Ένας μονόλογος όχι εσωτερικός αλλά απευθυνόμενος σε ένα σκιάχτρο από έναν συνταξιούχο είναι η αφορμή για να καταγράψει ο Γιάννης Μακριδάκης μια αναδρομή στην ελληνική κοινωνία από τη μεταπολίτευση έως τις μέρες μας και στις πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κι έγιναν η αιτία να μετατραπεί το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας σε παθογόνο  καθεστώς.

Από την Τέσυ Μπάιλα

Ο Πεπόνας, ένας συνταξιούχος του δημοσίου, ένας άνθρωπος που καλλιεργεί πια τη γη του με παραδοσιακούς τρόπους και αγάπη  και νέμεται τη σοφία της «συνομιλεί» με τον Διομήδη, το σκιάχτρο που φτιάχνει για να προστατέψει τη σοδιά του και γίνεται το σκιάχτρο αυτό ένα σύμβολο της μοναχικότητας του κεντρικού ήρωα, ή καλύτερα η ίδια η συνείδησή του, καθώς ο Πεπόνας ανοίγει την καρδιά του και εκφράζει απέναντι στη σιωπηλή αμεριμνησία του σκιάχτρου όλες τις προσωπικές του ανησυχίες για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για την κρίση και τις πελατειακές σχέσεις των πολιτών με το καθεστώς, για το αναποφάσιστο της προσωπικής επανάστασης, ο Πεπόνας παραδέχεται πως κι εκείνος μέρος αυτού του ίδιου συστήματος είναι και αγωνιά για το μέλλον. Αυτή τη φορά όμως ανησυχεί. Η συνείδησή του δεν αποδέχεται το ζόφο που κρύβεται στο μέλλον και ο Πεπόνας αρχίζει πια να σκέφτεται για πρώτη ίσως φορά ότι η λύση θα πρέπει να είναι καθολική. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, η συνείδησή μας να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις πολίτη-κράτους και η ευκαιρία είναι οι εκλογές που επίκεινται. Αλλά το δίλημμα μεγάλο για τον Πεπόνα που θεωρεί χρέος του να μην αντιταχθεί απέναντι σε ένα σύστημα που οικογενειακά τον έχει στηρίξει.

Με ένα ευρηματικό τρόπο ο Μακριδάκης γράφει μια νουβέλα για την κρίση και το δίλλημα του σημερινού Έλληνα έτσι όπως εκφράζεται λίγο πριν τις εκλογές αλλά κυρίως στέκεται απέναντι στη συνείδηση όλων μας και στοιχειοθετεί λέξη-λέξη τη συλλογική ευθύνη αυτού του τόπου από την μεταπολίτευση έως τις μέρες μας. Άλλωστε και ο ίδιος ο Πεπόνας είναι ένας από τους ευεργετημένους αυτού του συστήματος και το δίλημμά του είναι αν θα πρέπει τώρα πια να προδώσει και ο ίδιος όλα όσα τον προώθησαν όλα αυτά τα χρόνια. Άραγε θα μπορέσει να σηκώσει κεφάλι και να διεκδικήσει εκ νέου την αξιοπρέπεια του πολίτη που μοιάζει να έχει χάσει χρόνια βολεμένος και ο ίδιος στο σύστημα; Και πώς τελικά θα λογοδοτήσει απέναντι στα πουλιά που θα κάτσουν στο σκιάχτρο της συνείδησής του, αφού αυτά είναι έτσι κι αλλιώς το μάτι του θεού; Πώς θα αντέξει να ακούσει το κελαίδημα τους; Και τι απάντηση θα τους δώσει για «την άνοιξη που δεν έφερε;»

Ο Μακριδάκης μας δείχνει ότι απέναντι στην κρίση και τη ζωή μέσα στη χαοτική κοινωνία που δημιουργήθηκε μπορούμε να διαλέξουμε τη ζωή μέσα στη φύση και προτείνει την χρήση της γης με οικολογική συνείδηση ως απάντηση στις κοινωνίες που καταβαραθρώθρηκαν από τη λεγόμενη και αδιέξοδη τελικά ανάπτυξη. Επιστροφή στις ρίζες, στις αξίες, στη φύση, στη παραδοσιακή σπορά και προσωπική επανάσταση που θα σημάνει τη συλλογική είναι οι δύο άξονες πάνω στους οποίους κινείται ο Μακριδάκης για να περάσει στους αναγνώστες του όλα όσα η συνείδησή του τού υπαγορεύει.

Μια καλογραμμένη νουβέλα από έναν γνωστό συγγραφέα, οικολόγο- ακτιβιστή που αποδεικνύει περίτρανα πως η πολιτική, οικολογική και κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας είναι δεδομένη και ίσως στις μέρες μας απολύτως απαραίτητη.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
«Λιγάκι παρακεί πάνε, απάνω στα ξινά κάθουνται και μας λοξοκοιτάζουνε. Εγώ που τους ξέρω, τους αντιλαμβάνομαι. Νιώθω το μάτι τους όση ώρα τρωγοπίνω και είναι καρφωμένο απάνω μου. Οι μουσαφιραίοι όμως δεν νιώθουνε τίποτα, Διομήδη. Σου λέει, εξοχή είναι, πουλιά έχει. Πού να ξέρανε πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε και πως λένε, άντε να ξεκουμπιστείτε, να πάμε κι εμείς στο σπίτι μας. Μόνο το Λούγαρο, που είναι σπουδαγμένος απάνω σ’ αυτά, ξέρει πως τα πουλιά μάς παρακολουθούνε ανελλιπώς. Και πως μας μιλούνε κιόλας. Αυτό το πιστεύει κι ο Κότσυφας βέβαια, όπως σου ‘πα, αλλά αυτός δεν πιάνεται διότι μπορεί να το λέει έτσι, μέσα από την παλαβωμάρα του. Ξέρεις, αυτοί οι ιδεολόγοι έχουνε όλο κάτι τέτοιες θεωρίες, αλλά ανάθεμα κι άμα πιστεύουνε στο βάθος βάθος τίποτα. Μόνο για τη μόστρα μού φαίνεται πως τα λένε. Για να κάνουνε τους εξωτικούς και να τραβούνε το ενδιαφέρον των γυναικών. Καλή ώρα σαν τη δικιά μου. Τέλος πάντων. Αυτά όμως που σου λέω ισχύουνε, Διομήδη. Είναι πράματα που τα ‘χουνε μελετημένα οι επιστήμονες. Έχουνε κάμει πειράματα κι έχουνε βγάλει αποφθέγματα. Ένα πουλάκι μού το μαρτύρησε, έτσι μας έλεγε η μάνα μας σαν ήμαστε μικροί και κάναμε καμιά ζημιά. Διότι όλα τα ξέρουνε τα πουλιά. Τα πουλιά είναι του Θεού το μάτι από πάνω μας, Διομήδη. Είναι η συνείδησή μας τα πουλιά.»

Καθώς το κατασκευάζει, ο Πεπόνας αφηγείται στο σκιάχτρο του την πολυκύμαντη ζωή του, που τώρα πια, μετά τη σύνταξη, ολοκληρώνεται στο κτηματάκι του. Στην αφήγησή του παρελαύνουν αλλόκοτοι άνθρωποι με ονόματα ζώων ή φυτών, πουλιά και διάφορα άλλα ζωντανά με ονόματα ανθρώπινα, αλλά και ψυχωμένα άψυχα, σαν τον Διομήδη το σκιάχτρο. Η γενεαλογία της φύσης και η γενεαλογία των ανθρώπων συναντιούνται παντού, εκτός από την πολιτική και την κρίση. Οι πληγές του σύγχρονου κόσμου διατρέχουν το σύμπαν της νουβέλας. Ένα σύμπαν που παίρνει φωνή, αρθρώνεται και απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο στον καθρέφτη του.

Το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη, Του Θεού το Μάτι, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.