Η θρυλική ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη «Συνοικία το όνειρο» θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους από την

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011. 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, ο Ασύρματος, είναι το κέντρο του κόσμου για τους ανθρώπους που ζουν εκεί, και προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεφύγουν απ’ τη φτώχεια και την ανέχεια. Ο Ρίκος, που μόλις αποφυλακίστηκε, προσπαθεί να βγάλει χρήματα, την ίδια στιγμή που η αγαπημένη του βλέπει άλλους άνδρες, και ο αδερφός της προσπαθεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας.

 

Ο Ρίκος θα σκαρφιστεί μια δουλειά αλλά θα ξοδέψει τα συγκεντρωμένα χρήματα. Ένας από τους «συνεταίρους» του θα αυτοκτονήσει. Ο Ρίκος, η αγαπημένη του και ο αδερφός της, ηττημένοι και απογοητευμένοι εξαιτίας των προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν ποτέ, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με την ωμή πραγματικότητα. Πρόκειται για μια ταινία γυρισμένη πάνω στα νεορεαλιστικά πρότυπα, με ένα πολύ δυνατό καστ ηθοποιών, η οποία εντυπωσίασε λόγω της ευαίσθητης σκηνοθετικής ματιάς του Αλέκου Αλεξανδράκη και των δυνατών κοινωνικών μηνυμάτων της.

Η ΤΑΙΝΙΑ


Μια ταινία που έχει αφήσει ιστορία στον Ελληνικό Κινηματογράφο! Μια από τις λίγες ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στο ύφος του Ιταλικού Νεορεαλισμού, πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένη, άψογη ηθογραφία των φτωχότερων περιοχών της Αθήνας, επεισοδιακή στην πρώτη προβολή της και χτυπημένη βαριά από τη λογοκρισία της εποχής…

Μια ταινία που έχει αφήσει ιστορία στον Ελληνικό Κινηματογράφο! Μια από τις λίγες ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στο ύφος του Ιταλικού Νεορεαλισμού, πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένη, άψογη ηθογραφία των φτωχότερων περιοχών της Αθήνας, επεισοδιακή στην πρώτη προβολή της και χτυπημένη βαριά από τη λογοκρισία της εποχής…

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, εδώ στο ρόλο του σκηνοθέτη, αναλαμβάνει να δείξει μια Αθήνα πολύ μακριά από την «επίσημη», ωραιοποιημένη και «τουριστική» εικόνα της. Δημιούργησε μια ταινία, που φαινόταν, το λιγότερο Αριστερή, και εξαγρίωσε τους λογοκριτές που την είδαν ως κομμουνιστική προπαγάνδα ενώ θεωρούσαν και απαράδεκτο να αφήνεται να βγαίνει προς τα έξω μια αληθινή, ωμή, ρεαλιστική και πικρή εικόνα της Ελλάδας, αλλά πέρα για πέρα υπαρκτή…

Οι χαρακτήρες στην ταινία είναι αντι-ήρωες, υποφέρουν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι πάμπτωχοι, απόκληροι της κοινωνίας, μικροκακοποιοί -όμως υπάρχουν. Είναι εκεί, όσο κι αν ήθελε να τους αγνοήσει η κοινωνία και η αυτάρεσκη αστική τάξη. Σε μια πάρα πολύ δύσκολη εποχή πολιτικής και οικονομικής κρίσης, με πρωτοφανή φαινόμενα έξαρσης της φτώχειας και της ανεργίας, οι χαρακτήρες αυτοί δίνουν το δικό τους παρόν, διεκδικούν κι αυτοί μια θέση στο όνειρο, ένα όνειρο που φαίνεται να έχει φτιαχτεί μόνο για άλλους…

 

Ο Αλεξανδράκης σκηνοθετεί με μέτρο αυτή την εξαιρετικά δυσμενή εικόνα. Δεν είναι ούτε μελοδραματικός ούτε απόλυτα συναισθηματικός. Διαχειρίζεται την εικόνα με ανθρωπιά, αγάπη, αξιοπρέπεια και έτσι αφήνει να διαφανεί η απίστευτη τραγικότητα της ζωής τους, η ματαιότητα των ονείρων τους, η σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν, οι άθλιες συνθήκες, η μιζέρια, οι κοινωνικές ανισότητες που υφίστανται, οι διαφορετικές ευκαιρίες, η κοινωνική αδικία, η απελπισία τους και το αδιέξοδό τους.

 

Αυτό φυσικά ενόχλησε πολύ εκείνη την εποχή και η ταινία συνάντησε σθεναρή αντίδραση κατά την κυκλοφορία της. Η αρχική εμφάνιση της ταινίας στις αίθουσες προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς, σύμφωνα με τον υφυπουργό τύπου της ΕΡΕ Τριανταφυλλάκο δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας. Σε συνέντευξή του στα «Νέα» ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε πει: «H \»Συνοικία το όνειρο\» λογοκρίθηκε και ένας αστυνομικός διευθυντής, που σταμάτησε την προβολή της, μας είχε πει: \»Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα\». Ευτυχώς που διαμαρτυρήθηκε η Ελένη Βλάχου κι επετράπη τελικά η προβολή της ταινίας, έστω και πετσοκομμένης».

 

Η πρώτη προβολή της ταινίας έγινε με επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθηση της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης. Η ταινία δεν προβλήθηκε στις επαρχιακές πόλεις -ειδικά στις \»εθνικά ευαίσθητες περιοχές\» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης-  παρά μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά τελικά τιμήθηκε με 2 βραβεία στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Η ταινία προβλήθηκε επίσης στην ΕΣΣΔ, στη Βουλγαρία και στην Ουγγαρία το 1962 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

 

Οι κριτικοί της εποχής χαρακτήρισαν την ταινία «αριστούργημα» και μίλησαν πολύ κολακευτικά και για την υπέροχη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη. Πράγματι, η ταινία παίρνει έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα και από το γεγονός ότι μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της Ελληνικής μουσικής συνεργάζονται στο σάουντράκ της: Ο Μίκης Θεοδωράκης, που δεν έχει γράψει συχνά μουσική σε ελληνικές ταινίες, φτιάχνει εδώ εξαιρετικές μελωδίες, που έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη μας, ενώ την ερμηνεία τους ανέλαβε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, με την αυθεντική λαϊκή φωνή του και τη δραματικότητά του, περιγράφει τον σπαραγμό αυτών των άμοιρων ανθρώπων. Το τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες λαϊκές στιγμές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

 

Οι συντελεστές της ταινίας λοιπόν δίνουν στην ταινία μια ανώτερη καλλιτεχνική ποιότητα, είτε πρόκειται για τον τομέα της μουσικής είτε για το σενάριο το οποίο συνυπογράφουν δύο σπουδαίοι λογοτέχνες της εποχής, ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και ο συγγραφέας Κώστας Κοτζιάς, είτε πρόκειται για το εξαιρετικό καστ, που ανάμεσά τους, λάμπει η εκπληκτική ερμηνεία του αείμνηστου Μάνου Κατράκη, αυτού του γίγαντα του ελληνικού θεάτρου, ενός από τους καλύτερους Έλληνες ηθοποιούς που υπήρξαν ποτέ.

 

Η ταινία είναι το σύνολο της καλλιτεχνικής έμπνευσης πολλών ταλαντούχων ανθρώπων, που κατέθεσαν την τέχνη τους, υποστήριξαν τις προοδευτικές και αγωνιστικές ιδέες τους με ειλικρίνεια και τιμιότητα, και το αποτέλεσμα είναι ένα αληθινό «διαμάντι» του ελληνικού κινηματογράφου, σπάνιο και γνήσιο…

 

ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ


Ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου του 1928. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και έτσι μπόρεσε να του δώσει μια πολύ καλή μόρφωση. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Αγάπησε την Τέχνη αλλά και τον αθλητισμό, μεγάλος έρωτάς του η ξιφασκία, στην οποία διακρίθηκε, αφού από 15 χρόνων ήταν μέλος της Εθνικής Ομάδας.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου του 1928. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και έτσι μπόρεσε να του δώσει μια πολύ καλή μόρφωση. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Αγάπησε την Τέχνη αλλά και τον αθλητισμό, μεγάλος έρωτάς του η ξιφασκία, στην οποία διακρίθηκε, αφού από 15 χρόνων ήταν μέλος της Εθνικής Ομάδας.

Μπαίνει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, θέλοντας να κάνει καριέρα σα ναυτικός, αλλά μια παράσταση με την Έλλη Λαμπέτη, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, του αλλάζει τη ζωή, ο «Γυάλινος κόσμος». Αποφασίζει να δώσει εξετάσεις στο Βασιλικό Θέατρο, μετέπειτα Εθνικό, και περνάει πρώτος. Την ίδια εποχή η Κατερίνα Ανδρεάδη ή Κατερίνα όπως είναι γνωστή στο θεατρικό κόσμο, έψαχνε για ένα νέο «ζεν πρεμιέ» για τις ανάγκες του θεατρικού έργου «Φθινοπωρινή παλίρροια», που θα ανέβαζε. Επέλεξε τον Αλεξανδράκη, ο οποίος, συνοδευόμενος από την Άννα Συνοδινού, πήγε στο σπίτι της με ένα μπουκέτο λουλούδια. Στις 9 Ιουλίου 1949 κάνει τα πρώτα βήματά του στο θεατρικό σανίδι, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο κοινό και στους κριτικούς.

 

Την ίδια χρονιά το βλέπει ο Φίνος και τον επιλέγει για την ταινία «Δύο κόσμοι», σε σκηνοθεσία Ιάσονα Νόβακ και Γιάννη Φιλίππου.

Ένας σημαντικός έρωτας της ζωής του θα είναι η Αλίκη Γεωργούλη. Θα την παντρευτεί το 1956. Θα μείνουν μαζί λίγα χρόνια και θα δημιουργήσουν σημαντικές παραστάσεις στο θέατρο σα θεατρικό ζευγάρι. Με τη Γεωργούλη θα έχει μια έντονη πνευματική συνεργασία και θα «βγάλει» τον αριστερό εαυτό του, με την ταινία «Συνοικία το Όνειρο» (1961). Είναι η εποχή όπου συνεργάζεται με τον Μίκη Θεοδωράκη, την Αλέκα Παΐζη και τον Μάνο Κατράκη. Με σενάριο του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και του συγγραφέα Κώστα Κοτζιά, ο Αλεξανδράκης γυρίζει την ταινία με δική του ευθύνη, ενώ όλοι όσοι συνεργάζονται δανείζονται χρήματα για να βγουν τα έξοδα. Η ταινία δημιουργεί πολιτική θύελλα, αντιδράσεις από την τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή και καταλήγει σε λογοκρισία. Ακολουθούν έντονες διαμαρτυρίες από τον Τύπο και τελικά η ταινία προβάλλεται αποκλειστικά και μόνον στα μεγάλα αστικά κέντρα.

 

Συγχρόνως επιλέγει έργα με πολιτικά μηνύματα (όπως το «Μια ιστορία από το Ιρκούτσκ»), ενώ συμμετέχει στις κινητοποιήσεις της εποχής. Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη συμμετείχαν στην A\’ Μαραθώνια πορεία πίσω από τα βήματα του Γρηγόρη Λαμπράκη και μετά τη δολοφονία του συνυπέγραψαν την Ιδρυτική Διακήρυξη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη.

 

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης έπαιξε πολύ στην τηλεόραση, ιδίως μετά την πτώση της χούντας, συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τη Μελίνα Μερκούρη, την Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, το Μιχάλη Κακογιάννη, τη Ρένα Βλαχοπούλου, το Μίμη Φωτόπουλο, τον Κώστα Βρεττάκο, το Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ηλία Λογοθέτη κ.ά. Το θαυμάσαμε στο «Γιούγκερμαν», στον «Παράξενο ταξιδιώτη» και στους «Μυστικούς αρραβώνες», στην τηλεόραση.
Ως το τέλος της ζωής του ο Αλέκος Αλεξανδράκης διατήρησε τις ιδέες του. Τα τελευταία χρόνια συμμετείχε, με την υπογραφή του, σε αντιπολεμικές διαμαρτυρίες, για την Πρωτοβουλία της Γένοβας, την επέμβαση στο Ιράκ, την αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν. Πέθανε, στις 8 Νοεμβρίου του 2005, μετά από μακροχρόνια πάλη με τον καρκίνο, σε ηλικία 77 ετών.

 

 

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ


Ο Μάνος Κατράκης, κορυφαίος πρωταγωνιστής και θιασάρχης, γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1909 στο Καστέλι Κισσάμου των Χανίων Κρήτης. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης.

Ο , κορυφαίος πρωταγωνιστής και θιασάρχης, γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1909 στο Καστέλι Κισσάμου των Χανίων Κρήτης. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης.

 

Το 1919 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, όπου ο Μάνος, που από μικρός είχε δείξει το υποκριτικό ταλέντο του, εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή. Έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία μόλις 18 ετών, με το θίασο «Οι νέοι» στο έργο «Για την αγάπη της». Το μπρίο και η δυναμικότητά του ενθουσίασαν τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα κι έτσι ένα χρόνο αργότερα, το 1928, έπαιξε στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρο του \’21».

 

Την ίδια περίοδο εντάχθηκε στο «Θίασο της Ελευθέρας Σκηνής» της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Σπύρου Μελά και του Μήτσου Μυράτ, παίζοντας σε έργα όπως «Η λύρα του γερο-Νικόλα», «Οι άθλιοι» και «Στέλλα Βιολάντη». Το 1930 συνεργάστηκε με το «Λαϊκό Θέατρο» του Β. Ρώτα και το 1932 προσλήφθηκε στο νεοϊδρυόμενο Εθνικό Θέατρο, όπου ερμήνευσε μεταξύ άλλων τον Κορυφαίο στον «Αγαμέμνονα» και τον Κρητικό στη «Βαβυλωνία».

 

Το 1934 συνεργάστηκε με τον Β. Αργυρόπουλο και το 1935 ξανά με τη Μ. Κοτοπούλη, για να επιστρέψει, την ίδια χρονιά στο Εθνικό Θέατρο. Το 1943 ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και από τη θέση αυτή συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης όπου και έπαιξε μέχρι το 1946, οπότε επέστρεψε στο Εθνικό. Εκδιώχθηκε, όμως, ένα χρόνο αργότερα, λόγω των αριστερών πεποιθήσεών του. Αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», εξορίστηκε στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη.

 

Επέστρεψε στην Αθήνα το 1952, διοργανώνοντας «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Ξανανέβηκε στη σκηνή με το θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη, λίγο αργότερα με τον θίασο του Αδαμάντιου Λεμού και αμέσως μετά με τον «Θυμελικό Θίασο» του Λίνου Καρζή («Προμηθεύς Δεσμώτης»). Στη συνέχεια και μέχρι το 1955 εμφανίστηκε με την Κυβέλη και αμέσως μετά συγκρότησε δικό του θίασο με την Ασπασία Παπαθανασίου («Ευγενία Γκραντέ», Βαθιές είναι οι ρίζες Το κορίτσι με το κορδελάκι, κ.ά).

 

Το 1955 ίδρυσε το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» και εγκαταστάθηκε στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, τον οποίο εγκαινίασε με τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Σ\’ αυτό το θέατρο, με μεγάλη συμμετοχή κοινού και καλλιτεχνική επιτυχία, συνέχισε ως το 1967, υποστηρίζοντας συστηματικά το ελληνικό έργο («Ο μονοσάνδαλος», «Το κορίτσι με το κορδελάκι», «Η Αντιγόνη της Κατοχής», «Ο Πατούχας» και διασκευές από έργα του Καζαντζάκη όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Ο Καπετάν Μιχάλης»).

 

Σποραδικά ανέβασε και κλασικό ρεπερτόριο («Ιούλιος Καίσαρ», «Φουέντε Οβεχούνα»). Τους χειμώνες, το ΕΛΘ φιλοξενείτο σε διάφορα θέατρα ή περιόδευε στην επαρχία, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη.
Καθώς το 1968 του έγινε έξωση από το Πεδίο του Άρεως, ο Κατράκης συνέχισε την πρωταγωνιστική του πορεία, πότε με το θίασό του, πότε με άλλους πρωταγωνιστές. Το 1972 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο και πρωταγωνίστησε στον «Οθέλλο» και τον «Δον Κιχώτη», και στην Επίδαυρο στον «Οιδίποδα τύραννο» (1973) και στον «Προμηθέα Δεσμώτη» (1974).

 

Αργότερα, συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, το ΚΘΒΕ, για να επανιδρύσει το 1977 το ΕΛΘ, ανεβάζοντας έργα Αρμπούζοφ (Φθινοπωρινή ιστορία με την Έλλη Λαμπέτη), Γκόρκι (Οι Τελευταίοι), Μπρεχτ (Συντροφιά με τον Μπρεχτ, με τη Μελίνα Μερκούρη), Λέοναρντ (Ντα), Μασάρι (Ταμπού) και τη «Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» του Ν. Βρεττάκου. Η τελευταία του εμφάνιση έγινε το 1984 στο Ηρώδειο, με το μουσικό έργο του Θόδωρου Αντωνίου «Προμήθεια».

 

Συνεργάστηκε με πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες (Δ. Ροντήρη, Π. Κατσέλη, Τ. Μουζενίδη, Μ. Βολανάκη, Σπ. Ευαγγελάτο, Μ. Θεοδωράκη, Σπ. Βασιλείου, Α. Κατσέλη, Τ. Καρούσο, Ελ. Χατζηαργύρη, Αν. Βαλάκου) και συμμετείχε σε εκατοντάδες εκδηλώσεις, όπου με την ανεπανάληπτη φωνή του δικαίωνε το νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Οι αναγνώσεις του σε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας παρέμειναν κλασικές.

 

Ο Κατράκης έπαιξε και σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο. Αξιόλογες είναι οι ερμηνείες του στο «Μαρίνο Κοντάρα» του Γιώργου Τζαβέλα (1948), στη «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη (1961) στην «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1962), στο «Ένας Ντελικανής» του Μανόλη Σκουλούδη (1963).

 

Βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο, για την ερμηνεία του στον ρόλο του Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Γ. Τζαβέλλα, και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή του στο «Συνοικία το όνειρο».

 

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα», με σκηνοθέτη το Θόδωρο Αγγελόπουλο, άφησε την τελευταία του πνοή, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, χτυπημένος από καρκίνο των πνευμόνων.

 

ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ

Η Αλίκη Γεωργούλη γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του «Ωδείου Αθηνών».

Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή το 1953 στο έργο του Μπέρναρντ Σο «Ο Άνθρωπος του Διαβόλου». Συνεργάστηκε πολλές φορές με τον Μάνο Κατράκη και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1958.

 

Στο σινεμά πρωτοεμφανίστηκε το 1953 στην ταινία « Εύα» της Μαρίας Πλυτά. Έλαβε μέρος σε 15 ταινίες. Μερικές από αυτές είναι  «το Αγοροκόριτσο(1959)», «Ο Ηλίας του 16ου (1959)», «Έγκλημα στα παρασκήνια (1960)», «Συνοικία το όνειρο (1961)», «Ο θίασος (1975)».

 

Μέχρι λίγο καιρό πριν πεθάνει, έπαιζε στο θέατρο «Αποθήκη» στου Ψυρή. Πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 1995.

 

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ο Μίκης Θεοδωράκης, Κρητικός στην καταγωγή, γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως στη Μυτιλήνη, Γιάννενα, Κεφαλονιά, Πύργο, Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη. Από τότε φάνηκε καθαρά, ότι η ζωή του θα μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και σε αγώνες για ανθρωπιστικές αξίες.

Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Μετά την απελευθέρωση ξεσπά ο Εμφύλιος. Ο Θεοδωράκης λόγω των προοδευτικών του ιδεών καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση.

 

Τελικά συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στο επονομαζόμενο στρατόπεδο θανάτου, τη Μακρόνησο. Τελικά αποφοιτά από το Ωδείο το 1950 με δίπλωμα στην αρμονία, αντίστιξη και φούγκα. Το 1954 πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στο Conservatoire και σπουδάζει για σύντομο χρονικό διάστημα μουσική ανάλυση με τον Olivier Messiaen καθώς επίσης και διεύθυνση ορχήστρας με τον Eugène Bigot. Η περίοδος 1954-1960 είναι μια εποχή έντονης δραστηριότητας για τον Θεοδωράκη στο χώρο της Ευρωπαϊκής μουσικής. Συνθέτει μουσική για το μπαλέτο της Ludmila Tcherina, το Covent Garden, το Stuttgart Ballet και επίσης για τον κινηματογράφο. Το 1957 του απονέμεται το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας από τον Σοστακόβιτς για το έργο του Suite No 1 για πιάνο και ορχήστρα. Συγχρόνως συνθέτει πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου.

 

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα. Έχει ήδη μελοποιήσει τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, που σηματοδοτεί την στροφή του προς το λαϊκό τραγούδι. Συνθέτει δεκάδες κύκλους τραγουδιών που βρίσκουν βαθύτατη απήχηση μέσα στον ελληνικό λαό. Ιδρύει την Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες σ\’ όλη την Ελλάδα προσπαθώντας να εξοικειώσει τον κόσμο με τα αριστουργήματα της συμφωνικής μουσικής. Το 1964 αποκτά διεθνή αναγνώριση με τη σύνθεση της μουσικής για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, Zorba the Greek.

 

Το 1963 μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται Πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ.

Την 21η Απριλίου του 1967 περνά στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για αντίσταση κατά της Δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ και εκλέγεται πρόεδρός του.

 

Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ\’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού. Όλο αυτό το διάστημα συνθέτει συνεχώς. Πολλά από τα καινούργια έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στέλνει στο εξωτερικό, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.

 

Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται επικίνδυνα. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες, όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Arthur Miller, Laurence Olivier, Yves Montand και άλλοι, δημιουργούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά υπό την πίεση αυτή αποφυλακίζεται και βρίσκεται στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970.

 

Στο εξωτερικό αφιερώνει όλο το χρόνο του σε περιοδείες σε όλο τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις, δηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους.

 

Το 1974 με την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Συνθέτει πάντα μουσική. Δίνει πολλές συναυλίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα συμμετέχει στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής (τις περιόδους 1981-86 και 1989-92) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92), θέσεις από τις οποίες τελικά παραιτείται.

 

Το 1976 ιδρύει το Κίνημα «Πολιτισμός της Ειρήνης» και δίνει διαλέξεις και συναυλίες σ\’ όλη την Ελλάδα. Το 1983 του απονέμεται το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Το 1986 γίνεται πραγματικότητα κάτι που από το 1970 ακόμα έχει υποστηρίξει σε συνεντεύξεις του: η δημιουργία επιτροπών ελληνοτουρκικής φιλίας στην Ελλάδα με πρόεδρο τον ίδιο και στην Τουρκία με τη συμμετοχή γνωστών πνευματικών ανθρώπων όπως ο Αζίζ Νεσίν, ο Γιασάρ Κεμάλ και ο Ζυλφύ Λιβανελί. Ο Θεοδωράκης δίνει πολλές συναυλίες στην Τουρκία, που τις παρακολουθούν κυρίως νέοι με συνθήματα υπέρ της φιλίας μεταξύ των δύο λαών.

 

Επίσης το 1986 (μετά την καταστροφή στο Τσερνομπίλ) πραγματοποιεί μεγάλη περιοδεία με συναυλίες σ\’ όλη την Ευρώπη κατά της ατομικής ενέργειας.

Το 1988 διοργανώνονται με δική του πρωτοβουλία δύο συνέδρια για την ειρήνη στο Τύμπιγκεν και την Κολωνία. Συμμετέχουν πολιτικοί όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν και ο Γιοχάνες Ράου, φιλόσοφοι όπως ο Φρίντιχ Ντίρενματ, συγγραφείς, πολιτειολόγοι και καλλιτέχνες. Εκεί έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τον ελεύθερο χρόνο και τη σημασία του στη διαμόρφωση ελεύθερων ανθρώπων.
Το 1990 δίνει 36 συναυλίες σ΄ολη την Ευρώπη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστείας. Συνεχίζει δίνοντας συναυλίες για την ηλιακή ενέργεια (υπό την αιγίδα της Εurosolar), κατά του αναλφαβητισμού, κατά των ναρκωτικών κ.λπ.

 

Παράλληλα αγωνίζεται και για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε άλλες χώρες και κυρίως στις γειτονικές Αλβανία (που την επισκέπτεται και ως Υπουργός για τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας) και Τουρκία. Ως πρόεδρος Διεθνούς Επιτροπής στο Παρίσι καταβάλλει προσπάθειες για την απελευθέρωση των τούρκων ηγετών της αντιπολίτευσης Κουτλού και Σαργκίν, κάτι που τελικά πετυχαίνεται.

 

Προτείνει τη διοργάνωση Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Ειρήνης στους Δελφούς και υποβάλλει στην κυβέρνηση σχέδιο για μια «Ολυμπιάδα του Πνεύματος». Ιδρύει επιτροπή συμπαράστασης και βοήθειας προς τον κουρδικό λαό.

 

Το 1993 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, όμως παραιτείται τον επόμενο χρόνο.
Σε περιοδεία του στην Αμερική και τον Καναδά το 1994 για την ενίσχυση Πολιτιστικού Κέντρου των ομογενών Ελλήνων, η Εθνοσυνέλευση του Κεμπέκ τον υποδέχεται με ομόφωνο ψήφισμά της, με το οποίο τον τιμά για την προσφορά του στον πολιτισμό και τους αγώνες του για τον Άνθρωπο.

 

Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζονται οι όπερές του Ηλέκτρα (1995) και Αντιγόνη (1999), ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα στο εξωτερικό (Ευρώπη, Νότια Αφρική, Αμερική) και παίρνει δυναμικά θέση σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής (ελληνοτουρκική φιλία, σεισμοί, βομβαρδισμοί στην Γιουγκοσλαβία, υπόθεση Οτσαλάν, πόλεμος στο Αφγανιστάν, πόλεμος στο Ιράκ κ.λπ.).

Το 2000 είναι υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Το 2002 παρουσιάζεται η όπερά του Λυσιστράτη, ένας αληθινός ύμνος στην Ειρήνη.

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ
Ο «σερ» του ελληνικού πενταγράμμου, όπως χαρακτηρίστηκε, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922 στο Περιστέρι. Φτωχή οικογένεια, πάλευαν να τα βγάλουν πέρα. Μέσα στη θύελλα του \’40 τα αδέλφια του έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία.

Ο «σερ» του ελληνικού πενταγράμμου, όπως χαρακτηρίστηκε, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922 στο Περιστέρι. Φτωχή οικογένεια, πάλευαν να τα βγάλουν πέρα. Μέσα στη θύελλα του \’40 τα αδέλφια του έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία.

Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ\’ ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν\’ ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ\’ ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.
Το 1947 εκτοπίστηκε μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες στη Μακρόνησο, όπου τα βράδια έπαιζε στη Λέσχη Αξιωματικών. Εκεί έγραψε τα πρώτα του τραγούδια και γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την απελευθέρωσή του, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Τίτλος του πρώτου του δίσκου το «Καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Στο τραγούδι, ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μαζί με τον Βαμβακάρη.

 

Από τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι είχε το δικό του τρόπο ερμηνείας, συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες -Θεοδωράκη («Της δικαιοσύνης», «Ένα το χελιδόνι», «Στο περιγιάλι το κρυφό», «Βράχο – βράχο», «Γωνιά – γωνιά»), Χατζιδάκι («Ειμ\’ αϊτός χωρίς φτερά», «Πάει ο καιρός», «Στο Λαύριο γίνεται χορός», «Μίλησέ μου»), Τσιτσάνη κ.α.- έγραψε ο ίδιος τραγούδια που έγιναν επιτυχίες («Επίσημη Αγαπημένη», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου», «Μία γυναίκα φεύγει», «Αμφιβολίες» κ.α.), εμφανίσθηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών κι ένιωσε τη χαρά της ανακάλυψης νέων, πολλά υποσχόμενων φωνών, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.

 

Η «δωρική» φωνή του αγκάλιασε τη μεταπολεμική Ελλάδα, έδωσε το δικό της βάρος και τη δική της λαϊκότητα στα μεγάλα έργα του Θεοδωράκη, που έγινε ο πιο αποτελεσματικός καταλύτης στο να φτάσουν οι στίχοι του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, στις πιο απόμερες γωνιές της Ελλάδας.

 

Η ταινία κέρδισε 2 ΒΡΑΒΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ στο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  το 1961:
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ και Β’ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ-ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ

Σκηνοθεσία: ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ
Στη νεορεαλιστική σάτιρα του ΚΩΣΤΑ ΚΟΤΖΙΑ και του ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ
Βοηθός Σκηνοθέτη-Μοντάζ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ
Οπερατέρ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΗΣ
Φωνοληψία: ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΪΡΑΚΤΑΡΗΣ
Σκηνικά: ΤΑΣΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ
Μακιγιάζ: Ν. ΒΑΡΒΕΡΗΣ
Μακέτες τίτλων: Α. ΑΛΑΓΙΑΝΝΗΣ
Διευθυντής Εργαστηρίων: RICHARD FISCH
Τεχνικός εργαστηρίων: Μ. ΧΑΤΖΙΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, Π. ΖΑΧΑΡΙΟΥ, Κ. ΤΣΑΠΙΔΗΣ
Φωτογράφος: Σ. ΒΕΔΟΥΡΑΣ
Φροντιστής: ΕΡΡΙΚΟΣ ΚΑΛΟΥΤΑΣ
Ηλεκτρολόγοι: Κ. ΚΑΡΑΝΑΣΟΣ, Σ. ΣΑΒΒΑΣ
Μηχανικός ήχου: Ν. ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Τεχν. Φωνοληψίας: Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Μουσική: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Οργάνωση-Δ/νση Παραγωγής: ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ
Στίχοι Τραγουδιών:  ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ \»ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ\»
Τραγούδι: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

Η ταινία γυρίστηκε στο Studio Alfa

Φωτογραφία: ΔΗΜΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Πρωταγωνιστούν: ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ, ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ, ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ, ΑΛΕΚΑ ΠΑΪΖΗ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΜΟΥΣΤΑΚΑ, ΣΑΠΦΩ ΝΟΤΑΡΑ, ΓΙΑΝΝΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΥΛΩΝΑΣ, Κ. ΜΠΑΛΑΔΗΜΑΣ, Γ. ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ, Λ.ΚΟΤΣΙΡΗΣ, ΔΑΡΕΙΟΣ, Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ, Κ. ΜΑΝΙΟΥΔΑΚΗΣ, Α. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ

 

Σε πρώτη τους εμφάνιση: ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ, ΗΛΕΚΤΡΑ ΚΑΛΑΜΙΔΟΥ, ΑΛΕΚΟΣ ΠΕΤΣΟΣ