Το 2ο φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις συνεχίζεται στο Beton7 με αμείωτο το ενδιαφέρον! Σειρά επί σκηνής έχει η παράσταση Οι αλλαγές των εποχών από την ομάδα Νοσταλγία, για την οποία μας μιλάει η ηθοποιός και σκηνοθέτις Τώνια Ράλλη.

CultureNow: Συμμετέχετε στο φεστιβάλ που πραγματοποιεί το Beton7, με τίτλο Θεατρικές Συνθέσεις, με βάση τα έργα του Σαίξπηρ. Επιλέξατε να αναμείξετε τέσσερα έργα του Σαίξπηρ και να τα παρουσιάσετε σε μία παράσταση. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτή σας την επιλογή και τη δημιουργία της παράστασης.

Τώνια Ράλλη: Η ανακοίνωση αιτήσεων για το φετινό φεστιβάλ του Beton7 μου κίνησε απ’ ευθείας το ενδιαφέρον, λόγω συγγραφέα. Από τα πρώτα χρόνια που ασχολήθηκα με το θέατρο, ο Σαίξπηρ μου άνοιξε τα μάτια σε πολλά πράγματα – κυρίως με έφερε αντιμέτωπη με το πώς να διαβάζω πραγματικά ένα θεατρικό έργο – πώς να βλέπω μέσα από το λόγο ή την ποίηση και να κατανοώ βαθιά τι μπορεί να συμβεί στη σκηνή. Αν και η ομάδα μας, η Νοσταλγία, έκλεισε 13 χρόνια ζωής φέτος τον Απρίλιο, ποτέ δεν πήρα την απόφαση να προτείνω ένα σαιξπηρικό έργο μέχρι σήμερα.

Το κάλεσμα του Beton7 το είδα, λοιπόν, σαν ευκαιρία για έρευνα, για πειραματισμό, για να δημιουργήσουμε μια σύνθεση που θα προέκυπτε από τον ίδιο τον συγγραφέα και κάποιες πτυχές του που μας ενδιαφέρουν. Ο Σαίξπηρ μίλησε πάνω απ’ όλα για τον άνθρωπο, για τα πάθη του, για τα συναισθήματά του, για τη θέση του στη φύση και την κοινωνία, μ’ ένα τρόπο που συγκινεί και μοιάζει αληθινός ακόμα και σήμερα. Τα τέσσερα έργα που διάλεξα είναι έργα με αρκετές διαφορές μεταξύ τους, αλλά και με κοινές θεματικές όπως ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ενηλικίωση, ο πόθος. Όλα τους με είχαν αγγίξει σε κάποια στιγμή της πορείας μου και τα επέλεξα σε μεγάλο βαθμό και από ένστικτο. Δουλεύοντας πάνω τους με μια ερευνητική ομάδα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προέκυψε η τελική σύνθεση για το Beton – ένας παραλληλισμός των τεσσάρων αυτών έργων με τις εποχές του χρόνου. Το κάθε έργο έφτασε να δραματοποιηθεί και να παρουσιαστεί σαν ένα στάδιο των κύκλων που κάνει μια ανθρώπινη σχέση. Τα τέσσερα ζευγάρια που εμφανίζονται είναι στην ουσία τέσσερις εκφάνσεις του ίδιου ζευγαριού, το καθένα δίνοντας τις ιδιαιτερότητές του στον «ζωντανό πίνακα» που δημιουργείται επί σκηνής.

C. N.: Πόσο εύκολο ήταν να δημιουργήσετε ένα έργο ειδικά για το φεστιβάλ και πόσο μάλλον με τον περιορισμό της επιλογής από όλο το έργο του Σαίξπηρ;

Τ. Ρ.: Το να γνωρίζεις τα όρια μέσα στα οποία μπορείς να κινηθείς σου επιτρέπει πολύ μεγαλύτερες ελευθερίες στη συνέχεια της πορείας σου. Ελευθερία επιλογών, ακόμα και ελευθερία ως προς το να κρίνεις και να «σπάσεις» τους κανόνες. Το κάλεσμα για αιτήσεις μου έδωσε μόνο ώθηση ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν ένιωσα ότι ήμασταν περιορισμένοι, αντίθετα είχα μια αίσθηση συλλογικότητας και ένα έντονο ενδιαφέρον για τον διάλογο που θα δημιουργούσαμε όλοι οι μετέχοντες.

C. N.: Πόσο κοντά σας ήταν αρχικά το έργο του Σαίξπηρ και πόσο σας άλλαξε το αποτέλεσμα του έργου σε σχέση με αυτό (με το έργο του;)

Τ. Ρ.: Με τον συγγραφέα είχα καταπιαστεί από νωρίς στην εκπαίδευσή μου, με διάφορους τρόπους. Σπούδασα στην Αμερική όπου, δυστυχώς, είχαμε μεγάλες ελλείψεις στα αρχαία κείμενα – αλλά πολλή επαφή με τον Σαίξπηρ, σε μαθήματα υποκριτικής, σε μαθήματα σκηνοθεσίας, σε σεμινάρια με τη LAMDA, στην πτυχιακή μου. Μέχρι και φώτα-ήχο είχα τρέξει κάποτε για μια τρίωρη παράσταση του «Ρωμαίος & Ιουλιέτα»! Νομίζω πως πιο πολύ με άλλαξε η αποχή από τον συγγραφέα όλα αυτά τα χρόνια – είχα μεγάλη θέληση να τον ξαναπιάσω. Η παράσταση στο Beton μάλλον μου έδωσε πολύ κουράγιο και μια αίσθηση ευθύνης – και ως προς τον Σαίξπηρ αλλά και ως προς τα κλασσικά κείμενα γενικότερα. Νομίζω πως μου έχει δημιουργήσει μια αγωνία να ζωντανέψω τέτοια κείμενα, να κάνω ό,τι μπορώ ώστε να ακουστούν και να βιωθούν πραγματικά, τόσο από καλλιτέχνες όσο και από το κοινό. Έχω παθιαστεί πραγματικά με την αναγκαιότητα μιας θαρραλέας προσέγγισης των έργων του Σαίξπηρ, στενοχωριέμαι πολύ όταν βλέπω ηθοποιούς ή ανθρώπους του θεάτρου να τον αντιμετωπίζουν με «σεβασμό» και «φαίνεσθαι». Ο Σαίξπηρ είναι ένα τεράστιο δώρο, ένας πλούτος ευκαιριών για συγκλονιστικές στιγμές – αυτό το έβλεπα κάθε λεπτό όσο κάναμε πρόβες αυτήν την περίοδο.

C. N.: Το φεστιβάλ Θεατρικές Συνθέσεις έχει παρουσιάσει ήδη αρκετές παραστάσεις, δίνοντας την ευκαιρία σε αρκετούς νέους ανθρώπους να δείξουν τη δουλειά τους πάνω σε κάτι συγκεκριμένο. Για εσάς τι σημαίνει η συμμετοχή σας στο φεστιβάλ, αλλά και συνολικά ποιο είναι το αποτέλεσμα τόσο για τους καλλιτέχνες όσο και για το κοινό.

Τ. Ρ.: Νομίζω πως τέτοιες κινήσεις είναι απαραίτητες στους καιρούς που διανύουμε – ευκαιρίες, δηλαδή, για διάλογο, για δικτύωση, για δημιουργία. Η συνεργασία με το Beton7 ήταν υποδειγματική, όλα ήταν ξεκάθαρα από την αρχή και, τουλάχιστον για εμάς, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ ομαλά. Αν και είμαστε τόσα χρόνια ομάδα – και μόλις πριν δύο χρόνια αποκτήσαμε και το δικό μας στέκι – ποτέ δεν επαναπαυθήκαμε μέσα σε τέσσερις τοίχους. Θεωρώ απαραίτητο για οποιονδήποτε καλλιτέχνη, πόσο μάλλον έναν σκηνοθέτη, να αλλάζει χώρους, συνεργάτες, να δοκιμάζεται, να μαζεύει εμπειρίες. Ευτυχώς μετά από 11 χρόνια περιπλάνησης με τη Νοσταλγία είχα πολλές ευκαιρίες να το κάνω αυτό – και δεν το αλλάζω με τίποτα.

C. N.: Μέσα από το φεστιβάλ γεννιέται η ευκαιρία να υπάρχει μία συνέχεια ή εξέλιξη του έργου σας;

Τ. Ρ.: Σίγουρα. Σίγουρα «Οι αλλαγές των εποχών» είναι αφορμή για ένα ξεκίνημα μιας μεγάλης εξερεύνησης, σύμφωνα και με όσα ανέφερα προηγουμένως. Αυτό που δεν περίμενα και που πραγματικά μου έχει γεννηθεί σαν ιδέα είναι η περαιτέρω ανάπτυξη του υπάρχοντος έργου. Είχε πολλές δυσκολίες στη δημιουργία του αλλά νιώθω ότι το απολαμβάνουμε πραγματικά και ότι τώρα, που το μοιραζόμαστε με ένα κοινό, έχει αρχίσει να φαίνεται η αξία του και η επίδρασή του. Μόνο μέσω της συναναστροφής με το κοινό μπορούμε κι εμείς να μάθουμε τι πραγματικά φτιάξαμε.