαίνει, ως φόρμα αλλά και ως προς τα εκφραστικά μέσα, αντλώντας στοιχεία που επικοινωνούν τόσο με τη θρηκευτική μουσική παράδοση της κεντρικής ευρώπης όσο και με τον μοντερνισμό. Καθόλου τυχαία, στην παρτιτούρα κυριαρχούν αυτά τα δίπολα προσευχής και κραυγής, σιωπής και κρότου, ομορφιάς και πολέμου που απεικονίζουν τον πυρήνα της σκέψης των αδερφών Σολ και ταυτόχρονα θέτουν ερωτήματα γύρω από την ηθική μετατόπιση των κοινωνιών. Η δυσκολία, αντιστοίχως, είναι να αναζητήσω αυτές τις ποιότητες και τα όρια της φωνής που φτάνουν να αποδώσουν τον ψίθυρο, τη σιωπή, την ανάσα, την κραυγή και το φόβο ενώ ταυτόχρονα να έχω διαρκώς ως σημείο αναφοράς την θρησκευτική μουσική της γερμανικής σχολής, η οποία διέπει όλο το έργο. Πρόκειται για ένα έργο θρησκευτικό και ρομαντικό ταυτόχρονα και εκεί εντοπίζω την μεγαλύτερη πρόκληση.

Αφροδίτη Πατουλίδου: Πιστεύω ότι το Λευκό Ρόδο ακούγεται όπως αυτό που θα άκουγε κάποιος αν περπατούσε τους διαδρόμους του μυαλού των Scholl μια ώρα πριν εκτελεστούν: Αναμνήσεις, ελπίδες, αγάπη και τρυφερότητα, βίαιοι ήχοι και κρίσεις πανικού αλλά η ιδέα να ζει. Το έργο είναι εξαιρετικά απαιτητικό για τον ρόλο της σοπράνο, όμως μόλις ξεπεράσει κανείς τις τεχνικές προκλήσεις, πρόκειται για έναν τραγουδιστικά απολαυστικό ρόλο. Απαιτεί μια ποικιλία φωνητικών χρωμάτων συχνά οδηγώντας το τραγούδι από ουρλιαχτό στην δειλή αρχή της φώνησης.

© Γεράσιμος Δομένικος

– Τι συμβολίζουν για εσάς οι αγωνίες, οι φόβοι αλλά και τα «ποιητικά οράματα» των ηρώων;

Χρ. Κ.: Οι εικόνες που διαπερνούν το μυαλό του Χανς μοιάζουν με συνειρμικά άλματα μεταξύ παιδικών εικόνων και αναμνήσεων από πεδίο μάχης, στο οποίο γνωρίζουμε ιστορικά ότι είχε βρεθεί. Όταν δεν αντέχει τον εφιάλτη, στρέφεται στο όνειρο. Η αντιπαραβολή της αθωότητας δίπλα στην ακραία φρίκη τού είναι αφόρητη. Σε καμία περίπτωση δεν θα τολμούσα να πω πως μπορώ να μπω στη θέση ενός ανθρώπου που γνωρίζει πως σε λίγες ώρες θα πεθάνει. Χρησιμοποιώ ωστόσο τα οράματα του Χανς ως σύμβολα εγκλωβισμού ενός ανθρώπου που ασφυκτιά μέσα σε μία πραγματικότητα που δεν τον χωράει και για την οποία έχει την απόλυτη επίγνωση του πόσο λάθος είναι.

Αφρ. Π.: Ότι μια ιδέα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό που πρέσβευαν οι Scholl ήταν πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους και το γνώριζαν καλά αυτό. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν γνώριζα την Ζοφί θα της έλεγα, «μην ρίξετε φυλλάδια στο πανεπιστήμιο, θα σας πιάσουν» ή «δέξου την προσφορά της Γκεστάπο να σωθείς», όμως οι Scholl είχαν παραδώσει κάθε εγωισμό στον αγώνα για το κοινό καλό. Ήταν ανίκητοι.

– Μέσα από την ιστορία των Σολ, τι πιστεύετε πως μπορούμε να «διδαχθούμε» ως προς την προσωπική ελευθερία και την ατομική αίσθηση δικαίου σε ένα περιβάλλον καταπιεστικό και επικίνδυνο;

Χρ. Κ.: Η ιστορία του Χανς και της Ζοφί Σολ μας υπογραμμίζει πως η προσωπική ηθική, η ατομική συνείδηση και οι ποιότητα του ενός ανθρώπου είναι αυτά που καθορίζουν και την ποιότητα του συνόλου μιας κοινωνίας. Τα αδέλφια Σολ καταδεικνύουν την αδιαφορία και τον εκφυλισμό ενός ολόκληρου λαού που στέκεται αδρανής, καθίσταται συνένοχος και ολοένα πιο επικίνδυνος. Και το εξαιρετικά συγκινητικό είναι πως όλο αυτό γίνεται με όρους αξιών, ηθικής, ανθρωπισμού και πνεύματος μέσα σ’ ένα περιβάλλον σκληρών συνθηκών, αληθινού φόβου και αγριότητας. Αυτό που μπορούμε να διδαχθούμε είναι η ηθική ακεραιότητα και η διαύγεια συνείδησης.

Αφρ. Π.: Οι Scholl μας διδάσκουν ότι καμία ασφάλεια και ευημερία δεν αξίζει αν καταπατούνται ανθρώπινα δικαιώματα. Τα παιδιά αυτά είχαν πανανθρώπινη συνείδηση. Εάν έμεναν σιωπηλοί, θα ήταν -ίσως- ασφαλείς. Όμως και οι δύο είχαν δει πράγματα που δεν τους επέτρεψαν να σωπάσουν. Οι Scholl μας διδάσκουν να μην μένουμε αμέτοχοι -η σιωπή μπροστά στο έγκλημα είναι συνενοχή.

– Πείτε μας λίγα λόγια για την μεταξύ σας συνεργασία και σκηνική επικοινωνία. Τι έχετε κερδίσει ως καλλιτέχνες ο ένας από τον άλλον, αλλά και από τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης;

Χρ. Κ.: Παρόλο που με την Αφροδίτη συνεργαζόμαστε για πρώτη φορά, η σκηνική μας οικειότητα αναπτύχθηκε πολύ όμορφα και πολύ γρήγορα. Ίσως τελικά να παίζει ρόλο ακριβώς αυτό: το ότι η μόνη μας αναφορά είναι το ίδιο το έργο. Αυτό που θαυμάζω στην Αφροδίτη μεταξύ άλλων, είναι η φωνητική δεξιοτεχνία που της επιτρέπει να αποδώσει τόσο τον λυρισμό της Ζοφί όσο και τη δύναμη της ψυχής της. Ας μην ξεχνάμε πως τέτοια έργα είναι εξουθενωτικά και από τεχνικής άποψης. Με το Θέμελη, αντίθετα, είναι η 5η φορά που συνεργαζόμαστε και αυτό ήδη λέει πολλά για την μεταξύ μας χημεία. Είναι από τους ελάχιστους ανθρώπους με τους οποίους χαίρομαι τόσο πολύ να δουλεύω. Έχει πολύ ξεχωριστή αισθητική, βαθιά γνώση και αιχμηρή ματιά. Πλάθει εικόνες συγκινητικές και εκρηκτικές, αφήνοντας πάντα χώρο στον ηθοποιό κάτι το οποίο βέβαια δημιουργεί τεράστια ευθύνη, απαιτεί συγκέντρωση και συναίσθηση ενός απολύτως κοινού σκηνικού κώδικα. Ο Αντώνης -ως βουβή μα εκκωφαντική φιγούρα- και η συμμετοχή της μικρής Ειρήνης είναι από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά στοιχεία της παράστασής μας.

Αφρ. Π.: Όλοι οι συντελεστές της παράστασης βρίσκονται περισσότερο καιρό από εμένα στον χώρο (εκτός της 9χρονης Ειρηάννας!) και ανακαλύπτω διαφορετικές ποιότητες σε καθέναν ξεχωριστά. Το ευτυχέστερο όλων είναι ότι όλοι έχουν συμβάλλει σε ένα ήρεμο και φιλικό περιβάλλον δημιουργίας και αυτό βοηθά τον καθένα να νιώθει την αυτοπεποίθηση να προτείνει στο σύνολο – γιατί ας μην ξεχνούμε ότι η όπερα είναι ομαδικό άθλημα.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

– κ. Κεχρή, είστε ένας τενόρος αναγνωρίσιμος στο ελληνικό κοινό, το οποίο πλέον ενδιαφέρεται ενεργά για την όπερα. Δεδομένου ότι συνεργάζεστε με την Λυρική τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, πώς έχετε βιώσει ως επαγγελματίας αυτήν την «στροφή»;

Δεν ξέρω κατά πόσο μπορούμε να μιλήσουμε για στροφή. Πρέπει να εξετάζουμε την απήχηση του θεάτρου με όρους ποιοτικούς και όχι τόσο ποσοτικούς. Κάτι τέτοιο βέβαια ήταν πάντα δύσκολο. Μακάρι να υπάρχει μια τέτοιου είδους στροφή, καθώς θα ήταν πράγματι ελπιδοφόρο.

– Ως ερμηνευτή, σας ελκύουν περισσότερο κλασικά έργα ή σύγχρονες δημιουργίες που δεν έχουν ακόμη παιχτεί αρκετά;

Με ενδιαφέρει πάρα πολύ, ένα έργο που δεν κουβαλάει πάνω του το βάρος της παράδοσης. Μου αφήνει περιθώρια εξερεύνησης και ελευθερία να κινηθώ ερμηνευτικά, να πω κάτι που δεν έχει εξαντληθεί μέσα από σπουδαίες ερμηνείες. Βέβαια, η εξέλιξη είναι γραμμική. Και με αυτήν την έννοια το κλασικό ρεπερτόριο δεν παύει να είναι η βάση στην οποία χτίζεται αυτή η εξέλιξη και να έχει μια διαχρονική γοητεία που με ελκύει αναπόφευκτα. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που ως τώρα έρχομαι σε επαφή και με σπουδαία έργα του κλασικού ρεπερτορίου, αλλά και με πιο σύγχρονες δημιουργίες.

– Υπάρχουν ρόλοι ή έργα με τα οποία εύχεστε να αναμετρηθείτε ερμηνευτικά στο μέλλον;

Αυτό που έχει αξία για εμένα προσωπικά είναι κυρίως να εξελίσσομαι σ’ ένα πλαίσιο δημιουργικό, με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τη μουσική και το θέατρο επί της ουσίας, με φαντασία και με υγιή πρόθεση. Αναμφίβολα έχουν σημασία και οι ρόλοι και τα έργα και οι σκηνές γιατί όλα αυτά μας γεμίζουν με αυτοπεποίθηση και μας καταξιώνουν, αλλά από μόνα τους δεν αρκούν. Θέλω να θέτω κι άλλους παράγοντες στην εξίσωση αυτή, οι οποίοι δεν είναι πάντα δεδομένοι.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

– κ. Πατουλίδου, πώς αισθάνεστε για τον πρώτο σας πρωταγωνιστικό ρόλο στο μεγαλύτερο ελληνικό λυρικό θέατρο; Τι προσδοκίες γεννά, αλλά και πώς μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά έναν νέο λυρικό καλλιτέχνη στην πορεία του;

Αισθάνομαι ενθουσιασμένη και ευγνώμων για την εμπιστοσύνη. Οι προσδοκίες είναι μεγάλες αλλά και η προετοιμασία μας επίσης. Είναι καταξίωση και μεγάλο σχολείο για έναν καλλιτέχνη να είναι μέλος της μεγάλης αυτής καλλιτεχνικής οικογένειας.

– Εκτός από την μουσική καταπιάνεστε και με άλλες τέχνες. Θέλετε να μας μιλήσετε περισσότερο για τις ποικίλες δραστηριότητές σας;

Ασχολούμαι με την ποίηση, την ηθοποιία και την φωτογραφία. Γράφω και τραγούδια. Θα έλεγα ότι η όπερα είναι η πιο οργανωμένη και απαιτητική ασχολία μου. Είμαι από την φύση μου περίεργη για τα διάφορα μουσικά στυλ και άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης. Έχω σπουδάσει και τραγουδάω και με άλλες φωνητικές τεχνικές πέρα της «οπερατικής» όταν χρειάζεται – γιατί πρέπει πάντα ο καλλιτέχνης να ψάχνει ποιος είναι ο πιο ενδιαφέρον τρόπος να πει μια ιστορία, και αυτό οδηγεί στα διάφορα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης και στυλ.

– Ποια είναι λοιπόν τα επόμενα καλλιτεχνικά βήματα, μετά το «Λευκό Ρόδο»;

Αμέσως μετά την τελευταία παράστασή μας ταξιδεύω για Παρίσι. Εκεί ξεκινώ πρόβες ως Anne Truelove για την παραγωγή Rake’s Progress του Stravinsky στο  Γκέτεμποργκ υπό την διεύθυνση της Barbara Hannigan και ως μέλος των Equilibrium Young Artists. Η ίδια παραγωγή θα περιοδεύσει το 2019 σε Βρυξέλλες, Καλιφόρνια και Αλδεβούργο. Ακόμη, το 2019 και 2020 θα ερμηνεύσω τον ρόλο της Belinda στην παραγωγή Διδώ και Αινείας της Sasha Waltz στο Teatro Real Μαδρίτης, στην κρατική όπερα του Βερολίνου, Σαγκάη και Νέα Υόρκη.


Πορτραίτα καλλιτεχνών κεντρικής φωτογραφίας: © Ανδρέας Σιμόπουλος


Διαβάστε επίσης:

Λευκό ρόδο, του Ούντο Τσίμμερμαν στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής