Η κλασική νουβέλα του Τόμας Μανν γράφτηκε το 1911, μετά τον θάνατο του Γουσταύου Μάλερ που τόσο επηρέασε τον Τόμας Μανν και κατά συνέπεια το εν λόγω έργο. Σε επιστολή του στην Ελ. Τσίμερ, το 1915, ο συγγραφέας έγραφε: «Βέβαια, είναι κατά ένα μεγάλο μέρος μιά ιστορία θανάτου και επιπλέον του θανάτου ως ανήθικης, δελεαστικής δύναμης – μιά ιστορία τής ηδονής τής εκμηδένισης. Αλλά ο ιδιαίτερος στόχος μου ήταν το πρόβλημα τής αξιοπρέπειας τού καλλιτέχνη. Στην αρχή, η πρόθεσή μου δεν ήταν τίποτα λιγότερο από το να διηγηθώ τον τελευταίο έρωτα τού Γκαίτε, τον έρωτα του εβδομηντάχρονου γι’ αυτό το κοριτσόπουλο που ήθελε με κάθε τρόπο να το παντρευτεί, […] μιά άθλια, όμορφη, γκροτέσκα, συνταρακτική ιστορία, από την οποία, προς το παρόν, βγήκε ο Θάνατος στη Βενετία».


Ο Τόμας Μαν γεννήθηκε στο Λύμπεκ το 1875. Γιος πλούσιου εμπόρου, φοίτησε σε αυστηρά σχολεία και μπήκε σε μια ασφαλιστική εταιρεία στο Μόναχο σε ηλικία δεκαεννιά χρονών. Εκεί έγραψε κρυφά το πρώτο του διήγημα, και λίγο αργότερα εγκατέλειψε τη θέση του για να σπουδάσει τέχνη και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Η ζωή του είχε πια αφιερωθεί στο γράψιμο. Τα μείζονα έργα του, όπως οι «Μπούντενμπρουκς”, ο «Θάνατος στη Βενετία” και «Το μαγικό βουνό”, του εξασφάλισαν το Βραβείο Νόμπελ το 1929. Το 1933 ο Τόμας Μαν έφυγε για την Ελβετία, κι από κει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εγκαταστάθηκε, πρώτα στο Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϋ κι αργότερα στην Καλιφόρνια, όπου έγραψε το «Δόκτωρα Φάουστους”. Το 1952 ξαναγύρισε στην Ελβετία, όπου και πέθανε το 1955.