Αν παρομοιάζαμε τους ηθοποιούς της ομάδας Άττις του Θεόδωρου Τερζόπουλου με χορό κάποιας αρχαίας τραγωδίας, η Σοφία Χιλλ θα ήταν αναμφίβολα η Κορυφαία. Η καλλιτεχνική της πορεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σπουδαίο δημιουργό, αφού έχει ερμηνεύσει με αξιοσημείωτη προσήλωση ρόλους απαιτητικούς και δύσκολους, οι οποίοι ανέδειξαν την ξεχωριστή της προσωπικότητα και το ιδιαίτερο υποκριτικό της στίγμα. «Υπήρξε» στη σκηνή ως «Ιοκάστη», ως «Ελένη», ως «Βασίλισσα Ελισσάβετ» και πολλές ακόμα ηρωίδες, με ή χωρίς βαρύ ιστορικό όνομα.

Μοιάζει σχεδόν μυθιστορηματικό το γεγονός πως βρέθηκε «τυχαία» στο Άττις για μια αντικατάσταση ηθοποιού στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και έκτοτε δεν έφυγε ποτέ. Τις λίγες φορές που ακούστηκε πως θα κάνει κάτι διαφορετικό, εν τέλει αυτό παρέμεινε απλή ανακοίνωση. Δεν είναι λίγοι άλλωστε εκείνοι που περίμεναν να τη δουν ως Μαρίνα στη Μεγάλη Χίμαιρα του Πορεία. Παρόλα αυτά, παραμένει ακόμα και σήμερα ταυτισμένη με τις δημιουργίες του Τερζόπουλου σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Η ίδια, χαμηλών τόνων και ιδιαίτερα ευγενική, φαίνεται απόλυτα συνειδητοποιημένη ως προς τις επιλογές της και όλα όσα ζητά από το θέατρο. «Κάθε φορά πριν την πρεμιέρα συνειδητοποιώ πόσο αμαθής είμαι σε σχέση με όλα τα σημαντικά ζητήματα που αναδεικνύονται από ένα σπουδαίο κείμενο. Όπως και στη ζωή, αποδεικνυόμαστε ιδιαίτερα μικροί μπροστά στα μεγάλα ερωτήματα», λέει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων.

Φέτος, η Σοφία Χιλλ καλείται να συναντηθεί για πρώτη φορά στην καριέρα της με μια από τις πιο χαρακτηριστικές «αστές» του ιψενικού σύμπαντος, τη Νόρα από το Κουκλόσπιτο. Με αφορμή τον ρόλο και την σκηνοθετική ανάγνωσή του από τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, μπορέσαμε να γνωρίσουμε καλύτερα την σημαντική ηθοποιό και να συζητήσουμε για την επιλεκτική της παρουσία στα πράγματα, τις ερμηνευτικές διαδρομές που τόση σημασία έχουν για την ζωή της στο θέατρο, τη συνεργασία με το Άττις, αλλά και τις προσωπικές της επιθυμίες και επιδιώξεις.


– Ποια ακριβώς είναι η Νόρα του ιψενικού Κουκλόσπιτου;

Η Νόρα είναι μια σαρωτική ύπαρξη κατά τη γνώμη μου. Στο δρόμο της προς την αυτογνωσία πληγώνει και πληγώνεται. Δεν είναι τόσο η φεμινίστρια που κάνει την επανάστασή της, παρά ένας άνθρωπος που ζητά την Αλήθεια.

– Η Νόρα του κειμένου με τη Νόρα που έπλασε ο Θεόδωρος Τερζόπουλος έχουν διαφορές; Πώς αναδεικνύεται η συγκεκριμένη ηρωίδα μέσα από τη σκηνοθεσία του;

Βέβαια έχουν. Η Νόρα που έπλασε ο Τερζόπουλος κατ’ αρχήν δεν είναι η «αθώα κουκλίτσα», που αδικήθηκε από τον άνδρα της και τον πατέρα της, ούτε το απλό θύμα που συνειδητοποιεί την κατάστασή του. Είναι σαφώς μια «κούκλα» πιο επικίνδυνη. Είναι ένα άτομο ενεργητικό, ισχυρό, όπως άλλωστε όλες οι γυναικείες φιγούρες στο σύμπαν του Τερζόπουλου. Είναι παράλληλα και θύμα, αλλά και θύτης. Τη χειρίζονται αλλά και τους χειρίζεται. Προσπαθεί να στήσει και αυτή το παιχνίδι με το δικό της τρόπο, άσχετα εάν τα πράγματα κάποια στιγμή την υπερβαίνουν.

Στιγμιότυπο από τη «Νόρα» του Θεόδωρου Τερζόπουλου στο Θέατρο Άττις

– Ποιες πλευρές του έργου προσωπικά σας απασχόλησαν ιδιαίτερα στο διάστημα των προβών και της μελέτης για την παράσταση;

Η αλήθεια είναι ότι μέσα από όλη αυτήν την διαδικασία προβληματίστηκα για πολλά πράγματα, μιας και είναι η πρώτη φορά που καταπιανόμαστε με ένα αστικό δράμα σαν αυτό του Ίψεν. Υπήρχαν σκέψεις για το πώς θα στηθεί όλο αυτό, πώς δηλαδή θα μεταφραστεί σκηνικά στη «γλώσσα» του Τερζόπουλου. Βρισκόμουν σε μια ανησυχία, ήθελα να μπαίνω συνεχώς και σε άλλα μονοπάτια, άνοιγα πόρτες που τις κοίταζα και με έβαζαν σε πειρασμούς, αλλά έπρεπε να τραβηχτώ και να μείνω στο ζητούμενο.

Με προβλημάτισαν επίσης δεδομένα πάνω στην ίδια την ηρωίδα. Για παράδειγμα, μια έξυπνη γυναίκα σαν τη Νόρα, δεν ήξερε ποιος είναι ο άνδρας της; Μήπως το γνώριζε και εθελοτυφλούσε για να μην χαλάσει το Κουκλόσπιτο που η ίδια είχε στήσει; Μήπως στο τέλος απλά τής τέλειωσαν τα άλλοθι και ξαφνικά διαπίστωσε τι ήταν στην πραγματικότητα τα κοντινά της πρόσωπα; Παραδέχεται ας πούμε στο τέλος, πως η ίδια χειρίστηκε τα παιδιά της σαν κούκλες, όπως τη χειρίστηκαν και οι άλλοι. Με την πράξη της να αυτοκτονήσει ή να φύγει, μήπως θέλει να σπάσει αυτόν τον κύκλο; Η αγάπη και η αυτοθυσία της στην αρχή, πόσο μεγάλες και αληθινές είναι; Πώς αφήνει έτσι τα παιδιά της στα χέρια ενός ανθρώπου που ξέρει ότι δεν είναι ικανός για αγάπη αληθινή; Πόσο νοσεί εν τέλει ψυχικά η Νόρα; Είναι ψυχικά άρρωστη ή βλέπει τα πράγματα καθαρότερα από όλους και λέει «φεύγω»;

Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι ανοιχτά. Εγώ δεν έδωσα απαντήσεις και δεν ξέρω και αν θέλω να δώσω. Οι σκέψεις έρχονται στο νου μου η μία πίσω από την άλλη. Κάθε βράδυ βρίσκομαι σε αυτήν την διαδικασία. Αν πιστέψω ότι κάπου οδηγούμαι, την επόμενη στιγμή αυτό αναιρείται.

– Πόσο καιρό νωρίτερα αρχίζετε να προετοιμάζεστε για κάθε ρόλο και πώς συνηθίζετε να δουλεύετε πάνω σε αυτόν, να τον προσεγγίζετε;

Από την ώρα που μου προτείνεται ένας ρόλος, αρχίζω να τον κουβαλάω μαζί και στην καθημερινότητα. Έχω πάντα έναν εσωτερικό διάλογο με τους ρόλους μου. Έχω συγκρούσεις, έχω συμφιλιώσεις, συμφωνίες και διαφωνίες… Γίνεται παρέα σου. Η αλήθεια είναι πως από την στιγμή που αρχίζει να σε απασχολεί σε τέτοιο βαθμό, ξεκινά μια έρευνα. Υπάρχει μια φυσική περιέργεια. Αρχίζεις και ψάχνεις πράγματα γύρω από αυτόν, όσο πιο πολύ μπορείς. Μπορεί να ψάχνεις ανθρώπους που του μοιάζουν ή που έχουν λειτουργήσει αντίστοιχα σε καταστάσεις. Αν είναι ένα κείμενο ιστορικό, αναζητάς ιστορικά στοιχεία για το πρόσωπο και την εποχή του. Αν πάλι δεν είναι, προσπαθείς να βρεις πρόσωπα που του μοιάζουν, ακόμα και από το κοντινό περιβάλλον σου, καταστάσεις οικείες…

Η έρευνα δεν σταματά. Άμα θέλεις να ψάξεις υπάρχουν άπειρα πράγματα. Αλλά από την ώρα που όντως σε καταλαμβάνει αυτό το πράγμα, σου γίνεται εμμονή και το κουβαλάς μαζί σου στις απλές στιγμές της καθημερινότητας. Σε απασχολεί όπως ένας έρωτας. Άμα ερωτευτούμε δεν κάνουμε έναν διάλογο; Τον άλλον τον κουβαλάμε μέσα μας, κάνουμε έμμεσες συζητήσεις μαζί του. Κάπως έτσι και με τους ρόλους. Σε απασχολούν τόσο πολύ, που όλα τα μεταφράζεις σε σχέση με αυτούς. Οτιδήποτε γίνεται αφορμή για να δεις τα διάφορα ζητήματα, να δώσεις λύσεις.

Η Σοφία Χιλλ στο «Νοσφεράτου» σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου

– Ως καλλιτέχνη τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στην προσωπική σας διαδρομή στο θέατρο;

Όλοι οι ηθοποιοί από μια ηλικία και έπειτα, αρχίζουν να αναρωτιούνται, να αμφιβάλλουν. Θεωρώ πως σημαντικότεροι είναι οι διάλογοι που αναπτύσσονται. Ο διάλογος σε σχέση με τα κείμενα, ο διάλογος μεταξύ των ηθοποιών, μεταξύ του ηθοποιού και του σκηνοθέτη, ενώ σπουδαίος είναι φυσικά ο διάλογος μεταξύ του ηθοποιού και των θεατών. Αυτή δηλαδή η σύμβαση, η συμπαιγνία του τύπου, «εγώ δήθεν σου λέω την αλήθεια και εσύ δήθεν την πιστεύεις». Είναι μια ανάγκη για επαφή μεταξύ των ανθρώπων. Και επειδή η εποχή μας είναι ιδιαίτερα αποστειρωμένη, χωρίς ιδιαίτερα ζωντανή ανθρώπινη επαφή, το θέατρο νομίζω πως αυτό το διατηρεί ακέραιο.

Δεν μπορώ πάντως να προσδιορίσω το τι ακριβώς δημιουργείται μεταξύ καλλιτεχνών και θεατών. Ίσως μια ψεύτικη αλήθεια ή ένα αληθινό ψέμα. Σίγουρα όμως, υπάρχει μια κατάσταση ιερή, μια συνομωσία, που κατ’ εμέ αποτελούν συστατικά της αγάπης.

– Όταν πρωτοείδατε παράσταση του Θεόδωρου Τερζόπουλου ποια στοιχεία των ιδιαίτερων δημιουργιών του σας κέρδισαν περισσότερο;

Νομίζω πως έχει να κάνει με την «ποίηση». Μια ποίηση με την ευρύτερη έννοια. Δεν είναι ρεαλιστικό το θέατρο του Τερζόπουλου. Με κέρδισε το σπάσιμο των ορίων, ο χρόνος έτσι όπως χρησιμοποιείται σκηνικά, η σκληρή και απαιτητική δουλειά με τους καλλιτέχνες… Ο Τερζόπουλος χτίζει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σύμπαν. Διαθέτει μια ενέργεια και μια ματιά πρωτοφανή.

Η Σοφία Χιλλ ως «Ελένη» στις εξαιρετικές «Τρωάδες» του Θεόδωρου Τερζόπουλου στο Αρχαίο Θέατρο Δελφών

– Οι ηθοποιοί του Άττις είναι ταυτισμένοι με τον χώρο, τις ιδιαίτερες παραστάσεις, αλλά και τον τρόπο εργασίας, την περιβόητη μέθοδο Τερζόπουλου. Εσείς νιώθετε κάποιο βάρος, μια ευθύνη, κάθε φορά που σας προτείνουν διαφορετικά πράγματα;

Νομίζω όλοι οι ηθοποιοί, τόσο οι μόνιμοι συνεργάτες, όσο και οι εξωτερικοί, προσπαθούν να προσαρμοστούν και να υπηρετήσουν αυτό που τους ζητείται. Άλλωστε, αυτή είναι και η δουλειά του ηθοποιού. Να προσαρμόζεται και να θέτει τον εαυτό του στις ανάγκες της εκάστοτε παράστασης.

Στο Άττις υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος εργασίας. Οι πρόβες είναι αρκετά σφιχτές, οι συζητήσεις περιορίζονται σε πράγματα γύρω από την παράσταση, τα διαλείμματα γίνονται αυστηρά για ένα νερό, μια ανάσα, όχι για ατελείωτες συζητήσεις με καφέ και τσιγάρο. Τον πρώτο καιρό αυτά μπορεί να φαίνονται δύσκολα σε κάποιον ηθοποιό, κάπως ασκητικά. Όταν όμως συνηθίζεις να δουλεύεις με τέτοιους ρυθμούς, εντάσεις και συνθήκες, μετά δυσκολεύεσαι να προσαρμοστείς σε κάτι διαφορετικό. Μαθαίνεις σε έναν συμπυκνωμένο χρόνο προετοιμασίας για την κάθε παράσταση. Είσαι 100% εκεί, δεν αφήνεσαι, γιατί αλλιώς θα διαλυθείς. Κατά τη γνώμη μου είναι υπέροχο όταν μπαίνεις στο θέατρο, να βάζεις τον εαυτό σου σε αυτή τη λειτουργία, του ηθοποιού και μόνο. Οι κουβέντες, οι φιλίες, οι αναλύσεις είναι ωραίο να γίνονται εκτός σκηνής. Να μην δημιουργείται δηλαδή μια αναβολή. Πρέπει να είσαι… κομάντο!

Και μιας και αναφερθήκατε στη μέθοδο του Τερζόπουλου, πρέπει να πω ότι για τον καθένα λειτουργεί διαφορετικά. Είναι μια μέθοδος που αποσκοπεί στην απελευθέρωση του ηθοποιού. Η αποδόμηση βοηθά τον καλλιτέχνη να παρακάμψει κάποιες αναστολές εγκεφαλικές ή σωματικές και να νιώσει μια ελευθερία. Σε αυτό το σημείο, ο ηθοποιός συναντιέται με τον εαυτό του, με όσα κουβαλά ή δεν κουβαλά μέσα του. Δεν μπορείς να συναντηθείς με πράγματα που δεν έχεις. Η μέθοδος Τερζόπουλου είναι και αυτή μια οδός, δεν διαθέτει κάποιο μαγικό συστατικό. Το ζητούμενο είναι να φτάσεις στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ζητούμενο σημείο συνάντησης μπορεί να έρθει από πολλούς δρόμους. Πιστεύω ότι όσοι συνεργάζονται με το Θεόδωρο, αλλά και άλλους σκηνοθέτες, το ξέρουν αυτό. Πρόκειται για ακόμη έναν τρόπο. Για ακόμη μια απάντηση στο «πώς». Όμως, η πρόθεση κάθε φορά είναι ιερή και διαφορετική.

Έπειτα, ως προς το άλλο σκέλος της ερώτησης, πρέπει να τονίσω πως το βάρος και η ευθύνη για τις επιλογές μας είναι αυτό που μας καθορίζει. Θέλω να λέω «ναι» με όλη μου την ψυχή. Όχι μόνο στο θέατρο. Στη ζωή, στον έρωτα, σε όλα. Όμως όταν υπάρχουν αμφιβολίες… γυρίζω πίσω. Δεν υπάρχει χρόνος για… «μισο-ναι»!

– Υπάρξαν φορές που μετανιώσατε για προτάσεις που απορρίψατε ή για δημιουργούς με τους οποίους εν τέλει δε βρεθήκατε ποτέ;

Δε μετάνιωσα πολλές φορές. Τα «όχι» που έχω πει ήταν αρκετά συνειδητά. Για κάποιες όμως «συναντήσεις» έχω μετανιώσει. Ήθελα να δω τις ζυμώσεις που θα είχαν φέρει μέσα μου ως προς τη σχέση μου με το θέατρο, καθώς και με τις ευρύτερες αναζητήσεις μου.

Επιμένω όμως, ότι αυτό δεν αφορά στη μέθοδο και τον τρόπο που έχω μάθει να εργάζομαι. Ακούω διάφορους που αναρωτιούνται: «Παίζετε με τον Τερζόπουλο – άραγε μπορείτε να παίξετε ρεαλιστικό θέατρο;». Μα φυσικά! Είμαστε ηθοποιοί, ακολουθούμε εντολές. Άνετα ανταποκρινόμαστε ως επαγγελματίες και σε κάτι άλλο. Το θέμα όμως δεν είναι εκεί.

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος είναι απόλυτα ακριβής και αυστηρός σε ό,τι ζητά. Θα ήθελα να δω τον εαυτό μου με έναν άνθρωπο ο οποίος είναι πιο ήρεμος, πιο ελαστικός ίσως για να διαπιστώσω τι θα δημιουργούσε μέσα μου. Αυτά όμως είναι πράγματα τα οποία αποφασίζεις από την αρχή και ακολουθείς εν τέλει τη διαδρομή που σε εκφράζει περισσότερο.

Στην παράσταση «Alarme» με την Αγλαΐα Παππά

– Η ομάδα του Άττις έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Ερμηνεύοντας τους εκάστοτε ρόλους σε διαφορετικά θέατρα, όσο και μπροστά σε διαφορετικούς θεατές ανά την υφήλιο, ποιες θα λέγατε ότι είναι οι πιο δυνατές εμπειρίες που έχετε ζήσει;

Είναι όντως πολλές οι χώρες και πολύ διαφορετικές οι εμπειρίες, οι οποίες συνήθως έχουν να κάνουν με το κοινό. Δηλαδή ας πούμε, είναι αξέχαστες οι φορές που παίξαμε μπροστά στο ρώσικο κοινό. Είναι θεατές ιδιαίτερα εκπαιδευμένοι, προετοιμασμένοι, με πρόθεση και διάθεση να παρακολουθήσουν ολοκληρωτικά αυτό που συμβαίνει επί σκηνής. Συγχρόνως βέβαια, είναι ιδιαίτερα αυστηροί και έμπειροι. Από την άλλη πλευρά, είναι εντελώς διαφορετική η αίσθηση ενός ανοιχτού θεάτρου σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Αλβανίας ή μπροστά σε ένα κοινό στο Ζεφύρι της Αττικής. Είναι άνθρωποι που παρακολουθούν με μάτια παρθένα, χωρίς σχετική τριβή, που όμως έρχονται απενοχοποιημένα να δουν αυτό που τους προσφέρεις. Είναι για μένα εξίσου δυνατά όλα, για διαφορετικούς λόγους το καθένα.

Δημιουργείται τεράστιο ενδιαφέρον πάντα, γιατί μπαίνεις σε άλλη διαδικασία. Πρέπει να είσαι σε τρομερή ετοιμότητα και εγρήγορση, ώστε να ανοίξεις «διάλογο» επιτόπου μαζί τους.

– Έχετε αναφερθεί κατά καιρούς στον ανέμελο τρόπο που βιώσατε την παιδική σας ηλικία. Όλα αυτά πώς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε τη ζωή και την καθημερινότητα σήμερα σε όλες τις εκφάνσεις; Νιώθετε εκπληρωμένους εκείνους τους στόχους που είχατε ως παιδί ή έφηβη;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ προσωπικούς στόχους. Δεν είχα το άγχος να «πετύχω», έτσι όπως το εννοούμε σήμερα. Στην οικογένειά μας η επιτυχία σήμαινε να είσαι υγιής, χαρούμενος, να έχεις ευεξία, γαλήνη, συμπόνια και να είσαι ανοιχτός ώστε να επικοινωνείς με τους άλλους. Σαν μεγαλύτερο χρέος, έτσι όπως το καταλάβαινα εγώ, ήταν το να ζεις στο «τώρα». Να είσαι παρών 100% σε αυτό που συμβαίνει, να μη ζητάς αδιάκοπα κάτι ακόμα, το κάτι παραπάνω. Να είσαι ευχαριστημένος με αυτό που γίνεται «εδώ». Τα όνειρα ή τα σχέδια, είχαν να κάνουν με πράγματα που θα μου έδιναν χαρά και νόημα, ώστε να ομορφύνουν το «παρόν». Όχι για να γεμίσω άγχος, φόβους και αγωνίες για το πώς θα τα καταφέρω μελλοντικά.

Η αλήθεια είναι πάντως, πως κάποια στιγμή μεγαλώνοντας ήρθα σε σύγκρουση με όλο αυτό που μου είχαν περάσει οι γονείς μου. Αναρωτήθηκα γιατί δε με προειδοποίησαν πως τα πράγματα στην καθημερινότητα και στις σχέσεις με τους άλλους είναι αλλιώς, σε πλήρη αντίθεση με αυτά που είχα συνηθίσει… Όμως, όσο περνούν τα χρόνια επανέρχομαι σε αυτό ως γονιός και εγώ και βρίσκω ουσία στο να πετάς τα περιττά, να αφαιρείς. Διαπιστώνεις ότι σημασία έχει η χαρά και η ευχαρίστηση σε αυτό που ζεις. Και προσπαθώ να το περάσω και στο γιο μου. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που τα παιδιά πρέπει να βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση και έτσι λειτουργούν υπό μεγάλο άγχος. Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι όλα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε σαν παιχνίδι. Εάν κάτι δε σε ευχαριστεί, ας μην το κάνεις, διαφορετικά δεν αξίζει να το αντιμετωπίζεις, να το ζεις.

– Αν δεν είχατε γίνει ηθοποιός με τι θα θέλατε να ασχολείστε;

Κάθε μέρα σκέφτομαι πως θέλω να ασχολούμαι και με κάτι άλλο (γέλια). Έχω καταλήξει στο ότι κάθε ηθοποιός θα επιθυμούσε ιδανικά να ασχολείται με πολλά και διαφορετικά. Κατά μια έννοια έχεις αυτήν την ψευδαίσθηση, μιας και τόσο οι διάφοροι ρόλοι, όσο και οι παραστάσεις σού δίνουν αυτή τη δυνατότητα.

Σε στιγμές ηρεμίας παλιά, είχα σκεφτεί πως θα μου άρεσε να είμαι δασκάλα σε ένα μονοθέσιο κάποιου απομακρυσμένου χωριού, κοντά στη φύση και τους ρυθμούς της, να κάνω εκεί παιδιά και να ζουν σε μια ησυχία. Από την άλλη, με εξίταρε πάντα και η αρχαιολογία. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η αγάπη μου για τους μύθους και τα αρχαία κείμενα. Η αρχαιολογία έπαιξε τεράστιο ρόλο στη σχέση μου με το θέατρο. Το κομμάτι της υποκριτικής με βρήκε σχεδόν μόνο του από πολύ μικρή, όμως το ακολούθησα γιατί μου φάνηκε φυσικό. Η «ρίζα» όμως ήταν η αρχαιολογία. Οι τραγωδίες, ο λόγος, οι μεγάλοι ποιητές…

– Πώς θα θέλατε να είστε ιδανικά σε δέκα χρόνια από σήμερα;

Ελπίζω να έχω γαλήνη, να μην αρχίσω να φλυαρώ, να έχω πάθος, περιέργεια και πάνω από όλα συνεχή ερωτήματα, τόσο σαν άνθρωπος όσο και σαν ηθοποιός.


Διαβάστε επίσης:

Νόρα: Η νέα παράσταση του Θεόδωρου Τερζόπουλου στο Θέατρο Άττις