Το φθινόπωρο του 1849, ο Χένρι Μέιχιου στάλθηκε από την εφημερίδα Morning Chronicle να καλύψει μια σοβαρή επιδημία χολέρας στις φτωχογειτονιές του Μπέρμοντσι. Σύντομα η εφημερίδα ανακοίνωσε μια σειρά άρθρων για την κατάσταση των φτωχών εργαζομένων στην Αγγλία, και ο Mέιχιου ανέλαβε τις ανταποκρίσεις από περιοχές του Λονδίνου που, στην αντίληψη του περισσότερου κόσμου, θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στο φεγγάρι. Αργότερα ολοκλήρωσε και εξέδωσε ανεξάρτητα το έργο σε τέσσερις τόμους (περίπου δύο εκατομμύρια λέξεις, όπου σπάνια βρίσκει κανείς μια παράγραφο χωρίς εκπληκτικές πληροφορίες). Από το σύνολο αυτό έγινε η επιλογή κειμένων για τον παρόντα τόμο.
Εν μέρει πιονιέρος κι εν μέρει ανθρωπολόγος, ο Μέιχιου ήταν, όπως έλεγε ο ίδιος, ένας «ταξιδιώτης στην άγνωστη χώρα των φτωχών», που έφερνε πίσω ιστορίες ανθρώπων «για τους οποίους το κοινό γνωρίζει λιγότερα απ’ ό,τι για τις πιο απόμακρες φυλές της γης». Το βιβλίο τούς έκανε ορατούς, προσφέροντας μια κλασική περιγραφή της ζωής κάτω από το όριο της φτώχειας στη μεγαλύτερη μητρόπολη του κόσμου και μαζί ένα συναρπαστικό πορτρέτο των δραστηριοτήτων, των εισοδημάτων, των συνηθειών, των διασκεδάσεων, της εμφάνισης, της ομιλίας και του χιούμορ των πιο φτωχών εργατικών στρωμάτων την εποχή της Παγκόσμιας Έκθεσης στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου. Ο Μέιχιου μάς ξεναγεί στην άβυσσο, σ’ έναν κόσμο χωρίς σταθερή απασχόληση και ασφάλεια, όπου η κανονικότητα απουσιάζει και η ευημερία είναι άπιαστο όνειρο, έναν κόσμο ανέχειας και εγκληματικότητας, με χαμηλές αλλά και ασυνήθιστες δεξιότητες: από τον πλανόδιο μανάβη, τον μουσικάντη και τον ρακοσυλλέκτη μέχρι τον κουρσάρο των υπονόμων και τον κυνηγό αρουραίων…
Για να εννοήσει κανείς αυτό το περιβάλλον χρειαζόταν περιέργεια, φαντασία κι ένα διεισδυτικό βλέμμα μυθιστοριογράφου – ο Μέιχιου διέθετε και τα τρία. Παρουσιάζοντας τους φτωχούς με τις δικές τους ιστορίες και τα δικά τους λόγια, συναγωνιζόταν τον σύγχρονό του Ντίκενς, λες κι αναζητούσε ανθρώπους που είχαν ξεπηδήσει από τις σελίδες εκείνου στην πραγματική ζωή. Γι’ αυτό και λογοτέχνες από τον Κίνγκσλεϊ μέχρι τον Λάρκιν αναγνώρισαν ότι ο Μέιχιου δεν ήταν απλώς ένας φιλοπερίεργος ρεπόρτερ, αλλά κι ένας ταλαντούχος αφηγητής, και το έργο του μια πρωτότυπη άσκηση στην υβριδική εκείνη μορφή λόγου μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας.
«Μια από τις πιο φιλόδοξες πρώιμες απόπειρες κοινωνιολογίας και το μεγαλύτερο βικτοριανό μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε ποτέ». Robert Douglas-Fairhurst, The Guardian
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Χένρι Μέιχιου – Πληροφορίες για τον συγγραφέα
Ο Χένρι Μέιχιου (Henry Mayhew), δημοσιογράφος και κοινωνικός ερευνητής, χιουμορίστας, δραματουργός, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας ταξιδιωτικών και δημοφιλών εκπαιδευτικών έργων, γεννήθηκε το 1812. Γιος ενός δικηγόρου του Λονδίνου, φοίτησε στο Westminster School, από όπου τελικά το έσκασε. Στη συνέχεια, ο Mayhew μπάρκαρε και ταξίδεψε στην Ινδία πριν εισέλθει στο γραφείο του πατέρα του, το οποίο, ωστόσο, σύντομα εγκατέλειψε για να ξεκινήσει μια μακρά και παραγωγική λογοτεχνική καριέρα. Έγραψε μια πολύ επιτυχημένη φάρσα, The Wandering Minstrel, το 1834, και ήταν ένας από τους συνιδρυτές του Punch το 1841. Το διάσημο βιβλίο του London Labour and the London Poor άρχισε να δημοσιεύεται το 1849 στην εφημερίδα The Morning Chronicle και το 1851 κυκλοφόρησε σε μια συλλογή, η οποία ολοκληρώθηκε το 1861. Ήταν επίσηςσυγγραφέας των βιβλίων The Criminal Prisons of London (1862) και German Life and Manners (1864). Πέθανε το 1887.