Το Top Girls, ένα έργο γραμμένο τη δεκαετία του ’80 στη Μεγάλη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, θέτει με έναν ευφάνταστο τρόπο τις βάσεις για έναν διάλογο σχετικά με τους ρόλους που αναλαμβάνει η σύγχρονη γυναίκα και τα μέσα που επιλέγει για να τους φέρει εις πέρας στο πλαίσιο της ισότητας των δύο φύλων. Γεμάτο από το χιούμορ και την πρωτότυπη γραφή της Caryl Churchill, αλλά και συνάμα δραματικό, γυναικείο και βαθιά πολιτικό, παραμένει επίκαιρο σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την πρώτη του πρεμιέρα.

Με αφορμή την παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο Πόρτα σε λίγες ημέρες, η Βίκυ Βολιώτη σχολίασε την διαχρονική σημασία του έργου, αφού την ανήγαγε σε ένα πρόβλημα παγκόσμιο και πέρα από τον περιορισμό που θέτουν οι διαφορές των δύο φύλων. Μας μίλησε για τις δικές της προσλαμβάνουσες πάνω στη θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που, όσο κι αν απέχει από τις αντιλήψεις του παρελθόντος, συνεχίζει να έχει έναν μακρύ δρόμο ανισοτήτων μπροστά της, αλλά και για φαινόμενα άλλων κοινωνιών, όπως αυτό του #MeToo. Τέλος, μας αποκάλυψε πόσο δύσκολο είναι να νιώσει κανείς ότι ονομάζεται ηθοποιός ή σκηνοθέτης και μοιράστηκε μαζί μας κάποια από τα μελλοντικά της σχέδια.


– Για αρχή, θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για τον/ους ρόλο/ους που υποδύεστε στο Top Girls;

Υποδύομαι δύο ρόλους, οι οποίοι έχουν μία κοινή καταγωγή. Το έργο είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο, που όλοι οι ρόλοι μπλέκονται μεταξύ τους. Παρόλο που όλες υποδυόμαστε και κάποιον άλλον ρόλο, τελικά όλοι είναι ένα πρόσωπο. Εγώ, λοιπόν, υποδύομαι την Πάπισσα Ιωάννα και τη Λουίζ. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το γνωστό αμφιλεγόμενο ιστορικά πρόσωπο, γιατί δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξή της, παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις. Μία γυναίκα, η οποία κατάφερε τον 9ο αιώνα κι ανέβηκε στον παπικό θρόνο για πολύ λίγο, μέχρις ότου αποκαλύφθηκε η ταυτότητά της και λιθοβολήθηκε. Η Λουίζ είναι, απλά, μία γυναίκα καριέρας.

– Είναι ένα έργο της θεατρικής συγγραφέως Caryl Churchill, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Γιατί θεωρείτε ότι είναι επίκαιρο στην Ελλάδα του 2019;

Η Churchill καταφέρνει σ’ αυτό το έργο και θέτει έναν προβληματισμό, ο οποίος- κατά τη γνώμη μου- είναι πάρα πολύ ενδιαφέρων: οι γυναίκες στην προσπάθειά τους, δικαίως, να κατακτήσουν την πολυπόθητη ισότητα, υιοθέτησαν αντρικά χαρακτηριστικά, αφήνοντας πίσω τα γυναικεία χαρακτηριστικά τους. Ουσιαστικά, δηλαδή, αντί να παραμείνουν γυναίκες και να διεκδικήσουν την ισότητα ούσες γυναίκες, τη διεκδίκησαν μεταμορφώνοντας τον εαυτό τους σε άντρες. Κατά πόσο, λοιπόν, αυτό έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα; Και, βέβαια, το ενδιαφέρον στο έργο της Churchill κι αυτό που το καθιστά πραγματικά παγκόσμιο κι όχι απλώς ένα έργο για τον φεμινισμό είναι ότι θέτει το ερώτημα, κατά πόσο έχει νόημα να θυσιάζουμε ο καθένας τα ατομικά του χαρακτηριστικά, είτε είμαστε άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, άσπροι, μαύροι, Ισλαμιστές, Χριστιανοί για να γίνουμε μία μάζα. Για να γίνουμε “της μόδας”, ν’ ανήκουμε σε μία κοινωνική ομάδα ευρύτερη, αποφασίζουμε να απωλέσουμε τα χαρακτηριστικά μας. Μάλλον αυτός δεν είναι ο ενδεδειγμένος δρόμος και τρόπος, για να καταφέρουμε να γίνουμε ίσοι με τους άλλους.

– Πώς σας φάνηκε η επιλογή ενός τόσο γυναικείου έργου από τον σκηνοθέτη, Θωμά Μοσχόπουλο;

Ένας άντρας φυσικά και μπορεί ν’ απαντήσει σ’ ένα «γυναικείο» ζήτημα. Το έργο, εξάλλου, δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Δεν μιλάει για τις γυναίκες και τα προβλήματά τους. Ξεκινώντας απ’ αυτό, το ανοίγει και το κάνει πανανθρώπινο. Κατά τη γνώμη μου, είναι και πολύ ενδιαφέρον το ότι έναν άνδρα σκηνοθέτη τον απασχολεί η σχέση του, ως άνδρα, με τις γυναίκες και το πώς αυτές μπορούν να συνυπάρχουν με τους άνδρες σ’ ένα ίσο επίπεδο, καθώς και το πώς αυτό διαμορφώνεται. Αφενός, δε μου κάνει εντύπωση κι αφετέρου είναι πολύ ενδιαφέρον να το ψάξει αυτό ένας άνδρας.

– Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα έργο πολιτικό, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και φεμινιστικό. Ποια είναι η δική σας άποψη για τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία;

Η γυναίκα σήμερα έχει αναμφισβήτητα κατακτήσει πάρα πολλά σε σχέση με το παρελθόν, αλλά υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα. Όπως είπα και πριν, όμως, με βρίσκει πολύ σύμφωνη το γεγονός ότι μάλλον δεν είναι ο σωστός τρόπος οι γυναίκες να γίνουν ίδιες με τους άντρες. Μάλιστα, οι γυναίκες στην προσπάθειά τους να γίνουν ίσες με αυτούς, υιοθέτησαν και τα χαρακτηριστικά τους. Ενώ, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον την ισότητα να την πετύχουμε έχοντας πλήρη αίσθηση ο καθένας του φύλου του. Και οι άντρες και οι γυναίκες. Της διαφορετικότητάς τους. Και η διαφορετικότητά τους να μην είναι αυτό που θα τους χωρίσει, αλλά αυτό που θα τους ενώσει και θα τους φέρει στο ίδιο επίπεδο. Πάντως, δεν έχει καμία σχέση η θέση της γυναίκας με αυτό που ήταν στο παρελθόν. Έχουν κατακτηθεί πάρα πολλά και είμαι πολύ χαρούμενη που ζω τώρα και που ζω στην Ευρώπη του σήμερα. Γιατί θα μπορούσε κάποιος να ζει σήμερα, αλλά να ζει σε κάποιο κράτος που οι γυναίκες δεν είναι στη θέση που είμαστε εμείς.

– Ως εργαζόμενη μητέρα και η ίδια, θεωρείτε πως υπάρχει κάποιο τίμημα που οι γυναίκες αναγκάζονται να πληρώσουν για τις επαγγελματικές τους επιδιώξεις;

Το ίδιο τίμημα που πληρώνουν και οι άντρες, δε νομίζω κάτι παραπάνω. Όταν αποφασίζεις να κάνεις οικογένεια και να δουλέψεις, σημαίνει ότι ένα απ’ τα δύο μάλλον θα το βάλεις λίγο πίσω. Οι γυναίκες, απλά, πολλές φορές αποφασίζουν να μη βάλουν πίσω ούτε τη δουλειά, ούτε τα παιδιά, ενώ οι άντρες βάζουν πίσω λίγο πιο εύκολα την οικογένεια, όταν πρόκειται για καριέρα. Αλλά αν θες πραγματικά να τα κάνεις καλά και τα δυο, φυσικά, κάποιο σε κάποια περίοδο θα μένει πιο πίσω. Αυτό συμβαίνει, βέβαια, γιατί όντως πέφτουν πάνω στις γυναίκες τα οικογενειακά. Αν υπήρχε πιο ίση σχέση και πιο ίσες υποχρεώσεις στην οικογένεια, θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Όπου, δηλαδή, τα ζευγάρια πραγματικά μοιράζονται τα βάρη, τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

– Ποια είναι η γνώμη σας για το φαινόμενο του #MeToo;

Είναι πολύ μεγάλη συζήτηση το φαινόμενο αυτό. Σαφέστατα υπάρχει το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία, αλλά νομίζω πως όταν κάτι αποκτά, από ένα σημείο και μετά, τον χαρακτήρα του «τσουνάμι», παύει να υπάρχει μια πιο δίκαιη αντιμετώπιση και κάπου χάνεται το μέτρο. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις σεξουαλική παρενόχληση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα. Και φυσικά, έπρεπε να ακουστεί και να βγει προς τα έξω, αλλά σε καμία περίπτωση να γίνει μία μαζική υστερία που όλα πια θα τα βλέπει κάτω απ’ αυτό το πρίσμα. Οποιαδήποτε κίνηση, δηλαδή, να αποδίδεται σε σεξουαλική παρενόχληση. Γι’ αυτό χρειάζεται πάντα μία ψυχραιμία σε όλα τα θέματα, πόσο μάλλον σε κάτι τόσο λεπτό κι ευαίσθητο.

– Πέρα από ηθοποιός είστε και σκηνοθέτις. Για την πρώτη σας δουλειά επιλέξατε δύο μονόπρακτα του Franz Xaver Kroez. Θα λέγατε ότι το κοινωνικό δράμα είναι το είδος που σας εμπνέει περισσότερο σκηνοθετικά;

Κατ’ αρχάς, δε μπορώ ακόμα να ονομάσω τον εαυτό μου σκηνοθέτη. Θέλω πολύ να συνεχίσω να σκηνοθετώ και θα το κάνω, αλλά ακόμα δε μπορώ να ονομάζομαι σκηνοθέτις. Καλά καλά δε θεωρώ ότι μπορώ να ονομάζομαι ηθοποιός μετά από τόσα χρόνια. Το λέω χαριτολογώντας, με την έννοια ότι πάντα μαθαίνεις και πάντα είσαι σε μία διαδικασία διερεύνησης. Δε σταματάς ποτέ να το ψάχνεις, να δουλεύεις και να σπουδάζεις. Θα έλεγα ότι το κοινωνικό δράμα δεν είναι αυτό που μονοπωλιακά με απασχολεί. Με απασχολεί και η κοινωνική κωμωδία και γενικά ό,τι έχει να κάνει με τον άνθρωπο και με τη σχέση του με τους άλλους και τον εαυτό του. Αλλά όχι, δε θέλω να “ειδικευτώ” στο κοινωνικό δράμα και μόνο.

– Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια για το θέατρο;

Τώρα έχουμε μπροστά μας την πρεμιέρα, οπότε στο μυαλό μου έχω μόνο αυτό. Μετά υπάρχουν για το καλοκαίρι σχέδια, τα οποία ακόμα δεν είναι ανακοινώσιμα. Θέλω να σκηνοθετήσω και είμαι ανάμεσα σε δύο έργα για να ξεκινήσω. Είναι πολλά τα σχέδια, αλλά ακόμα όχι κάτι απολύτως συγκεκριμένο όσον αφορά στη σκηνοθεσία.


Διαβάστε επίσης:
Top Girls, της Caryl Churchill στο Θέατρο Πόρτα


Photo Credits: Πάτροκλος Σκαφίδας