Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν βγεις στη σκηνή, που δεν ξέρεις αν αυτό που θα συμβεί είναι αλήθεια ή μια ακόμη κατασκευή. Εκεί κάπου ξεκινάει για μένα το «ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ». Ζούμε σε μια εποχή όπου το πραγματικό έχει υποχωρήσει. Όχι γιατί εξαφανίστηκε, αλλά γιατί έγινε δύσκολο να το αντέξουμε. Και όταν δεν αντέχεται, το αντικαθιστούμε. Με εικόνες, με αναπαραστάσεις, με κάτι πιο ελεγχόμενο. Το κοινό δεν είναι αφελές· στρέφεται στο ψεύτικο γιατί του προσφέρεται πιο καθαρό, πιο άμεσο, πιο ασφαλές. Χωρίς ρωγμές.
Αυτό το έργο ξεκινάει από μια άρνηση.
Ένας ηθοποιός αρνείται να συμμετέχει σε μια κολοσσιαία αλλαγή. Δεν είναι μια απλή τεχνολογική μετάβαση. Είναι μια μετατόπιση του ίδιου του όρου «παρουσία». Οι ηθοποιοί παύουν να παίζουν, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή δεν χρειάζεται πια να παίζουν. Κάτι άλλο μπορεί να το κάνει καλύτερα. Πιο ακριβώς. Πιο σταθερά. Χωρίς λάθος. Και τότε τίθεται το ερώτημα: τι είναι αυτό που χάνεται;
Για μένα, αυτό που χάνεται είναι ο κίνδυνος. Και μαζί με αυτόν, η πιθανότητα του αληθινού.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Ο ηθοποιός του «ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ» δεν είναι ένας νοσταλγικός άνθρωπος που θέλει να κρατήσει το παρελθόν. Είναι κάποιος που αρνείται να υπάρξει μέσα σε ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει ρίσκο. Γιατί χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει έκθεση. Και χωρίς έκθεση, δεν υπάρχει συνάντηση.
Στην παράσταση, ο χώρος είναι ανοιχτός. Δεν κρύβουμε τίποτα. Βλέπεις την κουίντα, βλέπεις την κατασκευή, βλέπεις το ψεύτικο. Και όμως, μέσα σε αυτό το ψεύτικο, αναζητείται κάτι που δεν μπορεί να κατασκευαστεί: η στιγμή που κάτι ξεφεύγει.
Οι άλλοι ηθοποιοί δεν μιλούν. Δεν έχουν λόγο, όχι γιατί δεν έχουν φωνή, αλλά γιατί ο λόγος έχει χάσει τη βαρύτητά του. Το σώμα γίνεται ο μόνος τόπος αντίστασης. Μικρές χειρονομίες, βλέμματα, αποτυχίες. Εκεί αρχίζει να εμφανίζεται κάτι που δεν ελέγχεται.

Το θέατρο, για μένα, δεν είναι χώρος αναπαράστασης. Είναι χώρος δοκιμής. Μια τελευταία ίσως πράξη αντίστασης, όχι με την έννοια της ηρωικής σύγκρουσης, αλλά με την επιμονή να είσαι παρών. Να εκτίθεσαι χωρίς εγγύηση.
Δεν ξέρω αν ο θεατής έρχεται για να ξυπνήσει η ελπίδα του. Νομίζω έρχεται γιατί κάτι μέσα του αναγνωρίζει ότι εδώ μπορεί να συμβεί κάτι που δεν είναι προκαθορισμένο. Ότι μπορεί να υπάρξει μια ρωγμή.
Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή, ίσως εμφανιστεί για λίγο το αληθινό.
Αν αυτό συμβεί, δεν θα είναι αποτέλεσμα δεξιοτεχνίας. Θα είναι αποτέλεσμα αποτυχίας. Κάποιος δεν θα τα καταφέρει όπως πρέπει. Κάτι θα ξεφύγει. Και εκεί, για μια στιγμή, θα είμαστε όλοι εκτεθειμένοι.
Αυτό είναι το «ΝΤΑΡFΣΤΕΛΕΡ».
Μια προσπάθεια να σταθούμε πάνω στη σκηνή χωρίς προστασία. Και να δούμε αν, μέσα σε έναν κόσμο που δεν μας χρειάζεται πια, μπορούμε ακόμα να υπάρξουμε.
Διαβάστε επίσης:
Ν Τ Α Ρ F Σ Τ Ε Λ Ε Ρ, από τον Θανάση Δόβρη στο Θέατρο Ρεκτιφιέ