Θαυμαστής του Χέρμαν Μέλβιλ και του περίφημου Μόμπι Ντικ, ο Λόουρυ, αυτός ο τόσο ρηξικέλευθος και αινιγματικός συγγραφέας που δυστυχώς έφυγε νωρίς μας χάρισε ένα από τα πιο πρωτοπόρα μοντέρνα μυθιστορήματα, το περίφημο Κάτω από το ηφαίστειο, το οποίο μαζί με τα υπόλοιπά του κείμενα επανεκδίδονται στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε εξαιρετικές μεταφράσεις. Η πέτρα της κόλασης είναι μια νουβέλα, μέσα από την οποία μας επανασυστήνεται ως Μπιλ Πλανταγενέτης, ως άλλος Χίλιοτ από το Ουλτραμαρίν. Μακριά από αυστηρούς λογοτεχνικούς περιορισμούς και ουσιαστικά αυτοδίδακτος, ο Λόουρυ πραγματεύτηκε την ίδια τη ζωή και την κατέθεσε με την ψυχή του έτσι όπως ο ίδιος τη βίωσε και την επιθύμησε, σαν ένας σύγχρονος θαλασσοπόρος που περιπλανήθηκε στη θάλασσα για να γεννήσει με τη γραφή του τις δικές του λογοτεχνικές πολιτείες και τους δικούς αφηγηματικούς κόσμους. Ο ήρωάς του για ακόμα μια φορά παθιασμένος με τα καράβια αναπολεί και αναστοχάζεται τη ζωή του, μια ζωή περιπλανώμενου και flâneur, δηλαδή ενός ανθρώπου που περιπλανιέται άσκοπα και χωρίς κανέναν λόγο.

Στις διαδρομές της ζωής, η ψυχή παίζει τα παιχνίδια της και ο νους μοιάζει με καράβι

«Η νουβέλα Πέτρα της Κόλασης άρχισε να γράφεται αμέσως μετά το Ουλτραμαρίν (1933), αναθεωρήθηκε κατ’ επανάληψη από το 1936 ως το 1944 και στην ουσία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ» διαβάζουμε στον εξαιρετικά διαφωτιστικό πρόλογο της έκδοσης τον οποίο υπογράφει η μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά, η οποία έφερε εις πέρας άλλη μία εξαιρετική εργασία μετάφρασης. Ο Λόουρυ είναι ένας εκκεντρικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε σε μια εποχή ταραγμένη, μια εποχή αναστάτωσης καθώς ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα έλαβαν χώρα. Είναι ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, η ακόμα πιο άστατη περίοδος του μεσοπολέμου καθώς και τα «προεόρτια» του ξεσπάσματος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που συνέβαλαν στον τρόπο γραφής του μέσα από τα βιώματά του αλλά και τα όνειρά του. Το πρόσωπο του Μπιλ είναι το απαύγασμα αυτής της περιόδου, καθώς παρακολουθούμε τον βίο του και την καταβύθισή του στον κόσμο του παραλόγου και μακριά από τα νήματα της λογικής. Είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται σχεδόν χαμένος να αναζητά τα πατήματά του, ένας μέθυσος σαν τον Χέμινγουέι που έλεγε να γράφεις μεθυσμένος και να διορθώνεις ξεμέθυστος.

Αγαπάμε τον Λόουρυ για αυτήν την υπέροχα «ανισόρροπη» γραφή όπου όλα μοιάζουν ρευστά, όλα μυρίζουν αστάθεια και όλα μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή. Ο ήρωάς του ρέπει προς την απόγνωση και την απογοήτευση καθώς στη Νέα Υόρκη, όπου επιθυμεί να ζήσει το μεγάλο αμερικανικό όνειρο, ανακαλύπτει πως η ζωή του είναι επί ξύλου κρεμάμενη και ουσιαστικά μοιάζει με ένα σαπισμένο καράβι που δηλώνει ναυάγιο. Έτσι και ο ίδιος, Βρετανός στην καταγωγή που αγαπάει τη μουσική καταλήγει στο ψυχιατρείο ως άλλος Βαν Γκογκ και εκεί περιδιαβαίνει τους θαλάμους – μην ξεχνάμε τον περίφημο Θάλαμο αριθμό 6 του Αντόν Τσέχοφ – και προσπαθεί να βρει ένα απάγκιο για να συνεχίσει να ζει. Συναντά διάφορους αποσυνάγωγους, διάφορους ανθρώπους σε ένδεια και σε απόλυτο διαμελισμό, εκεί στα σοκάκια της τρέλας θα προσπαθήσει να επιβιώσει συνομιλώντας με όσους συναναστρέφεται βρίσκοντας ένα κάποιο νόημα στη ζωή του, μια κάποια λύση σαν άλλος Καβάφης. Η κόλαση είναι το προπύργιό του, την ζει για τα καλά πριν περάσει προς το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο. Είναι σαν να ξαναγράφεται σε λίγες σελίδες μια άλλη δαντική κόλαση, η δική του κόλαση.

«Οι περιοδικές ανατριχιαστικές μεταμορφώσεις που κατασκεύαζε το μυαλό του και τις πρόβαλε σχεδόν σε κάθε αντικείμενο, όσο άσχημες κι αν ήταν, τόσο αποτρόπαια ολοζώντανες δεν ήταν πια. Κι ενώ στην αρχή ξεχνούσε επί μέρες ότι μπορούσε να βγαίνει έξω όποτε το επιθυμούσε, τώρα το ξεχνούσε πιο σπάνια. Ήταν απλώς ένας μεθύστακας, σκεφτόταν, παρότι για ένα διάστημα είχε προσποιηθεί ότι δεν ήταν, ότι ήταν τρελός με όλη την αξιοπρέπεια της τρέλας». Είναι η ίδια τρέλα που διακατέχει κάθε άνθρωπο με αυξημένη συναισθηματική νοημοσύνη, τον άνθρωπο εκείνον που νιώθει την επισφάλεια να τον περιτριγυρίζει σε έναν κόσμο του τότε γεμάτο αβεβαιότητα για τα μελλούμενα. Γιατί ο Λόουρυ έχει μόλις περάσει τον Ρουβίκωνα του Μεγάλου πολέμου και μέσω του ήρωά του μας περνάει το μήνυμα της δυσκολίας να ερμηνεύσει την επαύριον ενός κόσμου που ανατέλλει. Ο ήρωάς του είναι η προσωπογραφία και το στιγμιότυπο, είναι μια φωτογραφία της στιγμής που αναζητά τίτλο. Ο Μπιλ παλεύει με τον εσωτερικό του κόσμο πιο πολύ από τον εξωτερικό και τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Εκεί στο ψυχιατρείο έχει τον χρόνο να συναγελαστεί με άλλους σαν και εκείνον και αναρωτιέται αν η τρέλα του είναι πιο κανονική από αυτήν των έξω από το μέρος όπου βρίσκεται.

Ο Χέρμαν Μέλβιλ είναι ο σύμμαχός του, είναι το αποκούμπι του μα και η νοσταλγία του και όπως αναφέρει ο ίδιος πολύ επιτυχημένα «ήταν η σκιά μιας πόλης βυθισμένης σε μια φοβερή νύχτας δίχως λάμψη που έπεφτε βαριά στην ψυχή του · και πόσο αβάσταχτα τον βάραινε κάθε φορά που περνούσε κάποιο πλοίο!». Το μυθιστόρημα αυτό είναι στον απόηχο και στην κληρονομιά που έχτισαν συγγραφείς όπως ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, ο Χέρμαν Μέλβιλ, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τόσοι άλλοι που μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα άντλησαν εμπειρίες και τις κατέγραψαν στα βιβλία τους. Ο Λόουρυ το ίδιο επιτυγχάνει μέσα από ένα βιβλίο που καθηλώνει τον αναγνώστη μέσα από την ιστορία του πρωταγωνιστή Μπιλ Πλανταγενέτη, ενός νέου που όπως πολλοί της ηλικίας του θέλει να φύγει μακριά από όλους και από όλα για να ζήσει ένα όνειρο, αυτό που χαρίζει το ταξίδι στα πέρατα του κόσμου αλλά η μοίρα άλλα του έχει ορίσει να ζήσει. Ο Μπιλ θα επιθυμούσε πολύ να είναι επιβάτης σε ένα τέτοιο πλοίο που θα τον οδηγούσε μακριά από την επικίνδυνη ροπή προς το αλκοόλ, μακριά από τα σύνορα της τρέλας που τον έχει φυλακίσει στους τοίχους του ψυχιατρείου όπου παίζεται στα ζάρια η ζωή του και η επιβίωσή του. Σε κάθε περίπτωση, η γραφή του Λόουρυ μας ταξιδεύει μακριά στα πέρατα της αναμέτρησης με την λογική και την μάχη που δίνει κάθε άνθρωπος σαν τον Μπιλ, ένας γνήσιος και αυθεντικός μαχητής της ζωής.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Πέτρα της Κόλασης»

«Βλέπετε όμως, θυμάμαι πολύ καλά τις τελευταίες ημέρες πριν έρθω εδώ, και τότε έπινα πάρα πολύ. Θυμάμαι κάθε κίνηση, κάθε αργό τρέκλισμα, κάθε μέρος όπου πέταξα δέκα σεντς, κάθε μοχθηρό και φωτεινό πρόσωπο. Διαφημίσεις στους τοίχους, το όνομα κάθε ταβέρνας, συζητήσεις για το μπέιζμπολ ή για τον Παράδεισο…»

Διαβάστε επίσης:

Μάλκομ Λόουρι – Πέτρα της Κόλασης: Ανολοκλήρωτη αυτοβιογραφική νουβέλα