Η Τζωρτζίνα Κακουδάκη ασχολείται συστηματικά με το εφηβικό θέαμα, ένα είδος που σπανίζει ακόμα και τώρα στην Ελλάδα. Αυτό το διάστημα σκηνοθετεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, την «Ελένη» του Ευριπίδη, σε μια διαφορετική και ενδιαφέρουσα εκδοχή. Μια εκδοχή πιο κοντά στον κόσμο των εφήβων. Με αφορμή την διασκευή αυτή, μιλά με θέρμη για το εφηβικό και το… ενήλικο θέατρο, ενώ σχολιάζει και την υπερπροσφορά θεαμάτων στην σημερινή εποχή.


– Η «Ελένη» του Ευριπίδη παρουσιάζεται σε μια νεανική εκδοχή, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Πώς επιλέξατε να αναδείξετε το ευριπίδειο κείμενο, από άποψη σκηνοθεσίας και δραματουργικής επεξεργασίας;

H Ελένη του Ευριπίδη είναι ένα έργο μεταπρατικό, σχολιάζει την δομή και το περιεχόμενο της τραγωδίας της εποχής της. Περιλαμβάνει πλήθος από χαρακτηριστικά του αρχαίου δράματος. Την περιπέτεια, την αναγνώριση, την εξαπάτηση, τον θρήνο, την αφήγηση γεγονότων εκτός σκηνής, την τελετουργία, ακόμα και τον από μηχανής θεό. Έτσι, δημιουργεί ένα υβριδικό έργο που αποκαλύπτει τα τεχνάσματα της γραφής και της σκηνικής αφήγησης. Στο επίπεδο του περιεχομένου,  ο Ευριπίδης, – μεγάλος αρνητής του προφανούς ο ίδιος-, επινοεί μια απροκάλυπτη ανατροπή στην πλοκή. Βάζει την Ελένη της Τροίας, πάντα πιστή και τίμια, να μην έχει πάει ποτέ με τον Πάρη στην Τροία αλλά να έχει αντικατασταθεί από ένα νεφέλωμα. Ενώ η ίδια , σε ασφάλεια, να μείνει ικέτιδα στη μακρινή Αίγυπτο.

Αυτή η κριτική στάση στην παραδοσιακή μυθοπλασία, είτε με τη συσσώρευση των τρόπων αφηγήσεων, είτε με την αντίστιξη της βασικής πλοκής, ότι αφού η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία, ο πόλεμος έγινε «για ποιον λόγο ακριβώς;» , δείχνει μια παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα να σχολιάσει το σύστημα της λογοτεχνίας και της αυθεντίας και επίσης θέτει μεγάλα, προσφιλή στην εποχή από τους σοφιστές, ερωτήματα για το τι δεχόμαστε a priori ως αλήθεια και τι χρειάζεται να διερευνήσουμε εκ νέου για την πραγματικότητα. Εκεί οι στόχοι μας συμπίπτουν με τον Ευριπίδη: ο διαρκής επαναπροσδιορισμός των επιλογών, η ριζική απομάκρυνση από τον δογματισμό, η γοητεία της αμφισβήτησης, είναι νομίζω προϋποθέσεις για να συνδιαλλαγείς με τη νεότητα.

– Ποια στοιχεία της ως έργο, καθιστούν την «Ελένη» πρόσφορο «καμβά» για την μεταφορά της στο σανίδι ως παράσταση για εφήβους;

Αυτό που κυρίως μας ενέπνευσε για το πως θα ανεβάσουμε το έργο, ήταν η συνεχής ανατροπή των δεδομένων για τους ήρωες, που οδηγεί σε επανεκκίνηση του αρχικού σχεδίου. Το πώς βρίσκεις, αν βρεις τελικά, την αλήθεια μέσα από τις πλάνες. Οδηγηθήκαμε σιγά σιγά στη σύνδεση με το σήμερα, στη δραματουργική ιδέα της παράστασής μας. Στις σημερινές μας αναφορές, αυτή η συνεχής επανα-διαχείριση της ιστορίας, μέσα από πολλαπλές επιλογές, μοιάζει με τα παιχνίδια ρόλων και αφήγησης, όπως το Dungeons and Dragons. Παίξαμε μερικές φορές το παιχνίδι, μετά το παίξαμε με βάση τις συνεκδοχές που προτείνει η Ελένη του Ευριπίδη για τον Τρωικό πόλεμο, και έτσι συνδυάσαμε την τόσο σαφή επιθυμία του συγγραφέα για συνεχή ανατροπή, με ένα παιχνίδι που είναι για όλους μας δημοφιλές και που έχει στόχο να δημιουργήσει μια σειρά από επιλογές για να πλησιάσεις ένα στόχο, που συνδιαμορφώνεται από τα δεδομένα.

Στις σκηνοθεσίες μου πάντα ψάχνω να βρω μια νέα συνθήκη για να τα «διαβάσουμε» κάτω από ένα πρίσμα που δημιουργεί μια γέφυρα με το σήμερα. Στην Ελένη ήταν τα παιχνίδια ρόλων, πολύ κοντά στην ψυχαγωγία που διαλέγουμε είτε μέσα από ηλεκτρονικά διαδραστικά παιχνίδια είτε ζωντανά με τις παρέες μας, είτε στα διάφορα Escape Rooms , μεγάλη μόδα τα τελευταία χρόνια.

– Η «Ελένη» είναι μέρος μιας τριλογίας με τίτλο «Τριλογία της πραγματικότητας». Θέλετε να μας πείτε περισσότερα για αυτούς τους κύκλους παραστάσεων που έχετε παρουσιάσει κατά καιρούς και γύρω από ποιους θεματικούς άξονες κινούνται;

Τα τελευταία 9 χρόνια, στην ωραία μας συνεργασία με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, και την ομάδα 4frontal μέχρι και πριν τρία χρόνια, πάντα στόχος ήταν να διαχειριστούμε, μέσα από τη δύναμη που δίνει η σκηνή του θεάτρου,  αρχετυπικά ερωτήματα, να θέσουμε τα ζητήματα που ξεκινούν στη νεότητα και απασχολούν τον άνθρωπο για πάντα νομίζω.

Ποιος είμαι, πως λειτουργώ μέσα στο σύνολο, ποιες αρχές μου είναι ακλόνητες, πώς οι επιλογές μου με καθορίζουν, αν έχω δικαίωμα να έχω γνώμη, αν με αγαπάνε, πώς χτίζεται η αποδοχή και η αξιοσύνη, πως προσδιορίζομαι ηθικά , κοινωνικά και πολιτικά κτλ. Εκεί λοιπόν διαπίστωσα ότι τα κλασσικά έργα, με πλοκές ανοιχτού τύπου που περιγράφουν ουτοπικούς κόσμους (στους Όρνιθες η Νεφελοκοκκυγία, ως ιδανική συνθήκη να ορίσουμε την κοινωνία, στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας ο μεγάλος κόσμος, φυσικός όσο και μεταφυσικός, της Τιτάνιας και του Όμπερον, δηλαδή της Μέρας και της Νύχτας, η μυστικιστική Βαλπουργία Νύχτα στον Φάουστ, που επειδή τα ξέρει όλα βιώνει μια ηθική δυστοπία που δεν συνάδει με το περιβάλλον του), προσφέρουν ένα μεγάλο πεδίο σκηνικής ελευθερίας και συνδιαλλαγής.

Αυτή τη σειρά παραστάσεων που ανέφερα την βασίσαμε στην αναζήτηση μιας ουτοπίας. Μετά ακολούθησε η Τριλογία της  πραγματικότητας. Σκεφτήκαμε ότι μας ενδιαφέρει πως κάποιος διαχειρίζεται τη ζωή του σε παρόντα χρόνο, εκτός της μόνιμης επιθυμίας για μια καλύτερη ζωή. Ποια είναι η ηθική του στάση, η έννοια του χρέους και του δικαιώματος, πώς κάποιος γίνεται πολίτης, τι είδους πολίτης, όπως συμβαίνει στην Αντιγόνη. Τι χρειάζεται να ξέρει για να είναι πολίτης, πώς μπορεί να αξιολογήσει τι είναι ωφέλιμο και τι απαραίτητο για να συντονιστεί μέσα στη ζωή, όπως προτείνουν οι αριστοφανικές Νεφέλες, περιγράφοντας μέσα από παραδοξότητες την πιθανότητα χειραφετημένων πολιτών. Και τώρα με την Ελένη, θέλουμε να μιλήσουμε για το πως οι επιλογές μας μάς προσδιορίζουν, πόσο μερικές φορές δεν αντιλαμβανόμαστε τις πρότερες συνθήκες, πως αντιμετωπίζουμε την αλήθεια, την ματαίωση, την αποξένωση, την διεκδίκηση του δικαίου αλλά και το δικαίωμα στην ευτυχία.

Ελένη©DomnikiMitropoulou

– Ποιες είναι οι λεπτές γραμμές που χωρίζουν το εφηβικό από το ευρύτερο παιδικό θέαμα;

Νομίζω ότι η κύρια διαφορά  του εφηβικού θεάτρου τόσο από το παιδικό θέατρο όσο και από το ενήλικο είναι η διαχείριση της αφηγηματικότητας. Κατά τη γνώμη μου ένας άνθρωπος σε διαδικασία σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και ηθικής ενηλικίωσης,  έτσι θα όριζα προσωπικά την εφηβεία, χρειάζεται να ανοίξει τον ορίζοντα της πρόσληψης της πραγματικότητας. Να αισθάνεται ότι μπορεί να θέσει ερωτήματα, να εισπράξει έναν ευθύ και άμεσο διάλογο από τη «σκηνή» , να μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στη διαδικασία, να αντιμετωπίζεται ισότιμα. Εμείς επιλέγουμε τα θέματα που μας ενδιαφέρουν από τα έργα που ανεβάζουμε με στόχο να τα θέσουμε κυρίως, όχι να τα περιγράψουμε, ούτε φυσικά να τα απαντήσουμε. Θέλουμε να οξύνουμε την κρίση και την φαντασία του θεατή μας, να μειώσουμε την φαντασμαγορία του παιδικού ή την εσωστρέφεια του ενήλικου θεάτρου.

Για αυτό και κάνουμε ένα θέατρο χωρίς σκηνικά, φώτα και ό,τι άλλο ενισχύει την θεατρική ψευδαίσθηση, αλλά με έμφαση στη δύναμη της σκηνικής πράξης και την ορμή της σκέψης. Δίνοντας το ξεκάθαρο μήνυμα ότι για τις πράξεις δεν χρειάζονται υλικά βοηθήματα και τεχνικές δυνατότητες αλλά κυρίως χρειάζεται η δική μας δημιουργικότητα, η δύναμη του σώματος και του μυαλού μας και κυρίως η βαθιά ανάγκη της επικοινωνίας.  Φεύγοντας το κοινό από την παράσταση, ή οι ηθοποιοί μας από τα σχολεία που επισκέπτονται, θα θέλαμε ένας νέος θεατής να σκεφτεί ό,τι και ο ίδιος μπορεί να πει μια ιστορία, να θέσει ένα ερώτημα, να σταθεί απέναντι στους άλλους με τις δυνάμεις του. Το θέατρο να είναι αφορμή για μια προσωπική σκέψη, όχι ένα παρηγορητικό ή διδακτικό μέσο διασκέδασης.

– Ο τρόπος που εργάζεστε πάνω σε εφηβικές παραστάσεις, επηρεάζει το πώς βλέπετε σαν επαγγελματίας, αλλά και θεατής, τα έργα «ενηλίκων»;

Πριν ασχοληθώ με το εφηβικό θέατρο, ήδη 12 χρόνια πια, πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου, όταν έβλεπα παραστάσεις ενήλικου θεάτρου, -δεν υπήρχαν ακόμα ορισμένες ως εφηβικό θέατρο παραστάσεις στην αγορά-, μαζί στο θέατρο με τάξεις σχολείων, να σκέφτομαι «ποιος το διάλεξε τώρα αυτό;», «τι αφορά έναν άνθρωπο 15 χρονών να βλέπει τέτοια ανόητα πράγματα», «τι θα καταλάβει τώρα ο θεατής από αυτήν την ελιτίστικη επίδειξη αισθητικής» κτλ, ανάλογα με το είδος του θεάματος, καταλαβαίνετε…

Επίσης μπορεί να έλεγα «τι τυχερά παιδιά είναι αυτά, τι καλό δάσκαλο έχουν που επέλεξε μια τόσο ωραία παράσταση, γιατί δεν έρχονται όλα τα σχολεία εδώ;». Επειδή πολύ συχνά έκανα τέτοια σχόλια μέσα μου, αποφάσισα ότι καλύτερα να το κάνω εγώ αυτό που λέω αντί να σχολιάζω τι κάνουν οι άλλοι. Δηλαδή να συμβάλω στην θεατρική εκπαίδευση των καθηγητών, -σε αυτό συνέβαλε η ενεργητική μου συμμετοχή όλα αυτά τα χρόνια σε σεμινάρια για εκπαιδευτικούς κυρίως με το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση. Αλλά και να δημιουργήσω μια συνθήκη που νέοι καλλιτέχνες/ηθοποιοί θα μπορέσουν επί σκηνής να επικοινωνήσουν με τους νέους θεατές. Με έργα που χτυπάνε σε έναν εφηβικό παλμό, με ταχύτητα, ευελιξία και υψηλή ενέργεια. Με ηθοποιούς που δεν «φοράνε τιράντες» στη σκηνή για να κάνουν τους μικρούληδες, αλλά παίζοντας μέσα από ηλικία τους και τον εαυτό τους, συν διαμορφώνοντας πάντα από κοινού τα έργα. Αλλά και παράλληλα  δημιουργούμε ένα μεγάλο και οργανωμένο θεατροπαιδαγωγικό πρόγραμμα που εξελίσσεται πριν, αμέσως μετά κι μετά την παράσταση.

Αυτή η συνειδητή απόφαση, να αφιερωθώ σε ένα θέατρο με κοινωνικό στόχο, με μια βαθιά πίστη στα θεμελιώδη ερωτήματα και με έμφαση στα κείμενα που γράφτηκαν στην κλασσική εποχή της δημοκρατίας, με έκανε να δω το θέατρο αλλιώς, να μην εντυπωσιάζομαι από την αντιγραφή, να μην ακολουθώ την μόδα της εγκύρωσης.

– Κάθε χρόνο αυξάνονται οι νεανικές και παιδικές παραστάσεις στην Ελλάδα. Πώς θα χαρακτηρίζατε το επίπεδό τους, σε σχέση πάντα και με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές;

Το επίπεδο είναι ανάλογο με το ήθος, τη θέση, την ικανότητα των συντελεστών. Υπάρχουν πλήθος προθέσεων και πλήθος ειδών θεατών. Νομίζω ότι το κλειδί, για την βελτίωση του όποιου επιπέδου είναι η συνεχής χειραφέτηση των ενηλίκων που διαλέγουν σε ποια θεάματα θα πάνε οι ανήλικοι. Είτε αυτοί είναι γονείς, είτε δάσκαλοι, είτε οι παραγωγοί ή θιασάρχες που οργανώνουν θεάματα, θα ήταν μεγάλος παράγοντας ανανέωσης να μην χειραγωγούν ή υποτιμούν, από την θέση εξουσίας ή της θεσμικής τους άγνοιας, τους νεότερους αλλά να τους αντιμετωπίσουν ως όντα έλλογα, με αντίληψη και τη δυνατότητα να αποκτήσουν αισθητική.

– Μέσα από την πολύχρονη εμπειρία σας και εργασία κοντά στους νέους, ποιες θα λέγατε ότι είναι οι κύριες ανησυχίες τους και πώς μπορεί το θέατρο να καθρεφτίσει, αλλά και να φωτίσει τον κόσμο τους;

Η κύρια ανησυχία των νέων, -ανάμεσα σε άλλες προφανώς που αφορούν τα ειδικά χαρακτηριστικά ενός σώματος που μεγαλώνει- , είναι ότι δεν έχει σημασία η γνώμη τους. Αισθάνονται μοναξιά, ότι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο εχθρικό. Γύρω τους βομβαρδίζονται συνέχεια από διδακτισμό, από μια διαρκή καταστροφολογία ότι όλα είναι χάλια, δεν θα καταφέρουν τίποτα τελικά και θα είναι άνεργοι ή εργασιακά απαξιωμένοι ή θα πρέπει να φύγουν τρέχοντας και να γίνουν μετανάστες (μελοδραματικές υπερβολές), ότι θα παρασυρθούν σε ανομίες, ότι θα καταστρέφουν από τις παρέες τους, ότι το ίντερνετ θα τους τηγανίσει τον εγκέφαλο και κάποιος από κει μέσα θα τους βλάψει. Σοβαρά ζητήματα όλα αυτά αλλά οδηγούν σε μια «κηρυγματική» επικοινωνία για το τι θα πρέπει να κάνουν οι νέοι και τι όχι.

Τώρα όλο αυτό, σε μια κοινωνία βαθιάς ανθρωπιστικής και οικονομικής κρίσης, που οι ενήλικοι κάθε άλλο παρά παραδείγματα προς μίμηση είναι, και τίποτα από αυτά που λένε στους άλλους δεν τηρούν οι ίδιοι έτσι και αλλιώς. Καταλαβαίνετε τι κραδασμό δημιουργεί σε κάποιον που μεγαλώνει. Αλλά αυτό το αρχετυπικό δικαίωμα, να έχεις γνώμη , να μπορείς να έχεις την εκπαίδευση που θέλεις και όχι μόνο αυτή που χρειάζεσαι, να βρεις την αλήθεια μέσα από τις πλάνες (όλα αυτά είναι υπότιτλοι των παραστάσεών μας), είναι μια ουσιώδης ενθάρρυνση προς την αξία της ζωής.

– Πώς κρίνετε ως θεατρολόγος και δημιουργός την υπερπροσφορά θεαμάτων που παρουσιάζεται στην Αθήνα; Πού πιστεύετε ότι μπορεί να οδηγήσει όλο αυτό;

Υπάρχει μεγάλη προσφορά και φαντάζομαι και ζήτηση. Η ποιότητα των θεαμάτων ποικίλει, τα κριτήρια της επαγγελματικής ή μη παράστασης είναι δυσανάλογα του αποτελέσματος δυστυχώς. Δηλαδή οργανωμένες επαγγελματικές παραγωγές μπορεί να ωχριούν μπροστά σε παραγωγές μικρών ομάδων που κανείς δεν πληρώνεται. Νομίζω ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι όταν υπάρχουν κριτήρια παραγωγής θα δεις και κάτι καλό.  Πιο πλούσιο μπορεί, αλλά κατά τα άλλα το πεδίο είναι ανοιχτό. Φυσικά όπου υπάρχουν χρήματα υπάρχει προώθηση. Αυτό είναι μεγάλη διαφορά.

Άρα το σχόλιο που θέλω να κάνω εδώ είναι ότι ο θεατής, έχει μια μεγάλη ποικιλία επιλογών. Άλλες κάπως άγνωστες, άλλες που σε βομβαρδίζουν στις στάσεις του μετρό. Οπότε ο θεατής πρέπει να ενημερώνεται, να μην αρκείται στο προφανές, να διαλέγει ποιους φίλους του να εμπιστευτεί πριν πάει στο θέατρο. Η τόσο μεγάλη προσφορά είναι κάτι καλό νομίζω, γιατί αντιστέκεται στο δογματισμό του ποιος δικαιούται να κάνει τέχνη και ποιος προχωράει μέσα σε ένα σύστημα και ποιος όχι. Πολλοί καλοί προχωράνε από παντού.

–  Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτόν τον καιρό; Υπάρχουν ανακοινώσιμα σχέδια για τη συνέχεια;

Πάντα κάτι ετοιμάζεται. Αλλά καλύτερα να τα πούμε αυτά, όταν θα είναι έτοιμα.


Διαβάστε επίσης:

Ελένη, του Ευριπίδη για εφήβους στο Θέατρο του Νέου Κόσμου