«Μα τί παιχνίδι μπορούσε να παίξει μία γυναίκα ξετυλιγμένη… »

«Σ’ αυτό που ρωτούν δακρυσμένες οι φράουλες, θα απαντήσουν μια μέρα τα ρόδια με γέλια. Χειμωνιάτικα αινίγματα, για καρύδια, για κάστανα, θα τα λύσει μια άνοιξη απλά, με λουλούδια. Θα μιλήσει μια μέρα ο Νοέμβρης στο Μάρτιο, θ’ απαντήσει ο Δεκέμβρης στο Μάη. Μα εγώ δεν θα βρίσκομαι κει για ν’ ακούω. Με τις φράουλες μιας άνοιξης περασμένης θα έχω περάσει, με τα μυστήρια καρύδια, τ’ ανεξιχνίαστα κάστανα». – Νίκη Ρεβέκκα Παπαγεωργίου

Τούτα τα κομμάτια είναι διαποτισμένα από την εκμηδένιση ενός κόσμου που δύει, μιας ζωής που ναυαγεί σ’ ένα βυθό πραγμάτων και πράξεων, που φωτίζονται από την αναπόληση. Υπάρχει κάτι ελάχιστο κι απροσδιόριστο, ο μαραμένος σπόρος μιας ευτυχίας περασμένων καλοκαιριών. Η ζωή, εδώ, δεν περιβάλλεται από ιδέες, περνάει, πολύ διακριτικά, ανάμεσα στο φως και στη σκιά, είναι πιο αμίλητη και πιο ελαφριά κι από ένα φύσημα ανέμου, που αναταράζει την επιφάνεια μιας κουρτίνας. […]

Αλλ’ αυτό που αξίζει περισσότερο κι από τις λέξεις, περισσότερο κι από τις φωτοσκιάσεις των σημασιών, είναι ίσως η διάρθρωση του λόγου, η στίξη, η σύνταξη, ο τρόπος που σβήνει το κείμενο, πέφτοντας απότομα, αλλά δίχως ήχο ή βάρος, σ’ ένα απροσδιόριστο βάθος, χωρίς να κλείνει, χωρίς να τελειώνει : «Ζουν ακόμα ο πατέρας και η μάνα μου. Μα πού να ’ναι ο μπαμπάς και η μαμά; Σε μια δασωμένη εποχή κατοικούν τα κορίτσια που υπήρξα, σε μια περασμένη εξοχή, σε μια πατρίδα στο χρόνο που δεν μπορώ να επιστρέψω. Ένας καιρός ανάποδος με τραβάει στ’ ανοιχτά. Κι απομακρύνονται παραλίες και κήποι. Γερνώ, ξενιτεύομαι». – Ευγένιο Αρανίτσης, «Οι ιστορίες του λιναριού», Ελευθεροτυπία, 17.7.1986

Αμάγαλμα πεζογραφήματος, ποίησης και παραμυθιού, οι μικρές αυτές νησίδες λόγου κλείνουνε μέσα τους μια αδυσώπητη μοναξιά, μια απέραντη θλίψη, που διαχέεται σε μικρούς κυματισμούς, διακριτικά, σχεδόν αθόρυβα, γι’ αυτό και πειστικά, και μόνο την τελευταία στιγμή, στην τελευταία σελίδα ακούγεται μια και μοναδική κραυγή, που η σκληρότητά της δένει έναν κόμπο στο λαιμό: « Ω άνδρες Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Ψυχίατροι και άλλοι ! Με σακατέψατε ».– Τάκης Μενδράκος, «Πικρές νησίδες λυρισμού», 1994

Ο παραπειστικός υπότιτλος Πεζά μόλις που καλύπτει την αληθινή φύση των γραπτών της: λυρικές πρόζες. Στην πραγματικότητα, μυθολογήματα που συνέχει με τη συνέπειά της η όλη ατμοσφαιρική ενότητα: υπαρξιακή αυτοανάλυση, έλεγχος της μοναχικότητας, αναπολήσεις, ανάπλαση των περασμένων καιρών. […] Η ψυχή της ποιήτριας ζει έντονες ταραχές· ο πόνος είναι κατάδηλος παντού· και, φυσικά, το μίγμα αλληγορίας και «μαύρου αστεϊσμού» κάνει απλά πιο ανάγλυφα τα «πάθη», που δεν είναι «του λιναριού». – Δημήτρης Αρμάος, «Βιβλιοδείκτες », Η Πρώτη, 26.9.1986

Στις εκδόσεις Άγρα κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο-λεύκωμα της ποιήτριας με τίτλο «Οι δύο αδελφές – Φωτορομάντσο».