Ζούμε σε εποχές όπου η φτώχεια και η ανέχεια σε πολλές χώρες ανά τον πλανήτη δείχνουν την σοβαρή κοινωνική ανισότητα, την κοινωνική αδικία και την συρρίκνωση του πλούτου σε λίγα χέρια ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι λιμοκτονούν και ζουν υπό άθλιες συνθήκες διαβίωσης με το προσδόκιμο να βρίσκεται στο ναδίρ. Αυτά συμβαίνουν σε αναπτυσσόμενες περιοχές του πλανήτη δείχνοντας πως διανύουμε μεν την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ωστόσο λίγα έχουν αλλάξει από τα όσα συνέβαιναν σε άλλες περιοχές του κόσμου όπου σήμερα τα πράγματα βαίνουν κάπως καλύτερα αν και ούτε και εκεί έχουν εκλείψει η ανέχεια και η δύσκολη επιβίωση. Με λίγα λόγια, το πρόβλημα έχει μετατοπιστεί αλλά είναι σημαίνον και καίριο, ειδικά σε μια εποχή όπου υποτίθεται πως η τεχνολογία καλπάζει και ο κόσμος προοδεύει, όχι όμως προς όφελος όλων. Οι εποχές μπορεί να αλλάζουν, οι άνθρωποι όμως όχι και άρα η όποια πρόοδος είναι πιο εμφανής στον λεγόμενο δυτικό κόσμο ενώ σε άλλες κοινωνίες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής άνθρωποι τα βγάζουν δύσκολα πέρα και αν τυχόν έχουν την τύχη να εργάζονται οι όροι και οι συνθήκες εργασίας δεν απέχουν και πολύ από τα όσα μας περιγράφει ο Μέιχιου.

Ανταποκριτής και παρατηρητής, ο Μέιχιου περιγράφει ένα Λονδίνο όπου άνθρωποι υποφέρουν και αγκομαχούν

Ο συγγραφέας αυτού του σπουδαίου βιβλίου, Χένρι Μέιχιου καταγράφει την τραγική μα πραγματική κατάσταση πολλών ανθρώπων, οι οποίοι ασκούν επαγγέλματα δύσκολα, επαγγέλματα τα οποία πια δεν υπάρχουν – όπως για παράδειγμα, οι πλανόδιες «σαπιο-πωλήτριες», οι κυνηγοί των υπονόμων κ.α. –  επαγγέλματα, τα οποία είναι άκρως επικίνδυνα και επισφαλή, επαγγέλματα τα οποία δεν έχουν σίγουρα κανένα κύρος αλλά δεν εξασφαλίζουν και τα προς το ζην. Χτίζει με βάση τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε ιδίοις όμμασιν ένα μωσαϊκό θλίψης και δυστυχίας που καλύπτει σαν πέπλο τις ζωές απλών μεροκαματιάρηδων ανθρώπων που κάνουν τα πάντα, ακόμα και παρανομίες για να μην πεθάνουν από ασιτία. Οι εικόνες που περιγράφει είναι αποκρουστικές και πολλές φορές άκρως ανατριχιαστικές σε ένα Λονδίνο που σφύζει από κοινωνική ζωή, σε μια εκ των σημαντικότερων πρωτευουσών όπου χτυπάει η καρδιά της βιομηχανικής επανάστασης, της οικονομίας, της τέχνης, της προόδου. Και όμως, το Λονδίνο έχει την σκοτεινή του πλευρά, τους βρώμικους δρόμους και κάποιοι εργάζονται κάτω από την πόλη ώστε η πόλη να έχει την λάμψη που όλοι αναμένουν. Μέσα στα σοκάκια του Λονδίνου ζουν άνθρωποι που παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί – όπως οι πλανόδιοι πωλητές, οι ανιχνευτές πεταμένων πούρων ή οι τυφλοί μουσικάντηδες – αν και αυτό δεν είναι εντελώς σίγουρο πως θα το διασφαλίσουν σε καθημερινή βάση.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ως παρένθεση πως στα δικά του βιβλία, ο σπουδαίος Ντίκενς περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης σε μια κοινωνία και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν δυστυχώς οι ανισότητες, σε μια εποχή κατά την οποία η απόκτηση χρημάτων αποτελούσε θρησκεία για την Βρετανία του 19ου αιώνα. Ειδικά στις πόλεις, όπως το Λονδίνο που αποτελεί το θέατρο στο οποίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες του Ντίκενς, οι άνθρωποι ζουν υπό καθεστώς έντονης και τα παιδιά αναγκάζονταν λόγω των συνθηκών αυτών να εργάζονται από πολύ μικρά ώστε να μπορούν οι οικογένειές τους να τα βγάλουν πέρα. Έχοντας ως πρωταρχικό μου σκοπό να βγάλω τη νύχτα και επιδιώκοντας να τον επιτύχω, ανέπτυξα σχέσεις συμπάθειας με ανθρώπους που κάθε νύχτα, όλο τον χρόνο, είχαν μονάχα αυτό τον σκοπό, και κανέναν άλλο”. Ο Τσαρλς Ντίκενς, βάζει τον μανδύα του επιθεωρητή και του δημοσιογράφου, του παρατηρητή και του περιπλανητή και περιδιαβαίνει τους δρόμους και τις περιοχές του Λονδίνου, τις πιο μύχιες και ανεξερεύνητες, για να καταγράψει σε αυτούς τους περιπάτους του την κρυφή ζωή ενός άγνωστου Λονδίνου. Εκεί δηλαδή που μικρά παιδιά βιώνουν δύσκολες συνθήκες και παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, εκεί που διάφορα αποβράσματα της νυχτερινής ζωής αναμετρώνται σε “μάχες” επιβίωσης υπό το πρίσμα σκοτεινών δράσεων και μιας αστυνομίας που άλλοτε βλέπει και άλλοτε παραβλέπει, εκεί που τα στοιχήματα και ο παράνομος τζόγος δίνουν και παίρνουν υπό τα βλέμματα αδίστακτων περαστικών, έτοιμων για όλα.

Ο Μέιχιου σε αυτό το φάσμα κινείται και αναφέρεται σε αυτά τα χαμίνια, σε αυτά τα παιδιά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και αντί για το σχολείο έχουν επιστρατευθεί για να φέρουν εισόδημα στην φτωχή οικογένεια, ενίοτε ζουν την οικογένεια ενώ δεν γνωρίζουν επ’ουδενί από παιδική ηλικία και ανεμελιά γιατί, άκουσον άκουσον, παντρεύονται ήδη από την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τα νεανικά της μέλη και να τους προσφέρει μια αξιοπρεπή μάθηση και εκπαίδευση. Στο Λονδίνο του 1850 τίποτα από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα δεν συμβαίνει. Εκεί ο κανόνας είναι το παιδί πίσω από τον πάγκο να πουλάει σαρδέλες, ηλικιωμένοι να πασχίζουν να εξασφαλίσουν κάτι να φάνε, εργάτες στους υπονόμους να προσπαθούν να εξοντώσουν αρουραίους και να φοβούνται μην τυχόν παρασυρθούν από ορμητικά νερά, με λίγα λόγια να πάνε στη δουλειά τους και το βράδυ να γυρίσουν σπίτι τους. Άλλα πάλι κορίτσια αντί να απολαμβάνουν την οικογενειακή θαλπωρή, κάνουν ακροβατικά για να διασκεδάσουν τον κόσμο με τον πατέρα τους να είναι ο μανατζέρ τους. Αυτός τα έμαθε και τα δασκάλεψε να ακροβατούν σε ξυλοπόδαρα στο πλαίσιο μιας οικογενειακής παράδοσης που πάει από παππού σε πατέρα και από πατέρα σε κόρη.

Ο μεταφραστής και συγγραφέας Δημήτρης Καρακίτσος έχει φέρει εις πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή και μας έχει μεταφέρει όλο το κλίμα μιας κατηγορίας ανθρώπων, οι οποίοι σε καιρούς χαλεπούς έμαθαν πως να επιβιώνουν μέσα σε ένα κλίμα φόβου, ανασφάλειας και εργασιακής τρομοκρατίας. Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του βιβλίου πως «το φοβερό με τους ήρωες του Ντίκενς είναι ότι μοιάζουν ζωντανοί ενώ δεν είναι. Το φοβερό με τους ήρωες του Μέιχιου είναι ότι μπορούσες να πεταχτείς στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και να τους δεις με τα μάτια σου – παρόλο που στο χαρτί έμοιαζαν να μην είναι αληθινοί. Ήταν σαν ψεύτικοι, γιατί ούτε καν οι ίδιοι ήξεραν πως ζούσαν». Μακάρι από εδώ και εις το εξής να διαβάζουμε για αυτά τα συμβάντα μόνο στα βιβλία και στην πραγματικότητα να μην υπάρχει τέτοιο μέγεθος δυστυχίας, μια τέτοια ευχή θα είχε νόημα να ακουστεί.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το Λονδίνο των φτωχών»:

«{…} Εμείς οι φτωχές κοπέλες δεν είμαστε πολύ θρήσκες, αλλά είμαστε καλύτερες από τους άντρες. Όλες ευχαριστούμε τον Θεό για τα πάντα – ακόμα και για μια όμορφη μέρα, όσο για τις σαρδέλες, λέμε πάντα ότι είναι η ευλογία του Θεού για τους φτωχούς {…}»

Διαβάστε επίσης:

Χένρι Μέιχιου – Το Λονδίνο των φτωχών: Ένα λογοτεχνικό βιβλίο με κοινωνιολογικό ενδιαφέρον από το 1849