Έχει περάσει ενάμισης χρόνος απ’ όταν το δεύτερο βιβλίο της Chevy Stevens με τίτλο, «Το Στίγμα», κυκλοφόρησε και στην ελληνική αγορά, επιβεβαιώνοντας και στους Έλληνες αναγνώστες, πως η φήμη και οι διακρίσεις που είχε κερδίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν διόλου τυχαίες, αλλά ανταποκρίνονταν σε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, που επάξια είχε κερδίσει κάθε τίτλο που του είχε απονεμηθεί.

Η αγαπημένη συγγραφέας, λοιπόν, επιστρέφει φέτος με ένα νέο, δυναμικό μυθιστόρημα, αρκετά διαφορετικό από τα δύο προηγούμενά της, όχι ως προς την θεματολογική του προσέγγιση, ή τον τρόπο που η ίδια την διαχειρίζεται, αλλά ως προς την μορφή της αφήγησης που επιλέγει, θέλοντας προφανώς να διαφοροποιηθεί και να μην αποκτήσει μια ταμπέλα που στο μέλλον, θα την δεσμεύσει. Κατά την ταπεινή μου άποψη, ήταν η σοφότερη επιλογή που μπορούσε να κάνει.

Η δρ. Ναντίν Λαβουά, έχει μετακομίσει πρόσφατα στην Βικτόρια, όπου και εργάζεται στην τοπική ψυχιατρική κλινική, τελώντας το επάγγελμα που τόσο αγαπάει, ενώ παράλληλα, μπορεί να βρίσκεται κοντά στα μέρη όπου πιθανότατα ζει η ναρκομανής κόρη της με την οποία, δεν διατηρεί σχεδόν καμία επαφή, απ’ όταν η τελευταία το έσκασε από το σπίτι της, μετά την ενηλικίωσή της. Όταν μια νεαρή κοπέλα, η Χέδερ, νοσηλευτεί στην κλινική έπειτα από μια ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, η Ναντίν, θα αναλάβει την θεραπεία της ενώ, χωρίς να το γνωρίζει αρχικά, η επαφή μαζί της, θα αρχίσει να φέρνει στην επιφάνεια γεγονότα απ’ όταν ήταν παιδί και μαζί με τη  μητέρα και τον αδερφό της, έζησε για ένα διάστημα στο ίδιο κοινόβιο με την Χέδερ. Γεγονότα καλά θαμμένα στο παρελθόν της για τα οποία, η ίδια, έχει πολύ συγκεχυμένες αναμνήσεις. Για κάποιον λόγο, το υποσυνείδητό της, έχει θάψει το παρελθόν αυτό και η Ναντίν, πρέπει να προσπαθήσει να θυμηθεί και να καταλάβει τι συνέβη τότε και ίσως, τι μπορεί να συμβαίνει σήμερα.

Αν κάτι αγαπώ στα βιβλία της Stevens είναι πως, αν και κάποιος θα μπορούσε πολύ εύκολα να τα εντάξει στην κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, στην πραγματικότητα, είναι κάτι περισσότερο. Περισσότερο και από ιστορίες μυστηρίου ή δράσης, περισσότερο ακόμα και από ένα δραματικό θρίλερ. Είναι βιβλία μυστηρίου, με αστυνομικές προεκτάσεις, που στον βωμό της δράσης και της περιπέτειας, δεν θυσιάζουν το ανθρώπινο στοιχείο, τον ανθρώπινο παράγοντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τα βιβλία της Stevens, είναι ψυχογραφήματα, με όλη την σημασία της λέξης. Είναι η άκρως επιτυχημένη προσπάθεια της σκιαγράφησης του ψυχολογικού προφίλ ενός ανθρώπου, τόσο σε νοητικό, όσο και συναισθηματικό επίπεδο. Δεν προσεγγίζει την υπόθεση επιφανειακά, αντίθετα, κάνει τα πάντα ώστε να εντρυφήσει σε αυτήν, μιλώντας με ρεαλιστικά στοιχεία, με στοιχειοθετημένα ψυχαναλυτικά δεδομένα, έτσι ώστε όχι μόνο να μην μας δημιουργούνται απορίες, αλλά να είναι απόλυτα ξεκάθαρη, τόσο η κατάσταση των χαρακτήρων της, όσο και ο λόγος που οδηγούνται σε συγκεκριμένες σκέψεις, πράξεις και αποφάσεις.

Στα δύο προηγούμενα βιβλία της, η συγγραφέας, είχε επιλέξει να αφηγηθεί την εκάστοτε ιστορία της σε πρώτο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας ωστόσο τις εξομολογήσεις των πρωταγωνιστριών, ως συνεδρίες ψυχανάλυσης. Αυτή η τεχνική, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο είδος και αν μη τι άλλο, κατάφερε να κερδίσει τις εντυπώσεις. Γνωρίζοντας όμως πολύ καλά πως το καλό, αν το παρατραβήξεις, μπορεί να το κάνεις να χάσει την αίγλη του, η Stevens, έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, στον άφαντο συμπρωταγωνιστή και ακροατή, των προηγούμενων δύο βιβλίων της. Πανέξυπνη, ευφυέστατη θα έλεγα κίνηση αφού, μπορεί να μην γνωρίζαμε, επί της ουσίας,ως τώρα κάτι σχετικό με την Ναντίν, ωστόσο, η παρουσία της, μας είναι για κάποιο λόγο οικεία, σαν να μοιραζόμαστε μαζί της μια γνώση, που είναι δύσκολο να περιγράψεις με λόγια. Και πέραν αυτού, είναι ο ορισμός της απομυθοποίησης. Κάποιοι, θέλουν να πιστεύουν πως οι ψυχαναλυτές, ψυχίατροι, ψυχοθεραπευτές, δεν έχουν δικά τους άγχη, δικές τους φοβίες, δικά τους προβλήματα. Μεγάλο λάθος! Γιατί κι εκείνοι, όπως όλοι μας, είναι άνθρωποι και ως εκ τούτου, έχουν αδυναμίες, με την μοναδική διαφορά πως, ίσως, έχουν την γνώση και την εμπειρία, να τις διαχειριστούν καλύτερα.

Εξαιρετικά δοσμένη, αλλά και ως προς την εξέλιξή της, πλοκή, μια ιστορία που δεν στερείται δράσης και περιπέτειας, με την αγωνία να κορυφώνεται συνεχώς και με την συγγραφέα, να οδηγεί συνεχώς τον αναγνώστη σε μια νέα έκπληξη, σε μια σοκαριστική αποκάλυψη που αλλάζει τα πάντα. Και ναι, μπορεί ορισμένα γεγονότα να είναι προβλέψιμα στην πηγή τους, αυτό όμως δεν τα κάνει λιγότερο γοητευτικά. Γιατί εκεί που η αστυνομική μυθοπλασία υστερεί, η ψυχολογική προσέγγιση και η χαρτογράφηση του νου και των συναισθημάτων των ανθρώπων, έρχεται να καλύψει και το παραμικρό κενό και να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον, με έναν τρόπο διαφορετικό και κατά την ταπεινή μου άποψη, πιο ουσιαστικό. Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως η Ναντίν -την οποία πιστεύω ότι θα ξανασυναντήσουμε στο μέλλον-, είναι μια από τις αγαπημένες μου ηρωίδες μετά την ανάγνωση του «Σε Βλέπω», ενός βιβλίου που είναι η απόλυτη απόδειξη πως ο ανθρώπινος νους, μπορεί να δεχτεί και να πιστέψει, οτιδήποτε έχει ανάγκη, ή οτιδήποτε θέλει κάποιος που ξέρει πως να τον εκμεταλλευτεί, να του περάσει υποσυνείδητα, όπως και πόσο εύκολο είναι για να προφυλαχτεί, ο κάθε άνθρωπος, να ξεχάσει οικειοθελώς, κομμάτια του ίδιου του εαυτού του. Πολύ απλά, το λάτρεψα!

Το βιβλίο της Chevy Stevens, με τίτλο Σε βλέπω, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.