Ένας άνθρωπος που καταφέρνει να ζει αφότου έχει πεθάνει, είναι εκείνος που δεν έχει σημειώσει νίκες μονάχα υπέρ εαυτόν, αλλά και σημαντικές νίκες για λογαριασμό της ανθρωπότητας. Είναι εκείνος που γύρεψε μέσα και γύρω του Ιθάκες χάρη σε μια μεγαλοφυΐα που δεν είναι παρά μια διαρκής και αλάνθαστη διαίσθηση. Είναι εκείνος, του οποίου η ουσία δεν είναι μια αυτιστική και μονολιθική προσκόλληση στο παρελθόν και τα τετριμμένα, αλλά το φρόνιμο και διερευνητικό ενδιαφέρον για το μέλλον. Κι εκείνος που όταν διαθέτει κάποιο ταλέντο, το σπαταλά σαν εκατομμυριούχος που έχει θέσει στόχο να μείνει αδέκαρος.

Κάπως έτσι έζησε, δημιούργησε, δραστηριοποιήθηκε και επαναστάτησε από το προσωπικό μετερίζι του ο κυριότερος εκπρόσωπος του γαλλικού ρομαντισμού, Βίκτωρας Ουγκώ, που κατέκτησε τόσο τη Λογοτεχνία, επειδή ήξερε πως τούτη δεν επιβάλλεται, αλλά αποκαλύπτεται, όσο και την Ιστορία, και δη την πολιτική, μια και στα μάτια του η ελευθερία κι η δικαιοσύνη υπήρξαν δύο αχόρταγες γυναίκες που πρέπει κανείς να τις ικανοποιεί σεξουαλικά κάθε μέρα, αν θέλει να τις κρατήσει.

Γεννήθηκε το ψυχρό βράδυ της 26ης Φεβρουαρίου 1802 στην πόλη Μπεζανσόν της Ανατολικής Γαλλίας, και βίωσε από νωρίς τους επεισοδιακούς καβγάδες και τον οριστικό χωρισμό των γονιών του. Στο Παρίσι, όπου μετακόμισε με τη μητέρα του, ένιωσαν στο πετσί τους την ένδεια και την εξαθλίωση. Η φτώχεια όμως, ακόμα κι αν προσπάθησε, ποτέ της δεν κατόρθωσε να στερήσει από κανέναν άνθρωπο το πεπρωμένο του. Ο Ουγκώ ξεκίνησε νωρίς να μεταφράζει Λατίνους ποιητές και να γράφει κι ο ίδιος ποιήματα, και δεν τον αδίκησε αυτή του η κλίση.

Θιασώτης του Σατωβριάνδου, κατέβαλε τα μέγιστα για να τού μοιάσει, κι αυτός αναγνώρισε στο νεαρό και φρεσκοβραβευμένο τότε ποιητή από τη Γαλλική Ακαδημία, σειρά ποιητικών πράξεων που αποτελούσαν ούτε λίγο ούτε πολύ τον πήχη της ευστροφίας του. Κι ο Σατωβριάνδος, όπως ήταν φυσικό κι αναμενόμενο, δεν έπεσε έξω, κι ήταν μάλιστα εκείνος που έπεισε αληθινά τον πατέρα του Ουγκώ για το ποιόν του φερέλπιδος ποιητή. Τα βραβεία κι οι διακρίσεις έπεφταν έκτοτε σαν αδάμαστη βροχή, και παρόλο που ο Βίκτωρας συμβίωνε με αρουραίους στη μικρή σοφίτα του, μετέτρεψε τις εμπνεύσεις του σε φάκα όχι μόνο για τα ποντίκια, αλλά και για όλες τις δυσκολίες που έμελλε να αντιμετωπίσει στη ζωή του. Και δεν ήταν λίγες.

Εντυπωσιάζοντας με την τέχνη του ακόμα και τον Λουδοβίκο, λαμβάνει από τον ίδιο βασιλική επιχορήγηση για ένα αξιοπρεπές ζειν, αλλά και για την απρόσκοπτη κι ανέφελη προσήλωσή του στο έργο του. Ούτε και τον βασιλιά απογοήτευσε, καθώς η ποίησή του ήταν μια στρόφίγγα ανοιχτή, και πολύ σύντομα, ο Βίκτωρας άρχισε να συναναστρέφεται με πολύ καλές προοπτικές την καλλιτεχνική αφρόκρεμα της Γαλλίας, δημιουργώντας ισχυρή φιλία με τον Κάρολο Νοντιέ, τον Αλφρέ Ντε Βινύ και το Λαμαρτίνο. Με όνομα που ξεχώριζε λες κι είχε ολόγυρά του χιλιάδες μικροσκοπικούς λαμπτήρες νέον, ο Γάλλος αποδείκνυε ποικιλοτρόπως και περίτεχνα πως η ποίηση είναι δέος, ένας ιερός τρόμος. Πως ο ποιητής δεν είναι παρά ένας κόσμος, παγιδευμένος στα ασφυκτικά όρια του πεπερασμένου ανθρώπινου κορμιού. Πως κι η αγωνία του καλλιτέχνη ακόμα, αποτελεί το αφροδισιακό της εξέλιξής του, και πως για ένα άτομο που γράφει, τίποτα στο οπτικό και αισθητηριακό του πεδίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί άχρηστο.

Ταυτόχρονα υπήρξε εξαιρετικά μετριόφρων, κι όπως ο βράχος δε μετακινείται από τον άνεμο, έτσι κι αυτός παρέμενε ατάλαντευτος στους συνεχόμενους επαίνους. Αν κάτι για τον Ουγκώ ισχύει, είναι πως ήξερε πως κάθε κολακεία μοιάζει με άρωμα, που πρέπει μονάχα να το μυρίζεις, κι όχι να το καταπίνεις. Ενώ για ‘κείνον το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που κανείς μπορούσε να του κάνει ήταν όταν τον ρωτούσε για την γνώμη του κι ενδιαφερόταν να μάθει την απάντησή του. Αυτός ήταν ο λαμπρός κι εξέχων δημιουργός των Μπιγκ Ζαργκάλ (1826), Παναγία των Παρισίων (1831), Κλοντ Γκε (1834), Άθλιοι (1862): ένας ποιητής που μεταπήδησε με χορευτικά, σχεδόν ανάλαφρα αλλά μελετημένα βήματα στην πεζογραφία, για να έχουν οι αναγνώστες ανά εποχή κι ανά τον κόσμο να λένε πως όλοι οι συγγραφείς, όπως όλοι μα όλοι οι άνθρωποι έχουν ελαττώματα, μα πραγματικά σπουδαίος είναι ο συγγραφέας που εντέλει κατορθώνει τα ελαττώματά του να μην έχουν καμία σημασία. Άραγε να ισχύει το ίδιο και για την προσωπική ζωή του Βίκτωρος Ουγκώ;

Maximilien Luce – The Quai Saint-Michel and Notre-Dame, 1901

Με το διαζύγιο των γονιών του στο DNA του, ο άνδρας που είχε ιδιαίτερο ταλέντο και στην ζωγραφική, αν και αυτή αποτελούσε ένα απειροελάχιστο κομμάτι της πολυσχιδούς του προσωπικότητας, δεν μπόρεσε να απαντήσει την ευτυχία στο γάμο του με την Α. Φουσέ και έτσι διατηρούσε ερωμένη, η οποία ήταν κι η πηγή της εμπνεύσής του. Πολλά παραπάνω όμως ήρθαν για να γίνουν βάρος στις πλάτες του Ουγκώ. Ο αδελφός του που βρήκε πρόωρο θάνατο σε ψυχιατρική κλινική, παιδιά του συγγραφέα που έφυγαν αδόκητα από τη ζωή, μια εξορία που τον σημάδεψε λόγω της ανοιχτής του κόντρας με το Ναπολέοντα Γ’, ήταν εκείνα που πρώτα τον αποδεκάτισαν, κι ύστερα επειδή αποφάσισε να κοιτάξει τον πόνο στα μάτια, τού έμαθαν και κάτι. Για την ακρίβεια, τον έκαναν να αντιληφθεί πως πολλές φορές φτάνεις στο ναδίρ, όμως ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να αντέχει, να συνηθίζει και να προσαρμόζεται στα πάντα. Και πως η ζωή είναι μεν γλυκιά, είναι όμως και η παρατατεταμένη απώλεια όλων όσων αγαπούμε.

Για τον Βίκτωρα Ουγκώ που κλείνει τα μάτια του στις 22 Μαΐου 1885, δηλαδή 135 χρόνια πριν τέτοια μέρα – πιθανώς κι ώρα – θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλα είναι ένας συναρπαστικός αλγόριθμος ταλέντου, αξιοπρέπειας κι αφύπνισης. Πηγαίνοντας κόντρα στο πολιτικό ρεύμα της εποχής του, ο διάσημος συγγραφέας μας πείθει πως όταν είναι απούσα η δικαιοσύνη, η πολιτική εξουσία αποτελεί μια καλά οργανωμένη ληστεία. Πως το πιο μεγάλο μέτρο της δημοκρατίας δεν είναι οι ελευθερίες που παρέχει, αλλά ο βαθμός συμμετοχής μας σε αυτήν. Και πως η κοινωνία πάντα θα αποτελείται από δύο κάστες: εκείνους που έχουν πιο πολλά γεύματα από ό,τι όρεξη, κι αυτούς που έχουν περισσότερη όρεξη από ό,τι γεύματα.

Ο Ουγκώ είναι διαχρονικός, καθώς έγραψε έργα με απόλυτη διαύγεια και τα αντιμέτωπισε σαν καρπούς, στους οποίους έκανε την κατάλληλη στιγμή τη συγκομιδή. Κι είναι σύμβολο καθώς οι φιλελεύθεροι αγώνες του, μας παρουσιάζουν κάποιον που έκανε όσα σχεδίασε και εκείνα που οραματίστηκε, γιατί ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Εξάλλου, μέσα απ’την ανθρωπιά και το κουράγιο του, έκανε τον κόσμο να παραμερίσει στο εκτόπισμά του, μια και ήξερε από την αρχή πού πήγαινε, κι επιβεβαίωσε ότι η αγάπη κι η αλληλεγγύη δεν είναι μόνο συναισθήματα, μα και ύψιστης μορφής τέχνη.