Από τη Μαριάννα Γεωργούλη

H ζωή της

Ήταν 25 Ιανουαρίου του 1882, όταν η Άντελαιν Βιρτζίνια Στίβεν ήρθε να ταράξει μια για πάντα τα αγγλικά – και παγκόσμια – λογοτεχνικά νερά με τρόπο που κανείς δε θα μπορούσε τότε να προβλέψει. Με την πρωτοποριακή της ματιά ανανέωσε τη γλώσσα και τη λογοτεχνία της εποχής της και κέρδισε επάξια τη θέση της ανάμεσα στους μεγάλους καινοτόμους πεζογράφους που άνοιξαν νέους δρόμους στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σε μικρή ηλικία, και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έχασε τους γονείς της και τη μία αδερφή της και τότε είναι που ξεκίνησαν οι πρώτοι νευρικοί κλονισμοί και ήρθε η πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Ο ευάλωτος ψυχισμός της και οι ταλαντεύσεις στη διάθεσή της θα τη συνοδεύουν ως το τέλος της ζωής της.

Ύστερα από το θάνατο του πατέρα τους, η Βιρτζίνια και τα τρία αδέρφια της έφυγαν από το πατρικό σπίτι και εγκαταστάθηκαν στο Μπλούμσμπερι, στην καρδιά του Λονδίνου. Εκεί, συνδέθηκε με άλλους σπουδαίους διανοούμενους και καλλιτέχνες και δημιούργησαν τη θρυλική Ομάδα Μπλούμσπερι. Η ομάδα αυτή, αποτελούμενη τότε κυρίως από φοιτητές, έμελλε να ανανεώσει το λογοτεχνικό και γενικότερα καλλιτεχνικό σκηνικό του Λονδίνου προάγοντας το Μοντερινισμό σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, προώθησε ένα ελευθεριακό κλίμα κόντρα στο συντηρητισμό, τις νόρμες και την υποκρισία της βικτωριανής εποχής.

Το 1912 παντρεύεται τον Λέοναρντ Γουλφ, επίσης μέλος της ομάδα του Μπλούμσμπερι, με τον οποίο θα ιδρύσουν το δικό τους εκδοτικό οίκο, Hogarth Press, όπου στη συνέχεια δημοσιεύτηκε όχι μόνο το μεγαλύτερο μέρος των έργων της Γουλφ αλλά και πολλά άλλα σπουδαία – και πρωτοποριακά για την εποχή – έργα.

Το 1922, μέσω του ίδιου κύκλου, η Γουλφ θα συναντήσει την ποιήτρια Βίτα Σάκβιλ-Ουέστ. Ξεπερνώντας όλα τα κοινωνικά ταμπού της εποχής, θα ξεκινήσουν σταδιακά μια έντονη και ταραχώδη σχέση που θα τις εμπνεύσει, θα τις βοηθήσει να ανακαλύψουν άγνωστες πτυχές του εαυτού τους και θα επηρεάσει ανυπολόγιστα τη ζωή και το έργο τους. Η σχέση τους διήρκησε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’20, οπότε και θα γράψει τα καλύτερα έργα της. Tο 1925 θα κυκλοφορήσει το διασημότερο έργο της Η κυρία Νταλογουέι που την καθιέρωσε στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού και των κριτικών. Το 1927 εκδίδεται το αυτοβιογραφικό Μέχρι το Φάρο, το 1928 το Ορλάντο: Μια Βιογραφία, το οποίο έγραψε για τη Βίτα, και το 1929 το διάσημο δοκίμιό της Ένα Δικό Σου Δωμάτιο (A Room of One’s Own), το οποίο αποτελεί σήμερα βιβλίο αναφοράς στις φεμινιστικές σπουδές.

Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η διάθεσή της αρχίζει να χειροτερεύει επικίνδυνα και οδηγείται στον τρίτο νευρικό κλονισμό της ζωής της.

Στις 28 Μαρτίου του 1941, ρίχνεται στον ποταμό Ουζ και πνίγεται, απελευθέροντας τον εαυτό της από τα δεσμά ενός κόσμου που δεν της ταίριαζε. Το τελευταίο γράμμα προς τον άντρα της πριν εγκαταλείψει το σπίτι τους εκείνη τη μοιραία ημέρα, ξεκινάει έτσι: «Αισθάνομαι σίγουρα πως τρελαίνομαι πάλι. Αισθάνομαι ότι δεν μπορούμε να ξαναπεράσουμε άλλον ένα σαν εκείνους τους φοβερούς χρόνους. Και δε θα συνέλθω ξανά τούτη τη φορά.»

Η κυρία Νταλογουέι

Με αφορμή κάποια επέτειο, όπως αυτή της γέννησης της Βιρτζίνιας Γουλφ, δεν υπάρχει πιο αναζωογονητική κίνηση από το να επιστρέφεις σε κείμενα που σε φέρνουν ενώπιον των πιο μύχιων σκέψεών σου και σε καλούν να εξερευνήσεις εκ νέου το συναισθηματικό ‘τοπίο’ των ηρώων, της συγγραφέως και το δικό σου. Στη ζωή και τις σκέψεις της κυρίας Νταλογουέι και των λοιπών ηρώων στο ομώνυμο μυθιστόρημα, μπορούμε να δούμε όχι μόνο την ίδια τη Γουλφ, αλλά και κάτι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αδυναμίες, παραλείψεις, την ισορροπία ανάμεσα στα ‘χαμηλά’ και τα ‘υψηλά’, τη ζωή και το θάνατο, τη γιορτή και το θρήνο, τις καθημερινές σκηνές ενός αστικού κέντρου αλλά κι εκείνα τα σπουδαία, τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Και τα πάθη που περνάνε στη λήθη και εκρήγνυνται ξανά σα γιορτή με κάθε μικρό ή μεγάλο ερέθισμα.

Η ιστορία εκτυλίσσεται λίγο μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που άφησε βαθιές πληγές στην Αγγλία και ψυχικά τραύματα στους ανθρώπους της – που υπερασπίστηκαν τη χώρα τους και έχασαν τον εαυτό τους. Στο κέντρο της ιστορίας το Λονδίνο, γεμάτο ζωή, φασαρία και ανθρώπους όλων των τάξεων και ηλικιών. Η πενηνταδιάχρονη Κλαρίσα Νταλογουέι, σύζυγος του βουλευτή Ρίτσαρτ, προετοιμάζει μία από τις συνηθισμένες κοσμικές δεξιώσεις για τις οποίες φημίζεται. Το πρωί της ίδιας μέρας φτάνει ξαφνικά από την Ινδία ο Πίτερ Γουόλς, ο πρώτος της έρωτας. O φακός της Γουλφ εστιάζει έπειτα στον Σέπτιμους, βετεράνο του πολέμου που υποφέρει από διαταραχή μετατραυματικού στρες και παραισθήσεις.

Η γραφή και ο χρόνος

Η γραφή της Γουλφ, συνειρμική και χειμαρρώδης, παρασύρει και συγκινεί βαθιά. Σε παίρνει από το χέρι – με τις λέξεις, τις προτάσεις, τις παύλες, τα κόμματα, τις παρενθέσεις, τις άνω τελείες της – και σε ρίχνει με φόρα σε ένα βυθό συναισθημάτων και σκέψεων. Είναι καινοτόμα, ευαίσθητη, επαναστατική και χαρακτηριστικό δείγμα του Μοντερνισμού που έκανε τότε τα πρώτα του βήματα. Στο έργο πρωταγωνιστεί η συνειδησιακή ροή, αφού η αφήγηση προκύπτει όχι από έναν παντογνώστη αφηγητή, αλλά από τη συνείδηση των ηρώων, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τη φαντασία και τις αναμνήσεις τους. Γραμμική παράθεση και οργάνωση των γεγονότων δεν υπάρχει.

Κανείς δε λογοκρίνεται στην αφήγηση. Έτσι σκιαγραφείται με ενάργεια και αμεσότητα η ατομική και πολιτισμική αλλαγή που λάμβανε χώρα στο μεταπολεμικό Λονδίνο. Η αφηγηματική τεχνική και οι περιγραφές έχουν κάτι από κινηματογράφο, το καινούργιο εκείνο μέσο που γοήτευε τη Γουλφ: αναδρομές, μονταρισμένες σκηνές, απότομα cut, εστίαση του αφηγηματικού φακού σε έναν ήρωα και αμέσως μετά σε κάποιον άλλον. Ο αναγνώστης μεταφέρεται στους δρόμους του Λονδίνου με όλες τις λεπτομέρειες ενός μοντέρνου μεταπολεμικού κόσμου: αυτοκίνητα, αεροπλάνο, σινεμά. Και το Μπιγκ Μπεν να οριοθετεί το χρόνο.

Ο χρόνος έχει κεντρικό ρόλο σε αυτό το μυθιστόρημα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μόλις μία ημέρα, όπως και ο Οδυσσέας του Τζέημς Τζόυς, τον οποίο η Γουλφ ξαναδιάβαζε όταν ξεκίνησε το δικό της βιβλίο. Ωστόσο, εντός αυτής της ημέρας (τοποθετημένη στον Ιούνιο του 1923), οι ήρωες ανατρέχουν στο παρελθόν, χάνονται στις αναμνήσεις τους, βουλιάζουν στη συνείδησή τους, επιστρέφουν στο παρόν για να ξαναχαθούν σε όσα έζησαν και δε θα ξαναζήσουν. Όσο πιο αδιάφορο φαντάζει το μέλλον, τόσο γιγαντώνεται το παρελθόν. Ο χρόνος είναι πεπερασμένος, το παρόν εύθραυστο και αυτό υπενθυμίζεται συνεχώς, με το θάνατο να επανέρχεται ως μοτίβο στο έργο.

Ο έρωτας

Η επίσκεψη του Πίτερ φέρνει στο προσκήνιο όλες τις συγκρούσεις τις οποίες βιώνει έκτοτε η Κλαρίσα. Η σχέση της με τον Πίτερ είναι ωδή στον έρωτα που δε θα τελεσφορήσει λόγω της ανάγκης επικράτησης της λογικής· στον έρωτα που ξέρει να ζει μόνο στην ένταση, σε εκείνες τις στιγμές που είναι μόνο για δύο, ακόμα κι όταν οι δύο βρίσκονται μεταξύ άλλων· που – ακόμα κι όταν αρνείσαι να το δεχτείς – παραμένει εκεί σε όλη τη ζωή σου ως το ‘κριτήριο’ του Έρωτα και επανέρχεται με κάθε αφορμή να σου θυμίσει πόσο αργά είναι πια· πως θα ζεις τώρα για πάντα με το «πώς θα ήταν αν…».

«“Θυμάσαι τη λίμνη;” είπε εκείνη, με απότομη φωνή, κάτω απ’την πίεση ενός συναισθήματος που κυρίευε την καρδιά της, έκανε τους μυς του λαιμού της να σφιχτούν και τα χείλη της να συσπαστούν καθώς έλεγε “λίμνη” […]η ματιά της, περνώντας μέσα απ’ όλα αυτά τα χρόνια κι αυτά τα συναισθήματα, τον πλησίασε αβέβαιη· στάθηκε πάνω του δακρυσμένη.»

Το παρόν τούς βρίσκει καθισμένους «δίπλα δίπλα στον μπλε καναπέ». Να συζητούν για τα καλοκαίρια που περνούσαν στο σπίτι των γονιών της στο Μπόρτον μαζί με άλλους φίλους. Παγιδευμένους τώρα σε διαφορετικές ζωές. Χαμένους σε σκέψεις που έρχονται στην επιφάνεια όμως μένουν ανομωλόγητες – μόνο ο αναγνώστης τις γνωρίζει. Κάποια άλλη στιγμή ο Πίτερ με τη σειρά του θα σκεφτεί:

«Όσο σύντομες, αποσπασματικές, συχνά οδυνηρές και να ήταν οι συναντήσεις τους, με τις απουσίες του και τις παρεμβολές […] είχαν ανυπολόγιστη επίδραση στη ζωή του. Υπήρχε κάποιο μυστήριο. Έπαιρνες στα χέρια σου έναν αιχμηρό, οξύ ενοχλητικό σπόρο – την ίδια τη συνάντηση· άλλοτε εξαιρετικά οδυνηρή κι άλλοτε όχι· αλλά σε κάποια περίοδο απουσίας, στα πιο απίθανα μέρη, λουλούδιαζε, άνοιγε, σκορπούσε το άρωμά του, σε άφηνε ν’αγγίξεις, να γευτείς, να κοιτάξεις γύρω σου, να τον νιώθεις και να τον κατανοείς, ύστερα από χρόνια που έμενε θαμμένος.»

Κι όμως ο έρωτας είναι ανοιχτός. Η γενναία Γουλφ μάς έδειξε από τότε, πολύ μπροστά από την εποχή της, ότι όταν είναι έρωτας δε γνωρίζει φύλα, σχέσεις και νόρμες. Κάποιο είδος έρωτα υπάρχει ενίοτε και στις φιλίες, εκείνες τις δυνατές σχέσεις ζωής που σε ταράζουν, σε αλλάζουν, σε κάνουν να θαυμάζεις τον άλλον για όσα είναι και όσα δεν είναι. Η Κλαρίσα, ένα από εκείνα τα νεανικά καλοκαίρια στο σπίτι στο Μπόρτον, γοητεύεται από τη Σάλι και τις συζητήσεις τους για τη ζωή και τον κόσμο. «Ήταν εκπληκτική η επίδραση της Σάλι, το χάρισμά της, η προσωπικότητά της», σκέφτεται κάποια στιγμή μεταξύ άλλων, ενώ μετά θυμάται το μοναδικό φιλί που αντάλλαξαν, την «πιο εξαίσια στιγμή της ζωής της ολόκληρης», όπως το χαρακτηρίζει.

Η θέση της γυναίκας

Θα μπορούσαμε να πούμε πως πίσω από την κυρία Νταλουγουέι βρίσκεται η ίδια η Γουλφ, οι σκέψεις της και οι προβληματισμοί της. Η Κλαρίσα είναι κατά μία έννοια το λογοτεχνικό alter ego της Βιρτζίνιας, αφού κι αυτή καλείται να ζήσει και να βρει τον εαυτό της μέσα σε ένα περιβάλλον κλειστό, στενά οριοθετημένο και προβλεπόμενο. Παρά το δυναμισμό της, πρέπει να συμβιβαστεί με όσα ορίζει η εποχή και η κοινωνία της, παντρεύεται με το μυαλό και όχι με την καρδιά. Ο κοινωνικός της περίγυρος είναι αδιάφορος, ανίκανος να την εμπνεύσει και να τη βγάλει ουσιαστικά από την πλήξη που έρχεται με το χρόνο. Το κείμενο της Γουλφ καταγγέλλει εμμέσως αλλά με ενάργεια την καταπιεσμένη θέση της γυναίκας μέσα στο γάμο αλλά και μέσα στην κοινωνία.

Η Κλαρίσα μοιάζει να θέλει να δραπετεύσει από την πραγματικότητα την οποία η ίδια επέλεξε και με τη λογική υπερασπίζεται. Όσο περισσότερο τονίζεται μέσα στο βιβλίο ο δυναμισμός αυτής της γυναίκας που όλοι τη φοβούνταν, τόσο διαφαίνεται η αδυναμία της να αποτινάξει όσα την κρατούν εγκλωβισμένη. Είναι προέκταση του άντρα της. Το ‘Κλαρίσα’ χάνεται, γίνεται η κυρία Νταλογούει.

Όμως γνωρίζει και αυτό είναι το ανατρεπτικό στην ιστορία αυτή. Γνωρίζει ότι δε θα έπρεπε να είναι έτσι, ότι η ζωή της θα μπορούσε να είναι αλλιώς, η ίδια θα μπορούσε και θα ήθελε να είναι αλλιώς. Καθώς πιστεύει ότι ο Πίτερ την κρίνει για τις επιλογές της, στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να κρίνει η ίδια τον εαυτό της και όλα όσα κάνει απλά και μόνο για να μην πάψει να νιώθει ζωντανή – ή, πιο σωστά, γιατί έχει ήδη πάψει να νιώθει ζωντανή.

«Πώς κοβόταν κάθε χρόνο κομμάτι κομμάτι το μερίδιό της· πόσο λίγο ικανό ήταν πια το περιθώριο που απέμενε, να επεκταθεί, ν’ απορροφήσει, όπως στα νεανικά χρόνια, τα χρώματα, τις νοστιμιές, τους ήχους της ύπαρξης, που την έκαναν να γεμίζει το δωμάτιο όπου έμπαινε και να νιώθει συχνά, καθώς στεκόταν αναποφάσιστη για μια στιγμή στο κατώφλι του σαλονιού της, μια θεσπέσια αγωνία, σαν την αγωνία του δύτη πριν από τη βουτιά…»

Ψυχική ασθένεια και κοινωνία

Η ψυχική ασθένεια, τόσο γνώριμη στην ίδια τη Γουλφ, έχει κεντρικό ρόλο στο έργο. Μέσω του Σέπτιμους, που δρα στην ιστορία παράλληλα με την Κλαρίσα κι ας μην γνωρίζονται, η Γουλφ ασκεί κριτική στον τρόπο αντιμετώπισης της ψυχικής αρρώστιας στη μεταπολεμική Αγγλία. O Σέπτιμους, έχοντας βιώσει τη βαρβαρότητα του πολέμου και το χαμό του αγαπημένου του φίλου μπροστά στα μάτια του, νιώθει ανίκανος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της κοινωνίας περί γενναιότητας και αρρενωπότητας των βετεράνων. Σιωπές, φωνές, εκρήξεις, παραισθήσεις χαρακτηρίζουν τη ζωή του.

Η κατάστασή του όλο και χειροτερεύει, καταδεικνύοντας την ανεπάρκεια της κοινωνίας και των γιατρών να ασχοληθούν με τις ψυχολογικές συνέπειες του πολέμου, αποδίδοντάς τες σε προσωπική τρέλα ή, καλύτερα, σε «απώλεια αίσθησης του μέτρου» και έλλειψη αυτοελέγχου. Όταν ο γιατρός έρχεται να τον πάρει για να τον πάει σε κλινική, αδυνατώντας να αφουγκραστεί το φόβο του, εκείνος ανοίγει το παράθυρο και πέφτει στο κενό. Είχε προηγηθεί μια συγκινητική αναλαμπή αγάπης προς τη ζωή:«Όμως θα περίμενε ως την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε να πεθάνει. Η ζωή ήταν ωραία. Ο ήλιος έκαιγε. Άνθρωποι μόνο; Ένας ηλικιωμένος που κατέβαινε τη σκάλα απέναντι σταμάτησε και τον κοίταξε. Ο Χολμς [ο γιατρός] είχε φτάσει στην πόρτα. «Εγώ σας τη δίνω!» φώναξε και ρίχτηκε δυναμικά, ορμητικά στο κιγκλίδωμα της κυρίας Φίλμερ.»

Η Γουλφ ήξερε καλά πώς είναι να ταλανίζεται κανείς από την ίδια την ψυχή του. Πόσο εγκλωβισμένος και αδύναμος νιώθει, πώς αντιμετωπίζεται από τον περίγυρό του. Και χτίζει ένα μυθιστόρημα που ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία η τρέλα, το δράμα, το τραύμα, η «απώλεια αίσθησης του μέτρου»· από την άλλη οι αψεγάδιαστοι τρόποι της υψηλής, ‘πολιτισμένης’ κοινωνίας που ασχολείται με την τέχνη και την πολιτική, αποστειρωμένη από τα καθημερινά προβλήματα των πολλών.

Όταν, κατά τη διάρκεια της δεξίωσης, μαθαίνει ότι κάποιος νεαρός αυτοκτόνησε, σκέφτεται:

«Τι δουλειά είχαν οι Μπράντσο να κάνουν λόγο για θάνατο στη δεξίωσή της; Ένας νεαρός είχε αυτοκτονήσει. Και μίλησαν γι’αυτό στη δεξίωσή της – οι Μπράντσο μίλησαν για θάνατο.»

Δεν το θεώρησε ταιριαστό να γίνει λόγος για ένα τέτοιο γεγονός, και όμως αυτή η αυτοκτονία επανερχόταν συνεχώς στο μυαλό της. Η κυρία Νταλογουέι φλερτάρει κι αυτή με το θάνατο, αλλά η θέση της στην κοινωνία δεν της επιτρέπει να εκφράσει τέτοιου είδους προβληματισμούς και φυσικά όχι να συζητήσει γι’ αυτούς κατά τη διάρκεια μιας δεξίωσης. Φλερτάρει με το θάνατο γιατί θέλει να ξεφύγει από την πραγματικότητα, όπως έκανε ο Σέπτιμους. Θα λέγαμε ακόμα και ότι τον ζηλεύει γι’ αυτό.

«Ο θάνατος είναι εναντίωση. Ο θάνατος είναι μια απόπειρα επικοινωνίας· οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να φτάσουν στον πυρήνα που με τρόπο απόκοσμο τους ξεγλιστρά· η εγγύτητα απομακρύνει· ο ενθουσιασμός ξεθυμαίνει· μένεις μόνος. Είναι αγκαλιά ο θάνατος.»

Συνολικά

Δύσκολα θα υπάρξει αναγνώστης που θα μείνει ασυγκίνητος από αυτό το μυθιστόρημα. Η Γουλφ εδώ τα θίγει όλα: τον έρωτα, τη ζήλια, το φόβο του θανάτου, την αγάπη για τη ζωή· όσα αφήνει κανείς να φύγουν και δε θα επιστρέψουν πια· το τραύμα του πολέμου και την ψυχική ασθένεια· τη γυναικεία υποταγή αλλά και την υποταγή της εργατικής τάξης. Θίγει επίσης το θέμα της αλλαγής: της προσωπικής αλλαγής, του γήρατος, της μεταβολής των σχέσεων και των ηθών, αλλά και μιας ολόκληρης χώρας και εποχής. Μιας εποχής στην οποία η πραγματικότητα χάνει την αντικειμενικότητά της, σχετικοποιείται και διαμορφώνεται από τις αποχρώσεις της εκάστοτε προσωπικής εμπειρίας και συνείδησης.

H Βιρτζίνια Γουλφ κατόρθωσε να ζήσει μια ζωή γεμάτη – παρά τη συντομία της – και να ξεπεράσει περιορισμούς που φάνταζαν αδύνατον να ξεπεραστούν από μια γυναίκα στην κοινωνία της εποχής της. Στη ζωή και στο έργο της δε σταμάτησε να σπάει νόρμες και να γίνεται έμπνευση. Αγάπησε και μίσησε τη ζωή παράφορα. Κι όσο πιο έντονη γινόταν αυτή η σύγκρουση μέσα της, τόσο πιο σπουδαία έργα έδινε.

Η ανεπανάληπτη αυτή χειρίστρια του λόγου μάς πρότεινε να δούμε τον κόσμο με φρέσκα μάτια και να αμφισβητήσουμε τις παραδεδομένες βεβαιότητες, κάτι που δε σταματά ποτέ να είναι αναζωογονητικό και ελπιδοφόρο. Bρήκε τις κατάλληλες λέξεις για να αγγίξει όσα συχνά κρύβουμε καλά μέσα μας και άφησε εμάς μάταια να ψάχνουμε τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουμε το μεγαλείο της. Ο Μάικλ Κάνιγχαμ, που έγραψε τις Ώρες εμπνευσμένος από την Κυρία Νταλογουέι, είπε κάποτε: «Κοίτα να δεις, αδελφέ μου, που η Βιρτζίνια Γουλφ κάνει με τη γλώσσα ό,τι έκανε ο Τζίμι Χέντριξ με την κιθάρα».

Όλα τα αποσπάσματα είναι από την έκδοση του Μεταιχμίου σε μετάφραση της Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου