Από παιδί ο Τόνιο Κραίγκερ ξέρει ότι είναι διαφορετικός. Ξέρει πως, όσο και να το θέλει, δεν ανήκει στον νοικοκυρεμένο και ευπρεπή κόσμο του αξιοσέβαστου πατέρα του, ούτε στον χαρούμενο και φωτεινό κόσμο των συμμαθητών του που αγαπούν τις χοροεσπερίδες και τα εικονογραφημένα βιβλία με τα άλογα. Μεγαλώνοντας, θα υπακούσει στο σκοτεινό κάλεσμα της τέχνης και της απομόνωσης που αυτή απαιτεί. Ωστόσο, η μελαγχολική λαχτάρα του για την απλή, τίμια κι αβασάνιστη ζωή του αστού θα συνεχίσει να καίει μέσα του. Και κάπου εκεί, στο χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, θα γεννηθεί η δημιουργία.

Θαυμάζω τους περήφανους και τους ψυχρούς, αυτούς που τολμούν να πλανηθούν στα μονοπάτια της μεγάλης, της δαιμονικής ομορφιάς, περιφρονώντας τον «άνθρωπο», αλλά δεν τους ζηλεύω. Γιατί αν υπάρχει κάτι ικανό να μεταμορφώσει έναν λόγιο σε ποιητή, είναι ακριβώς αυτή η τόσο αστική αγάπη μου για καθετί ανθρώπινο, ζωντανό και συνηθισμένο. Η ζεστασιά, η καλοσύνη, το χιούμορ απ’ αυτήν την αγάπη πηγάζουν, και μου φαίνεται μάλιστα πως ίσως αυτή είναι η αγάπη που, κατά τας Γραφάς, ακόμα κι αν μιλάς όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, χωρίς αυτήν δεν είσαι παρά χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.

-Εισαγωγή: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
-Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής
-Διόρθωση: Μαριλένα Καραμολέγκου

Τόμας Μαν – Πληροφορίες για τον συγγραφέα

O Τόμας Μαν (Thomas Mann, 1875–1955) γεννήθηκε στο Λύμπεκ της Γερμανίας, σε εξέχουσα οικογένεια της χανσεατικής εμπορικής αριστοκρατίας. Ο αδελφός του, Χάινριχ Μαν, ήταν διακεκριμένος συγγραφέας· το ίδιο και τρία από τα έξι παιδιά του, η Έρικα, ο Κλάους και ο Γκόλο Μαν. Ο Μαν κέρδισε την αναγνώριση ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα, τους Μπούντενμπροκ (1901). Με την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία και κατόπιν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επέστρεψε στην Ελβετία το 1952. Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, θεατρικά, δοκίμια και πολιτικά κείμενα. Το 1929 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.