«Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι» έγραφε ο καυστικός και φλεγματικός Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ επιχειρώντας να καυτηριάσει όλα όσα του συνέβαιναν. Είχε αποδεχτεί ανοιχτά την «αδυναμία» του και λειτουργούσε χωρίς να απαρνείται την ομοφυλοφιλία του, την οποία όμως και δεν αποκάλυπτε, δημόσια φοβούμενος την ίδια του τη ζωή και το μίσος των ανθρώπων. Στους στοχασμούς του, ο παρεξηγημένος Ιρλανδός πρίγκιπας ξετυλίγει το κουβάρι των σκέψεών του, είναι αυτές που περιγράφει ουσιαστικά αλλά απροκάλυπτα στα γνωστά σε όλους μας βιβλία, όπως το μυθιστόρημα Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι ή στο πασίγνωστο παραμύθι Το Αηδόνι και το τριαντάφυλλο. Ο Ουάιλντ σε όλη τη διάρκεια της πολύπαθης ζωής του προσπάθησε να διατηρήσει το δικαίωμά του να είναι διαφορετικός, να σκέφτεται ελεύθερα και να πράττει ανεξάρτητα από τις κοινωνικές επιταγές. Κάτι βέβαια που του κόστισε και που τελικά το πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή.

Ένας αριστοτέχνης του λόγου και της εικόνας με το δολοφονικό ένστικτο

Το μικρό αυτό δοκίμιο που αφορά στον ζωγράφο, συγγραφέα μα και δολοφόνο Γουέινραιτ είναι μια προσπάθεια του Ουάιλντ να παρουσιάσει μια δηλητηριώδη μα και εκκεντρική προσωπικότητα που σε πολλά έμοιαζε με τον ίδιο. Είναι η εκκεντρικότητα αυτή της φυσιογνωμίας του προσώπου που παρουσιάζεται εδώ, είναι η ακατάσχετη δόση σαρκασμού, είναι το σκωπτικό και σατιρικό του Γουέινραιτ αλλά και η συνεχόμενη δημιουργική έκσταση που καταστούν τους δυο τους ένα δίδυμο της πένας, το πενάκι και το δηλητήριο ανήκει αποκλειστικά στον Γουέινραιτ. Η Ευαγγελία Κουλιζάκη, η οποία ανέλαβε τόσο εμπνευσμένα για ακόμα μια φορά την μετάφραση, γράφει στην εξαιρετικά διαφωτιστική εισαγωγή του βιβλίου τα εξής πολύ ενδιαφέροντα: «…γνωρίζοντας, στο μέτρο του εφικτού, την προσωπικότητα του Ουάιλντ, μοιάζει σχεδόν απίθανο να μην ήταν ο ίδιος εξαιρετικά ευένδοτος στη γοητεία μιας ιδιοσυγκρασίας φαινομενικά τουλάχιστον τόσο όμοιας και ικανής να αναμετρηθεί με τη δική του». Ο Ουάιλντ κατά μία έννοια σαγηνεύεται από αυτόν τον δανδή της εποχής του και καθώς και ο ίδιος διακατέχεται από ένα συνεχές κυνηγητό των διαφόρων αντιδραστικών σε καθετί ευφυές και ιδιαίτερο σπεύδει σχεδόν να υπερασπιστεί τον παρουσιαζόμενο.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ εξυμνεί την βιβλιοφιλική διάθεση του Γουέινραιτ, την διαφορετικότητα, την αγάπη για την τέχνη, το γεγονός πως δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτό που ονομάζουμε πνευματικότητα και καλλιτεχνική δημιουργία, τον παρομοιάζει με προσωπικότητες των προηγούμενων αιώνων, με μια βαθιά ποιητικότητα και αυθεντικότητα καλλιτέχνη να τον διακρίνει. Ο Ουάιλντ σχεδόν ταυτίζεται μαζί του και τον εξυμνεί, ωστόσο δεν μένει εκεί και αναφέρεται στο σκοτεινό του πρόσωπο, εκείνο που τον οδήγησε να δηλητηριάσει ανθρώπους και να καταστεί μια δολοφονική μηχανή, στοιχείο που αμαύρωσε δυστυχώς όλα όσα έπραξε στον χώρο των τεχνών και των γραμμάτων. Μήπως όμως από τις πιο συγκλονιστικές ιδιοφυίες δεν αναδύονται και σκοτεινές πλευρές, μια αναγκαία συνθήκη ενδεχομένως που δρα ως αντίβαρο στις εξέχουσες δράσεις τους; Κάθε πρόσωπο ιδιοφυές δύναται να παρουσιάζει δύο πλευρές σαν να ήταν νόμισμα, σχεδόν θέσφατο αυτό. «Μπορεί να τον φανταστεί κανείς ξαπλωμένο εκεί, ανάμεσα στα βιβλία, τα εκμαγεία και τις γκραβούρες του, έναν πραγματικό βιρτουόζο, έναν λεπταίσθητο γνώστη, να μελετά την εκλεκτή συλλογή νομισμάτων του με το προφίλ του Μάρκου Αντώνιου, να εντρυφεί στον Τέρνερ και το Liber Studiorum του, του οποίου ήταν ένθερμος θαυμαστής, ή να εξετάζει με μεγεθυντικό φακό μερικά απ’ τα σπάνια πετράδια ή τα καμέο του…».

Εν τω μεταξύ, μην ξεχνάμε πως ο Όσκαρ Ουάιλντ, αυτή η φυσιογνωμία με την ασθενική φύση και την ακόμα πιο εύθραυστη προσωπικότητα, αποτέλεσε, όπως και ο Βαν Γκογκ, ένα πρόσωπο βασανισμένο, μια ταλαιπωρημένη ψυχή που παραδόθηκε λόγω της ευθραυστότητάς της βορά στα νύχια των σύγχρονών του που διψούσαν για αίμα και εκδίκηση, όπως η Σαλώμη. Και αυτό γιατί υπήρξε πρωτοπόρος στο ύφος, μεγαλόπνοος και γενναιόδωρος στα αισθήματα, χτίστης ενός ολόκληρου κόσμου αισθητικής αναβάθμισης του καιρού του, κάτι που κανείς δεν κατανόησε και ίσως δεν κατανοεί ακόμα και σήμερα. Είχε καταστεί δυστυχώς ο ιδανικός σάκος του μποξ για να ξεβράζεται και να ξεχύνεται πάνω του ο οχετός της απαξίωσης ανθρώπων που ήταν στην πραγματικότητα μισάνθρωποι και καθόλου ανεκτικοί στο διαφορετικό. Δεν μπορείς να αγαπήσεις τους άλλους αν δεν αγαπήσεις πρώτα τον ίδιο σου τον εαυτό. Αν ζούσε ο Χριστός θα ήταν οι ίδιοι που θα φώναζαν ανοιχτά για την καταδίκη του σε θάνατο επειδή ήταν αυτός που ήταν και όχι αυτός που εκείνοι θα ήθελαν να είναι.

Στην εισαγωγή του βιβλίου η Ευαγγελία Κουλιζάκη μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις της στα πλαίσια της παρουσίασης της προσωπικότητας του Γουέινραιτ. Είναι σαφές από τα όσα γράφει ο Ουάιλντ πως υπήρξε αδιαμφισβήτητα ένα ηγεμονικό στέλεχος της γοτθικής πλευράς της λογοτεχνίας  αλλά και της ίδιας της ζωής μαζί με τα συμπαρομαρτούντα που δεν είναι άλλα από τις σκοτεινές εκφάνσεις του πειραγμένου μυαλού του και τις υπόγειες δολοφονικές δραστηριότητες που τον καθήλωσαν ουσιαστικά και τον στιγμάτισαν. Θα είχε διαπρέψει ακόμα περισσότερο στο ευρύτερο στερέωμα δίχως αυτές τις καταδικαστικές ενέργειες που τον κατέστησαν επικίνδυνο και εγκληματία; Θαρρώ πως ναι. Η ίδια η μεταφράστρια γράφει σχετικά: «Τον αναδεικνύει επομένως σε μαύρο άγγελο της γοτθικής μυθιστορίας – εξεγερμένο ρομαντικό, μελαγχολικό δήμιο και περιούσιο θύμα μιας οριστικής απομάγευσης του κόσμου –, στις αισθητικές εκβολές και καταβολές του οποίου συναντιούνται ο beau ténébreux του Amadis de Gaulle, ο λόρδος πιερότος του Λαφόργκ και ο δολοφονικός δανδής του Μπωντλαίρ ή του Ωρεβιγύ…». Αυτό το δυικό που τον διακρίνει, αυτό το αμφιλεγόμενο και το σχεδόν διπολικό είναι ενδεχομένως και η πεμπτουσία των λόγων που οδήγησαν τον Ουάιλντ να του αφιερώσει λόγια και σελίδες, έχοντας σαφώς σαγηνευτεί από ένα μυαλό που στροβιλίζεται σε απύθμενες ταχύτητες δημιουργίας, οι οποίες πολλές φορές ωστόσο εκτροχιάζονται σε περίεργες ατραπούς.

«…σε γενικές γραμμές το γούστο του είναι εκλεπτυσμένο και έγκυρο. Θαύμαζε τον Τέρνερ και τον Κόνσταμπλ σε μια περίοδο κατά την οποία δεν έχαιραν της εκτίμησης που χαίρουν τώρα και κατανοούσε ότι η κορυφαία τοπιογραφία ως τέχνη απαιτεί σαφώς περισσότερα από απλή εργατικότητα και ακριβή μεταγραφή»

Διαβάστε επίσης:

Όσκαρ Ουάιλντ – «Πένα, Πενάκι, Δηλητήριο: Σπουδή στο πράσινο»: Νέο βιβλίο από τις εκδόσεις Στερέωμα