Υπάρχουν στιγμές που έρχονται αθόρυβα και δικαιώνουν χρόνια κόπου. Όχι με ένα βραβείο, μια δημοσίευση ή ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, αλλά τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι αυτό που δημιούργησες γίνεται υπόθεση όλων. Για τη ηθοποιό και καλλιτεχνική διευθύντρια της διοργάνωσης «Ένα Φεστιβάλ στη Σαμοθράκη», Βένια Σταματιάδη, αυτή η στιγμή ήρθε πέρσι, όταν προέκυψε σοβαρό πρόβλημα με τη μεταφορά του εξοπλισμού του φεστιβάλ από το λιμάνι προς τους χώρους των εκδηλώσεων. Όπως αφηγείται στη συνέντευξη που παραχώρησε στο CultureNow, «αγροτικά αυτοκίνητα επιστρατεύτηκαν, οδηγοί άφησαν για λίγο τις δουλειές τους και βοήθησαν να μεταφερθούν σκάλες, καρέκλες, τραπέζια, ηχεία… Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι το Φεστιβάλ δεν είναι πια κάτι που “έρχεται” στο νησί, αλλά κάτι που οι άνθρωποι του νησιού το θεωρούν δικό τους».
Το φεστιβάλ επιστρέφει φέτος για πέμπτη χρονιά, παραμένοντας πιστό στην πεποίθηση ότι ο πολιτισμός δεν είναι προϊόν, αλλά μια συλλογική διαδικασία που γεννιέται μέσα από τη συνάντηση καλλιτεχνών και τοπικών κοινοτήτων. Από τις 2 έως τις 5 Ιουλίου οι δράσεις του απλώνονται σε δάση, καφενεία και δημόσιους χώρους, μετατρέποντας ολόκληρο το νησί σε μια ανοιχτή σκηνή. Η ευρωπαϊκή διάκριση EFFE Label λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι «μια διοργάνωση σε ένα ακριτικό νησί μπορεί να σταθεί ισότιμα μέσα στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό χάρτη». Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της φετινής διοργάνωσης, μιλήσαμε με τη Βένια Σταματιάδη για το πώς η τέχνη μπορεί να αλλάξει έναν τόπο και, κάποιες φορές, να αλλάξει πρώτα τους ανθρώπους που τη δημιουργούν.
***
-Το «Ένα Φεστιβάλ στη Σαμοθράκη» συμπληρώνει φέτος πέντε χρόνια ζωής. Αν κοιτάξετε πίσω στην πρώτη διοργάνωση, ποια θεωρείτε ότι είναι η σημαντικότερη αλλαγή που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα;
Το Φεστιβάλ από το 2022 που γεννήθηκε μέχρι σήμερα, έχει διανύσει πολύ μεγάλη απόσταση. Την πρώτη χρονιά διεξήχθη μήνα Μάρτιο, με το Σάος -το βουνό του νησιού- χιονισμένο, σε εσωτερικούς χώρους, με πολύ λίγα μέσα, αλλά πολύ κέφι, ψυχική επένδυση, χαρά. Τώρα πια έχει μεγαλώσει, έχει ντυθεί καλοκαιρινά και πραγματοποιείται σε φυσικούς εξωτερικούς χώρους που απλώνονται σε όλο το νησί. Έχει, όμως, σημασία να αναφερθώ και σε αυτά που έχουν μείνει ίδια, καθώς παρά τις διαφοροποιήσεις, συνεχίζει σταθερά να βάζει στο επίκεντρο το νησί, τους ανθρώπους του και τις ανάγκες τους και να αποτελεί τετραήμερη γιορτή του τόπου.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Υπήρξε κάποια στιγμή μέσα σε αυτή την πενταετία που σας έκανε να συνειδητοποιήσετε ότι το φεστιβάλ δεν αποτελεί πλέον μια «φιλοξενούμενη» δράση, αλλά ένα ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας του νησιού;
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία στιγμή, θα ήταν η περσινή χρονιά. Λίγο πριν από την έναρξη του Φεστιβάλ προέκυψαν σοβαρά προβλήματα με τη μεταφορά του εξοπλισμού, προβλήματα ιδιαίτερα δύσκολα να λυθούν σε ένα τόσο απομακρυσμένο νησί. Χωρίς πολλή συζήτηση, άνθρωποι του τόπου μπήκαν μπροστά: αγροτικά αυτοκίνητα επιστρατεύτηκαν, οδηγοί άφησαν για λίγο τις δουλειές τους και βοήθησαν να μεταφερθούν σκάλες, καρέκλες, τραπέζια, ηχεία. Δεν ήταν απλώς μια πρακτική βοήθεια. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι το Φεστιβάλ δεν είναι πια κάτι που “έρχεται” στο νησί, αλλά κάτι που οι άνθρωποι του νησιού θεωρούν δικό τους. Και αυτό, για μένα, είναι το σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της πενταετίας.
-Οι δράσεις του φεστιβάλ απλώνονται σε δάση, καφενεία, σχολεία και δημόσιους χώρους. Φέτος, μάλιστα, το «Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη παρουσιάζεται στα καφενεία των χωριών. Τι αλλάζει στη σχέση θεατή και έργου όταν το θέατρο εγκαταλείπει τη συμβατική σκηνή;
Η σχέση θεατή και έργου αλλάζει πολύ ανάλογα με τον χώρο. Στη Σαμοθράκη, είτε μιλάμε για δάση είτε για άλλους δημόσιους χώρους όπως τα Θερμά Λουτρά, το φυσικό περιβάλλον δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο αλλά ως ενεργό μέρος της παράστασης — ως συνεργάτης της.
Στην περίπτωση των καφενείων, όπως με το “Τάβλι του Κεχαΐδη, η συνθήκη γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, γιατί το θέατρο τοποθετείται σε έναν χώρο που ήδη έχει τη δική του ζωή και τους δικούς του “θεατές”. Έτσι, δεν δημιουργείται μόνο μια παράσταση για όσους θα την αναζητούσαν, αλλά και μια συνάντηση με ανθρώπους που ίσως δεν θα πήγαιναν ποτέ σε μια θεατρική σκηνή. Με αυτή την έννοια, το φεστιβάλ δεν φέρνει απλώς το κοινό στο θέατρο — φέρνει και το θέατρο στο κοινό. Και αυτό συνοψίζει και το φετινό μας μότο: Το Φεστιβάλ πηγαίνει σε όσους δεν πηγαίνουν στο Φεστιβάλ!
-Στο φετινό πρόγραμμα μοιάζει να αψηφά τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις τέχνες συνυπάρχουν το θέατρο, η περφόρμανς, η μουσική, το λαϊκό αφήγημα και η συμμετοχική δημιουργία. Τι σας οδηγεί στη διαμόρφωση ενός φεστιβάλ που υπερβαίνει τα αυστηρά καλλιτεχνικά όρια;
Στις παραστατικές τέχνες, ανεξάρτητα από το μέσο, προσπαθούμε πάντα να αφηγηθούμε μια ιστορία που να αγγίζει τον θεατή και, έστω λίγο, να μετατοπίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο γύρω του. Ένα φεστιβάλ είναι από τη φύση του ένας τόπος συνάντησης διαφορετικών ιστοριών, γλωσσών και καλλιτεχνικών πρακτικών. Τα αυστηρά όρια ανάμεσα στο θέατρο, τη μουσική, την περφόρμανς ή τη συμμετοχική δημιουργία, περιορίζουν, κατά τη γνώμη μου, και τη δυναμική των τεχνών. Αντίθετα η συνομιλία τους την τροφοδοτεί. Πιστεύω ότι αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μια πιο πλούσια εμπειρία για το κοινό και τελικά ενισχύει τον κοινωνικό και πολιτιστικό αντίκτυπο του φεστιβάλ.
-Το φεστιβάλ έχει καταφέρει να αποκτήσει ευρωπαϊκή αναγνώριση μέσω του EFFE Label. Τι σημαίνει στην πράξη μια τέτοια διάκριση για μια διοργάνωση που πραγματοποιείται σε ένα ακριτικό νησί;
Το EFFE Label είναι μια σημαντική αναγνώριση, όχι τόσο ως τίτλος, αλλά ως επιβεβαίωση ότι μια διοργάνωση σε ένα ακριτικό νησί μπορεί να σταθεί ισότιμα μέσα στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό χάρτη. Στην πράξη, αυτό ενισχύει την εξωστρέφεια του φεστιβάλ, το φέρνει σε επαφή με ένα ευρύτερο δίκτυο καλλιτεχνών και οργανισμών και τοποθετεί τη Σαμοθράκη όχι ως “περιφέρεια”, αλλά ως ενεργό σημείο πολιτιστικής παραγωγής. Για εμάς, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί συνδέεται άμεσα με τον στόχο της αποκέντρωσης του πολιτισμού: να μην είναι η πρόσβαση στην τέχνη προνόμιο των μεγάλων αστικών κέντρων, αλλά κάτι που μπορεί να συμβεί με την ίδια ποιότητα και ένταση και σε έναν τόπο όπως η Σαμοθράκη.
-Σε μια εποχή όπου πολλά φεστιβάλ επενδύουν σε προβεβλημένες παραγωγές και αναγνωρίσιμα ονόματα, εσείς επιμένετε στη δημιουργία εμπειριών που συνδέονται ουσιαστικά με τον τόπο. Πρόκειται για μια συνειδητή στάση απέναντι σε μια εμπορική αντίληψη του πολιτισμού;
Σίγουρα πρόκειται για συνειδητή στάση. Κατά τη γνώμη μου, ο πολιτισμός δεν μπορεί να θεωρείται προϊόν και το να του αποδίδονται εμπορικά χαρακτηριστικά αποτελεί παθογένεια, παρόλο που, φυσικά, ζω καθημερινά ως ηθοποιός αυτή την πραγματικότητα. Όμως στην περίπτωση του Φεστιβάλ που τα ηνία τα έχουν καλλιτέχνες και δεν υπάρχουν περιορισμοί, τα πράγματα τα κάνουμε με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε ιδανικό!
-Η συνεργασία με τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της φετινής διοργάνωσης. Πιστεύετε ότι ένα φεστιβάλ της περιφέρειας μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος παρουσίασης έργου, αλλά και ως πεδίο καλλιτεχνικής ζύμωσης για νέους δημιουργούς;
Η συνεργασία με τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου είναι πράγματι από τις πιο ουσιαστικές φετινές στιγμές για το Φεστιβάλ. Από την αρχή, βασικός στόχος για εμάς ήταν να δώσουμε χώρο σε νέους καλλιτέχνες, σε νέες δημιουργικές φωνές, όχι μόνο να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, αλλά και να τη δοκιμάσουν, να τη διαμορφώσουν μέσα σε πραγματικές συνθήκες και σε διάλογο με άλλους δημιουργούς. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα φεστιβάλ στην περιφέρεια μπορεί να λειτουργήσει ως κάτι πολύ σημαντικότερο από μια σκηνή παρουσίασης. Μπορεί να γίνει ένας χώρος συνάντησης, πειραματισμού και ανταλλαγής. Και η φετινή συνεργασία με τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική και χαίρομαι ιδιαίτερα που φέτος αυτή η συνθήκη παίρνει συγκεκριμένη μορφή!
-Ως ηθοποιός και ως καλλιτεχνική διευθύντρια κινείστε ανάμεσα στη δημιουργία και στην οργάνωση. Πώς συνομιλούν αυτές οι δύο πλευρές μέσα σας;
Η καλλιτεχνική διεύθυνση έχει μία ιδιαιτερότητα: από τη μία έχει μια έντονα οργανωτική πλευρά που ασχολείται με χρηματοδοτήσεις, προϋπολογισμούς, προγράμματα, πρακτικά ζητήματα, και από την άλλη μία έντονα καλλιτεχνική καθώς όλα αυτά στοχεύουν σε έναν άκρως δημιουργικό σκοπό. Δεν θα κρύψω ότι κάποιες φορές το οργανωτικό κομμάτι νιώθω να με καταπίνει. Πίσω του, όμως, σύντομα ξεπροβάλλει το άλλο, που μου θυμίζει γιατί γίνονται όλα αυτά: για να δημιουργηθούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες η τέχνη μπορεί να υπάρξει και να ανθίσει. Έχω καταλάβει ότι, αν θέλουμε ως καλλιτέχνες να διεκδικούμε καλύτερες συνθήκες δουλειάς για εμάς και τους συναδέλφους μας, δεν αρκεί να συμμετέχουμε μόνο στο δημιουργικό μέρος της διαδικασίας. Χρειάζεται να συμμετέχουμε και στη διαμόρφωση των όρων που επιτρέπουν αυτή τη δημιουργία.