Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να επιλέξει κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο. Είναι πάρα πολλά τα κίνητρα που μπορεί να τον οδηγήσουν σε αυτό.

Της Γιώτας Παπαδημακοπούλου

Άλλες φορές, είναι ένα γοητευτικό εξώφυλλο, κάποιες άλλες, μια ενδιαφέρουσα πλοκή. Από την άλλη μπορεί να επηρεαστούμε από τους διθυράμβους του Τύπου ή και από τα σχόλια φίλων και γνωστών μας που μας παροτρύνουν να ακολουθήσουμε την πρότασή τους.

Στην περίπτωση του «Το Τέρας Έρχεται», θα έλεγα πως η απόφαση για να το διαβάσω, εγώ προσωπικά, ήταν ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω. Ένα εξώφυλλο που σε γοητεύει και σε παρασύρει να το πάρεις στα χέρια σου, μικρές πληροφορίες γύρω από το θέμα τις ιστορίας που στέλνουν στο σώμα σου μικρά κύματα ανατριχίλας και δεκάδες επί δεκάδων βραβεία και θετικά σχόλια, απ’ όσους το έχουν διαβάσει. Πώς να αντισταθείς; Απλά, δεν γίνεται…

Ο Κόνορ είναι ένα 13χρονο αγόρι που στα πρώτα στάδια της εφηβείας του, πέραν από τις αλλαγές που φέρνει στη ζωή σου ένα μεταβατικό στάδιο όπως αυτό, πρέπει να αντιμετωπίσει μια τραγική καθημερινότητα που σε κανένα παιδί δεν αξίζει να βιώσει. Η μητέρα του πάσχει από καρκίνο και όπως όλα δείχνουν, η κατάστασή της είναι πιο σοβαρή απ’ όσο θέλουν τόσο εκείνη, όσο και ο Κόνορ να πιστέψουν. Παρ’ όλα ταύτα, ελπίζουν και συνεχίζουν να παλεύουν, με την μητέρα του Κόνορ να περνάει το ένα στάδιο χημειοθεραπείας μετά το άλλο και εκείνον, να έχει απομονωθεί από κάθε εξωγενή στη ζωή του παράγοντα, με όλη του την προσοχή στραμμένη στην φροντίδα της μητέρας του που δεν φαίνεται να βελτιώνεται η κατάστασή της ό,τι κι αν κάνουν. Όμως ο Κόνορ βλέπει έναν εφιάλτη για τον οποίο δεν τολμάει να μιλήσει. Αντιμετωπίζει στα όνειρά του ένα τέρας που φοβάται και δεν μπορεί να νικήσει. Μέχρι που ένα νέο τέρας εμφανίζεται και όλα αλλάζουν.

Αν μπορεί να πει κάποιος κάτι μετά βεβαιότητας για το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ότι δεν στερείται ατμόσφαιρας και συναισθήματος. Από την πρώτη του κι όλας σελίδα σε βυθίζει σε έναν σκοτεινό, ομιχλώδες κόσμο που σε κάνει να φοβάσαι και την ίδια στιγμή να αναθαρρείς, σαν να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τα πάντα. Μέσα από τις σελίδες της υπέροχης αυτής έκδοσης, με την καταπληκτική εικονογράφηση, κάτι για το οποίο αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Πατάκη, ξετυλίγεται όχι μόνο το κουβάρι των τριών ιστοριών του τέρατος που εκπροσωπεί ένα ήρεμο έλατο -πόσο αντιφατικό!- αλλά κυρίως, το κουβάρι της ιστορίας του Κόνορ, του εφιάλτη που δεν θέλει να εκμυστηρευτεί καθώς, θα αναγκαστεί να παραδεχτεί την αλήθεια που κρύβει βαθιά μέσα του, μια αλήθεια συνυφασμένη με τον πόνο, την απώλεια, την αγανάκτηση, την έλλειψη υπομονής, την εξάντληση του κουράγιου και της θέλησης. Για να συμφιλιωθεί ο Κόνορ με τους φόβους του, πρέπει να τους αντιμετωπίσει, τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να επουλώσει τις πληγές του και να προχωρήσει γιατί καμιά φορά, μέσα από τον πόνο και την παραδοχή, έρχεται η λύτρωση.

Η ιδέα του βιβλίου είναι απλή και ξεκάθαρη. Δεν κρύβει μυστικά νοήματα. Όλα, όσα θέλει να πει, βρίσκονται εκεί, μπροστά στα μάτια μας, από την πρώτη κι όλας σελίδας. Μόνο που εμείς, όπως και ο Κόνορ, πρέπει να ανοίξουμε την καρδιά και το μυαλό μας, να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας, την αλήθεια που δεν θέλουμε να δούμε ή που κι αν βλέπουμε δεν θέλουμε να παραδεχτούμε γιατί μας πληγώνει, μας κάνει να αισθανόμαστε κατώτεροι από αυτό που πραγματικά είμαστε. Όμως τελικά, ο άνθρωπος, από τη γέννα του κι όλας, δεν είναι κατά μία έννοια ένα πλάσμα αδύναμο, ικανό να παρασυρθεί από όλα αυτά που δεν μπορεί να δεχτεί, να αντιπαλέψει; Και διαβάζοντας τις ιστορίες του τέρατος αναρωτιόμαστε… μήπως αυτό που χρειάζεται τελικά να κάνουμε δεν είναι να πολεμήσουμε τους φόβους μας και να τους διώξουμε αλλά να τους αποδεχτούμε, να παραδεχτούμε την αδυναμία μας και να απελευθερωθούμε τελικά από αυτούς μέσω της συνειδητοποίησης;

Αυτή η ιστορία, ήταν ιδέα της Siobhan Dowd η οποία δυστυχώς, δεν πρόλαβε να την μεταφέρει στο χαρτί και να της δώσει ζωή, εξαιτίας του ξαφνικού της θανάτου. Όταν ζητήθηκε από τον Patrick Ness να πάρει τον πυρήνα της ιδέας αυτής και να την ζωντανέψει, αρχικά, δίστασε. Όσο όμως κι αν προσπαθούσε να το αρνηθεί, η ιδέα είναι φυτευτεί βαθιά μέσα του, στο υποσυνείδητο και τη σκέψη του και δεν είχε άλλη επιλογή από το να καθίσει και να γράψει. Και το αποτέλεσμα είναι τέτοιο που σίγουρα, ακόμα και η ίδια η Dowd θα αισθανόταν πολύ περήφανη. Εμείς από την άλλη, ως αναγνώστες, αισθανόμαστε βαθιά ευγνωμοσύνη που μπορούμε να κρατάμε ένα τέτοιο δημιούργημα στα χέρια μας, ένα βιβλίο που αποτελεί τον ορισμό του συμβολισμού και της αλληγορίας, που αγγίζει κάθε ευαίσθητη χορδή μας. Και μπορεί να φέρει την ταμπέλα του εφηβικού μυθιστορήματος όμως πιστέψτε με, είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Είναι ένα βιβλίο που αν διαβαστεί, δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό και την καρδιά σου.