Τα Δωμάτια και η Ιστορία τους

Φαίνεται σαν χτες όταν το 1999 ο Γεράσιμος Καππάτος, γνωστός από εκθέσεις διεθνών καλλιτεχνών μεγάλου βεληνεκούς, μεταξύ των οποίων οι William Kentridge, Marina Abramovic, Louise Bourgeois, Lynda Benglis, προσκάλεσε πέντε επιμελητές τέχνης να παρουσιάσουν νέους καλλιτέχνες στην ομώνυμη γκαλερί του σε ένα μικρό νεοκλασικό στην οδό Αγίας Ειρήνης στο Μοναστηράκι. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για τον ίδιο που πρόσφερε το χώρο του δίνοντας ένα βήμα σε πρωτοεμφανιζόμενους, αδοκίμαστους ακόμα, καλλιτέχνες αλλά και για τους επιμελητές που λειτούργησαν ως προφήτες εικάζοντας αλλά και προλειαίνοντας το μέλλον της τέχνης μέσα από την εμπιστοσύνη τους στη φρέσκια και πολλά υποσχόμενη καλλιτεχνική δημιουργία.

Από τότε πέρασαν είκοσι χρόνια, και μαζί πέρασαν 104 επιμελητές και 292 καλλιτέχνες, ένας πολύ μεγάλος αριθμός δημιουργικών ανθρώπων για μία μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, οι οποίοι βρήκαν μία πολύ σημαντική πλατφόρμα, για να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, σε καλλιτεχνικό, επιμελητικό και θεωρητικό επίπεδο. Κάνοντας έναν σύντομο απολογισμό, η πλειονότητα των καλλιτεχνών που στα πρώτα τους βήματα συμμετείχαν στα Rooms έχουν να παρουσιάσουν όχι μόνο μία σταθερή παρουσία εντός των πυλών αλλά και μία αξιόλογη πορεία στο εξωτερικό, τοποθετώντας την Ελλάδα στις επάλξεις της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής του 21ου αιώνα. Ο επιμελημένος ετήσιος κατάλογος που εκδίδεται κάθε φορά αποτελεί το συνολικό opus της κάθε διοργάνωσης, όπου λόγος και εικόνα συνυπάρχουν και συνυφαίνουν το σήμερα της ελληνικής τέχνης.

Το Ξενοδοχείο Φιλοξενεί την Τέχνη

Μετά τις αρχικές εκθέσεις στα δωμάτια της γκαλερί Καππάτος, τα Rooms μετακόμισαν σε έναν διαφορετικό χώρο, καταλαμβάνοντας τον απρόσωπο και εφήμερο τόπο διαμονής των δωματίων ενός ξενοδοχείου, τα οποία και λειτούργησαν ως αυτόνομοι χώροι υποδοχής και ανάδειξης, ή και κατάκρυψης, του έργου τέχνης. Οι καλλιτέχνες είχαν την επιλογή να αδειάσουν τα δωμάτια από τα έπιπλά τους ή να τα χρησιμοποιήσουν εκμεταλλευόμενοι αυτόν ακριβώς τον ενδιάμεσο χαρακτήρα της ‘ημι-διαμονής’ για να περάσουν από το προσωπικό στο δημόσιο, υιοθετώντας το ρόλο του οδοιπόρου σε ένα ταξίδι προσωπικής εξερεύνησης με πολλές ανακαλύψεις στην πορεία. Αυτή η εφήμερη αίσθηση οικειοποίησης ενός ανοίκειου περιβάλλοντος όπως το δωμάτιο ξενοδοχείου δημιουργεί την εντύπωση του Πλατωνικού σπηλαίου, ότι κατά κάποιο τρόπο ο καλλιτέχνης στέκεται δίπλα στην αληθινή ζωή δημιουργώντας την εικόνα της. Ένας ανέστιος τόπος, του οποίου η πόρτα κλείνει και κρατάει στιγμιαία μέσα την απόλαυση, τη μυστικοπάθεια, το δράμα, τη φαντασία.

Το ξενοδοχείο που συνδέθηκε άρρηκτα με τα Rooms ήταν το St. George Lycabettus στο Κολωνάκι, και παροδικά, ως Visions, το Imperial Hotel σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (Makedonia Palace). Συνήθως άδειαζε όλος ο επιλεγμένος όροφος για να «κατοικηθεί» για τρεις περίπου εβδομάδες από τους νέους του καλλιτεχνικούς αποίκους, οι οποίοι εκφράζονταν μέσα από μία μεγάλη και συχνά διαθεματική ποικιλομορφία μέσων και μορφών, από τη ζωγραφική στη σκηνογραφία και από το βίντεο στην ζωντανή επιτέλεση δράσεων. Κάποιες χρονιές η έκθεση συνεχιζόταν με έργα μικρότερων διαστάσεων και στην γκαλερί Καππάτος με τη διοργάνωση Rooms plus. Η αμεσότητα και η συχνότητα της έκφρασης «έχω δει έργο του/της στα Rooms» υποδηλώνει την απήχηση της έκθεσης και εκτός του στενού κύκλου του εξειδικευμένου περί τέχνης κοινού, στην οποία βοήθησε και το άνοιγμα σε ένα χώρο ο οποίος δεν θεωρείται ο απρόσιτος λευκός εκθεσιακός κύβος, αλλά ένας τόπος παροδικής φιλοξενίας από τον οποίο όλοι έχουμε περάσει κάποια στιγμή στη ζωή μας.

Θα χαιρόμασταν να μπορούσαμε να απολαύσουμε μία έκδοση με τη συνολική παρουσία δημιουργών και θεωρητικών στη διάρκεια λειτουργίας του θεσμού. Ενδιαφέρον θα είχε αργότερα και ένα επετειακό homage με τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, όπως και μία έκθεση που θα παρουσίαζε την εξέλιξη των συμμετεχόντων από την πρώτη τους εμφάνιση έως σήμερα.

ROOMS 2018

Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη έκθεση, τα Δωμάτια γιορτάζουν και επιστρέφουν στην Αίθουσα Τέχνης Καππάτος, στον πρόσφατο, ευρύχωρο χώρο της οδού Αθηνάς, όπου 18 επιμελητές προτείνουν 21 καλλιτέχνες, με τυχαίο εύρημα κάποια κοινά χαρακτηριστικά όπως η υλικότητα, η διάδραση, η χειρονακτικότητα, η κινητικότητα αλλά και η συνέργεια έργου και λόγου.

Η νέα διάταξη της αίθουσας σε έξι διακριτούς χώρους βοηθάει να δημιουργηθούν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ υφολογικά συμβατών έργων έτσι ώστε, παρόλη την απουσία της απομόνωσης που προσέφεραν τα δωμάτια, να δημιουργηθεί μία συνθήκη αναστοχασμού και ψιθύρου, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει ανεμπόδιστη ροή οπτικής πληροφορίας από το ένα έργο στο επόμενο, με τις εγκαταστάσεις να υπερέχουν σε αριθμό σε σχέση με άλλα μέσα.

Μία Ανάσα το Δευτερόλεπτο

Αν ακολουθήσουμε μία νοητή πορεία από τα αριστερά της εισόδου, αμέσως μας απορροφά ένας άυλος χώρος όπου μεγάλες φυσαλίδες αιωρούνται και υιοθετούν τη δομή του οξυγόνου. Τα 60’’ της Νεφέλης Μυρτίδη (επιμέλεια Δηώ Καγγελάρη) μας οδηγούν πίσω στην αρχή. Της αναπνοής, της ύπαρξης. Η ανάσα που εμψυχώνει, καθαίρει, αποβάλλει και ζωοδοτεί. Μέσα στο νερό το οξυγόνο εκπνέεται σε ποφλόλυκες σε μία απονενοημένη προσπάθεια να παραμείνει ο άνθρωπος στη ζωή, από όπου και οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν την εγκατάσταση. Η οπτική διάθλαση, η παραμόρφωση ήχου και εικόνας, η απώλεια αισθητηριακών ερεθισμάτων και η παραισθητική πραγματικότητα που δημιουργείται μέσα στο υγρό στοιχείο δημιουργούν μία ατμόσφαιρα ασφυξίας και ταυτόχρονα εξιλέωσης. Το διαδραστικό αυτό έργο αγγίζει την ύστατη στιγμή του περάσματος. Από τη μήτρα στην κοινωνία, από τον αέρα στο νερό, από την ανάσα στην απώλειά της, από τη ζωή στο επέκεινα.

Ζωγραφικοί Λεωφόροι

Μετά την ανάδυσή μας από το υγρό στοιχείο, η φαρδιά χειρονομιακή, εξπρεσιονιστική γραφή του Στέλιου Ράιδου (επ. Κατερίνα Κωστή, Χριστιάνα Στάμου) διαγράφει οδούς μέσα από την ύλη. Μία ύλη ψημένη στο φως σαν καλοκαιρινό απομεσήμερο κάπου στον βαθύ νότο, να προσεγγίζει το απόκοσμο εκτυφλωτικό φως της βυζαντινής αγιογραφίας. Το φως και οι αραβουργηματικές του διαδρομές διασχίζουν την επιφάνεια του έργου και γίνονται το όχημα αλλά και το κεντρικό θέμα της αφήγησης σε μία εμβληματική απεικόνιση ενός ζωγραφικού μονοπλάνου.

Στην αντίπερα όχθη της γραφής στη ζωγραφική ο Νίκος Τσικούρας (επ. Χάρης Σαββόπουλος), χρησιμοποιεί τον καμβά ως μάτριξ/πλέγμα για να αναπτύξει ένα περίπλοκο σειριακό δίκτυο συμβόλων μέσα σε έναν ιδεατό χώρο που θυμίζει λογισμικό υπολογιστών, που μοιάζει να κινείται και να μεταβάλλεται διαρκώς σε μία προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει κάποια κρυπτογραφημένη γραφή. Η οπτική εντύπωση παραπέμπει σε μία ψηφιακή ταπισερί όπου το σύγχρονο υφαίνεται μαζί με το χειροποίητο συνθέτοντας λεπτομέρειες ιδιότυπων τοπίων που σχηματοποιούνται μπροστά στα μάτια του θεατή.

Το Δωμάτιο του Ήχου

Η αίσθηση του ρυθμού συνεχίζεται στην κεντρική αίθουσα με τον ηχητικό γλυπτικό χώρο μέσα στο χώρο από τη Φιλιώ Σαμψάκη (επ. Τάσος Κουτσουρής). Πρόκειται για μία στοά από τοξωτά ξύλα που συγκρατούνται από τεντωμένες μεταλλικές χορδές και ακουμπούν στον τοίχο, χρησιμοποιώντας τον στη δημιουργία ενός ιδιόμορφου μουσικού οργάνου που δύναται να φιλοξενήσει μέσα στο κήτος του τον θεατή. Ένα διαδραστικό ηχητικό ελλειπτικό περιβάλλον λειτουργεί σαν καταφύγιο ενδοσκόπησης και περισυλλογής αλλά και σαν χρονική πύλη προς τις απαρχές της μουσικής δημιουργίας, μία διαχρονική δίοδος από τη σιωπή στην ηχητική πυκνότητα και από εκεί στην ακουστική τελετουργία του ελάχιστου.

Η Γείωση του Πολύτιμου

Δέσποινα Χαριτωνίδη

Ακουμπισμένο στο πάτωμα κείτεται το χρυσό φολιδωτό ‘χαλί’ με τίτλο Sungarden της Δέσποινας Χαριτωνίδη (επ. Ελένη Τσοποτού). Πρόκειται για μία επιδαπέδια εγκατάσταση, μίνιμαλ και πολυτελής μαζί, sacred and profane. Τα τετράγωνα λεπτεπίλεπτα φύλλα χρυσού θροΐζουν στο κάθε απειροελάχιστο άγγιγμα του αέρα από την κίνηση των θεατών, εκτελώντας μία όμορφη μοιραία χορογραφία προς την ολοκληρωτική φθαρτότητα. Η αποκαθήλωση του πολύτιμου υλικού στο πάτωμα, όπως και το γεγονός ότι όσο το χρυσό κινείται άλλο τόσο καταστρέφεται, αναπόφευκτα οδηγεί στον αναλογισμό της ματαιότητας στην πρόσληψη του πολύτιμου, και στην ουσιαστική απομυθοποίηση της ύλης είτε ως σημαίνον αγαθό είτε ως προσωπικό κτέρισμα που συνεχίζει να υπάρχει πέραν της κάθε πρόσκαιρης ιδιοκτησίας, συνθέτοντας ταυτόχρονα μία ανεπαίσθητη λυρική ωδή στη φθορά.

Η Πάλη του Λευκού

Μπροστά από τις χρυσές αντανακλάσεις, στο βάθος του ίδιου χώρου στήνεται το Explosive της Ελένης Τσαμαδία (επ. Χριστίνα Σγουρομύτη). Λευκό στο λευκό με την γνώριμη σουπρεματιστική καθαρότητα του Malevich. Πού λοιπόν εντοπίζεται ο πυροδοτικός μηχανισμός όπως καταδεικνύει ο τίτλος του; Χρειάστηκε να παραβρεθώ στην περφόρμανς για να συνειδητοποιήσω ότι η έκρηξη στο λευκό περικλείει μεγαλύτερη ένταση και βουβή μα σχεδόν εκκωφαντική αντήχηση από ότι επάνω σε οποιοδήποτε άλλο ζεστό ή σκοτεινό χρώμα. Στο λευκό ψάχνει να ενώσει τα σπαράγματά της η ψυχική οδύνη, στα απειλητικά λευκά αστικά περιβάλλοντα διαπράττονται οι πιο ειδεχθείς πράξεις, σε ψυχρά λευκά χωρία ψάχνει καταφύγιο η τέχνη να αποκαλύψει τη ζέστη της μα και να σιωπήσει ερμητικά. Στο explosive της Τσαμαδιά η υλικότητα δύο αντιθετικών σωμάτων ξεκινά μία αέναη πάλη μέσα στη σκόνη του χρόνου πίσω από ένα διάφανο παραπέτασμα χωρίς προβλεπόμενο αποτέλεσμα. Η συστολή και αναδίπλωση του κορμιού κατά τη δράση αναφέρεται κι αυτή στη διάρκεια μιας ανάσας, με τις εξάρσεις και τις παύσεις της, μέσα από την έκσταση και την αγωνία της, την παραίτηση και την επιμονή της.

Η Χειροτεχνία της Ζωής

Adi Liraz

Στη δεύτερη περφόρμανς των Rooms 2018, μέσα στο πρόσφατα διαμορφωμένο εσωτερικό δωμάτιο, η Adi Liraz (επ. Δώρα Κεχαγιά, Κατερίνα Κωνσταντίνου) δημιουργεί ζωντανά, μέσα από το κέντημα, τη βαφή, τη φωτογραφία, ένα υφαντό της πολυδιάστατης ιστορίας του Ελληνικού Εβραϊσμού. Ιστορικά στοιχεία συν-πλέκονται με προσωπικές αφηγήσεις γυναικών του στενού και ευρύτερου κύκλου της οικογένειας της καλλιτέχνιδας, επιτελώντας ένα παλίμψηστο μνημών των γυναικών εκείνων που έζησαν μέσα σε ταραγμένους καιρούς και παρουσιάζουν σε ένα επιδαπέδιο ανάγνωσμα τις ποικίλες πτυχές και τη διαφορετικότητα που ενυπάρχει στην εβραϊκή παράδοση. Ταυτόχρονα ο άρρηκτος δεσμός που δημιουργείται μεταξύ καλλιτέχνιδος και έργου κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του φέρνει στο νου ένα ανοιχτό κουκούλι που μέσα στη διάμετρό του προσφέρει προστασία και γνώση.

Σε υφολογική ταύτιση, στον απέναντι τοίχο η Ιφιγένεια Σδούκου με την Παραμυθία (επ. Ειρήνη Σαββανή) χρησιμοποιεί το λόγο από τη συνεργασία της με την ποιήτρια Στέλλα Νταβαρούκα για να κεντήσει σε μαξιλάρια τα ποιητικά της αποσπάσματα με κόκκινη κλωστή. Η καλλιτέχνης οικειοποιείται την παραδοσιακή τεχνική του κεντήματος, ως μέσου εργασιοθεραπείας και οικιακής διακόσμησης/παραμυθίας ψυχών, μα και ως διαφυγή από την φενάκη της αισθητικής μιας ήρεμης, εκλεπτυσμένης απασχόλησης που συγκάλυπτε τη δυσμενή θέση της γυναίκας-οικόσιτου πλάσματος ανά τους αιώνες και ανά τον κόσμο, όπως για παράδειγμα η ανάλογη ευγενής εκπαίδευσή της στα περίφημα finishing schools της Αγγλίας. Στο έργο της Σδούκου αυτή η καταναγκαστική επίπονη προσήλωση προς ένα τέλειο αποτέλεσμα, συχνά ‘κεντά’ και τα δάχτυλα μαζί με την παγιωμένη συνείδηση της έμφυλης ταυτότητας και της μοίρας της. Ζωές που κυλούν ‘σαν χάντρες’, με το λόγο να στάζει από τα ξέφτια της κλωστής, και την εικόνα, κεντημένη κι αυτή, λιτή μα πυρετώδης, να εσωκλείνεται σε ρούχα-κλουβιά, να πληγώνεται σε ρούχα-κλαδιά και αγκάθια, να ανασαίνει σε ρούχα-θώρακες, να δραπετεύει νοερά με ρούχα-φτερά.

Εύκαμπτη Δικαιοσύνη από Μαλακό Αφρολέξ

Θρασύβουλος Καλαϊτζίδης

Ο Θρασύβουλος Καλαϊτζίδης στη δική μου επιμελητική πρόταση Oresteia Reloaded δημιουργεί το κατάλληλο σκηνικό για το υπέρτατο ψυχαναλυτικό δράμα της ιστορίας. Η τριλογία της Ορέστειας προσφέρει τα συστατικά για το τέλειο έγκλημα: νίκη, εξουσία, φθόνος, ζήλεια, συνείδηση και έλλειψή της, θυσία, εκδίκηση, και άπλετο, ρέον αίμα. Όμως ο Καλαϊτζίδης,, μέσα από την ευρεία του εξοικείωση με το δραματουργικό πεδίο, αποφεύγει κάθε άμεση αναφορά σε αυτά τα αυτοαναφορικά συστατικά και αντ’ αυτού συνθέτει ένα οπτικό κονσέρτο ντανταϊστικών συμβόλων. Τους πρωταγωνιστές σε αυτό το αλλόκοτο black box σενάριο ενορχηστρώνει η αόρατη παρουσία μίας εύκαμπτης δικαιοσύνης από μαλακό αφρολέξ που έχει κιτρινίσει με το χρόνο. Τεκτονικές βίδες αντιπροσωπεύουν τον αυτοκράτορα-νικητή που μέλλει να πέσει θύμα στην μπανιέρα του από τη σατανική σύζυγο με τη βοήθεια του εραστή-καθαριστή που χρησιμοποιείται ως σαπούνι ξεπλύματος του στυγερού φονικού, μέσα σε ένα μπάνιο όπου οι πόρτες έχουν θολώσει από τον ιδρώτα της έξαψης και τη λαγνεία του έρωτα με τον θάνατο. Ο γιός καταφτάνει σαν αλλόφρων σταυραετός που ίπταται απειλητικά σε ένα σταθερό σημείο, για να εφορμήσει κάθετα και να εκδικηθεί, τραβώντας πίσω το αίμα του πατέρα. Καταδιωκόμενος κι αυτός από ακόμα πιο φριχτά όρνεα που στοιχειώνουν τα όνειρα όσων έχουν χαθεί κάποτε σε έναν παροξυσμό του Γκόγια, το βέλος τον οδηγεί ενώπιον της δικαιοσύνης των Θεών. Η κάθαρση γίνεται ορατή από τη μεγάλη σκάλα, η οποία όσο δυσθεώρητη μοιάζει, τόσο ετοιμόρροπη είναι, σε ένα παράξενο όνειρο του οποίου η προοπτική έχει ανατραπεί τόσο ώστε να προσομοιώνει τις απίστευτες αλλά αληθινές ιστορίες καθημερινής τρέλας της διπλανής, θαμπής, πόρτας, ακολουθώντας τη διαχρονική Φροϋδική ροπή του ανθρώπου προς την αυτοκαταστροφή.

Τέχνη από Χαλασμένο Έρωτα

Αυτή η συσσωρευμένη ένταση της προδοσίας και η ανάγκη για καταφύγιο μακριά από την αγάπη που πληγώνει γίνεται η κινητήρια δύναμη στην εγκατάσταση About Love and Other Stories της Στέλλας Καπεζάνου (επ. Εύα Κέκου). Μία κραυγή εν κινήσει στο κεντρικό ζωγραφικό έργο πλαισιώνεται από δώδεκα μικρότερα που φέρουν εικόνες τροπικής βλάστησης-νοσταλγικά τοπία ενός βιντάζ μακρινού παραδείσου κάπου στις δυτικές ακτές της Αμερικής. Υπέροχη ατμόσφαιρα φυγής από μία ελλειπτική μελαγχολική αφήγηση για μία ερωτική ιστορία που όμως δεν ευοδώθηκε, σαν μία 60ς μπαλάντα sealed with a kiss μπροστά από τα κύματα. Στο πλάι μία μικρή προβολή με αφήγηση σε δεύτερο χρόνο, φέρνει γλυκόπικρα την ιστορία στο σήμερα της μετά-αλήθειας, μέσα από social media φωτογραφικό υλικό σκηνών της ζωής του ζευγαριού όπου ο ένας πρωταγωνιστής έχει επιμελώς αφαιρεθεί, αποτυπώνοντας με αυτόν τον τρόπο την εικόνα της απώλειας.

Τεχνητοί Παράδεισοι

Η εντύπωση μίας κορνοκούπιας συναισθημάτων μέσα από τις νέες τεχνολογίες είναι το αντικείμενο της Παυλίνας Βαγιωνή (επ. Γιώτα Κωνσταντάτου). Με το μότο ‘η πρόσληψη είναι η πραγματικότητα’, μία πλέον ευρέως διαδεδομένη συνθήκη στην εποχή του καταιγισμού της πληροφορίας, η καλλιτέχνης ζητά να ‘αποπλανήσει’ αισθητηριακά το θεατή, απομονώνοντας τον από ότι θεωρείται ως θέσφατη πραγματικότητα, μέσα από τη χρήση VR Oculus γυαλιών. Μέσα στο εικονικό περιβάλλον που έχει κατασκευάσει συνθέτοντας στοιχεία έργων της, δημιουργείται ένα μεσμερικό καλειδοσκόπιο ερεθισμάτων, που λειτουργεί σαν high tech acid trip, ανοίγοντας νέες διόδους πρόσληψης του κόσμου σε σωματικό, πνευματικό και συναισθησιακό επίπεδο. Τα εργαλεία της τέχνης, το χρώμα και το σχήμα, το φως και ο ήχος, η αρχιτεκτονική και η γλυπτική διαχειρίζονται τεχνολογικά κατασκευάζοντας virtual installations όπου ο θεατής περιδιαβαίνει ελεύθερα χωρίς να περιορίζεται χωροχρονικά και αυτοτελειακά.

Αικατερίνη Διαμαντή

Τα δομικά στοιχεία του προσωπικού χωροχρόνου δομούν το σύμπαν της Αικατερίνης Διαμαντή στο It’s Nina’s World 2’ (επ. Λυδία Μάργαρη). Ο χώρος που δημιουργεί μέσα στο χώρο και εξωτερικεύει με μία ιδιάζουσα σεμνότητα επάνω στο πάτωμα είναι προσωπικός. Αποτελείται από κατασκευαστικά υλικά όπως πολύχρωμα τούβλα και υβριδικά μικρογλυπτά με μορφές ζώων που μοιάζουν να λειτουργούν σαν τυχερά αντικείμενα-lucky charms θετικής σκέψης, προσδίδοντας έναν υπερτοπικό και συμβολικά συγκινησιακό χαρακτήρα, σε μία διάταξη λιτή, που φέρει την αθωότητα και την αυθεντικότητα των πρώτων κατασκευών κατανόησης του κόσμου της παιδικής ηλικίας.

Ύλη στο Ελάχιστο

Το τελευταίο δωμάτιο χαρακτηρίζεται από την ποιητική του ελάχιστου. Οι Χαράλαμπος Κουρκούλης και Δημήτρης Μπαρούχος (επ. Αλέξιος Παπαζαχαρίας, Ηλίας Παπαηλιάκης) παρουσιάζουν μία ανθρωποκεντρική επιτοίχια εγκατάσταση από ψηφιακές εκτυπώσεις και μικρά τελάρα, όπου το σώμα γίνεται το μέτρο για μία κρυπτική πραγματεία επάνω στο χώρο που αυτό καταλαμβάνει, τα αντικείμενα που το πλαισιώνουν, τα υλικά που καταναλώνει. Η γεωμετρία της ανθρώπινης υπόστασης δομεί το περιβάλλον σε σχέση με μία μετα-Σεζανική ανάγνωση των κύριων στερεομετρικών σχημάτων που συγκροτούν τη μορφή της ύπαρξης, συνενώνοντας ετερόκλητα θραύσματα εικόνων από τόπους και αναμνήσεις.

Αντώνης Αντωνίου-Μάριος Χαεζηπροκοπίου

Ο Αντώνης Αντωνίου σε συνεργασία με τον ποιητή Μάριο Χατζηπροκοπίου (επ. Θούλη Μισιρλόγλου) υφαίνουν διαδρομές ως πλάνητες του ζητούμενου, μιας αέναης εξερεύνησης. Υλικές και ψηφιακές διαδρομές, ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η επιμελήτρια, οι δημιουργοί επιχειρούν ‘μία σωματοποιημένη περιπλάνηση στον ψηφιακό χάρτη’. Και στον χάρτη του μυαλού θα πρόσθετα εγώ, ανακαλώντας τον Πεσσόα. Όταν τα πάντα έχουν πια ανακαλυφθεί, εκείνοι οδεύουν προς μία νέα αναζήτηση μιας προσωπικής terra incognita. Ο Αντωνίου ξύνει κόκκινες ίνες σαν από λινάρι, τις κρεμάει δίχως αρχή και τέλος, και στο κέντρο τους στερεώνει έναν κερωμένο χάρη από ταξιδιωτικές μνήμες χωρίς την πληροφορία μιας συγκεκριμένης ανάμνησης, ενώ ο Χατζηπροκοπίου δημιουργεί το ψηφιακό τους συγκείμενο στην προβολή πειραγμένων Google earth χαρτών στον τοίχο, σαν ένα νέο πανόπτικον-μάτι του θεού. Η γεωπολιτική συναντά τη φαντασία, εκεί όπου το σώμα μένει  δημιουργικά μετέωρο σε μία ανοιχτή περιοχή, όπου τα όρια μπερδεύονται και τα σύνορα αφορούν μόνο την αραβουργηματική ποιητική του σχεδίου.

Συνέργεια ως προς τις αναζητήσεις με επίκεντρο το χώρο που καταλαμβάνει ο άνθρωπος, βρίσκουμε και στις εγκαταστάσεις των Ευαγγελίας Δημητρακοπούλου, Μαριαλίζας Κάμπη, Άλκηστις Μαυροκεφάλου (επ. Λίνα Τσίκουτα). Οι ψηφιακές εκτυπώσεις μεταξοτυπιών σε μάρμαρο ή οι έγχρωμες διαφάνειες που υιοθετούν τη μνημειακότητα της μαρμάρινης τοποθέτησης από τη Μαριαλίζα Κάμπη, στοιχειοθετούν τη διαδρομή της τέχνης από ένα κλασικό γλυπτικό παρελθόν στο ψηφιακό σήμερα, συνταιριάζοντας δύο καλλιτεχνικά μέσα, το μάρμαρο και τον υπολογιστή, τα οποία, εκτός των κοινωνικοπολιτισμικών φορτίων και παρεμβάσεων που φέρει το καθένα στην παροχή και διάδοση της πληροφορίας, χαρακτηρίζονται και τα δύο από την ανάκλαση του φωτός.

Στο περίβλημα του σώματος εστιάζει την προσοχή της η Ευαγγελία Δημητρακοπούλου σμιλεύοντας ένα μαύρο γλυπτό γύψινου πτυχωμένου υφάσματος που χύνεται στο πάτωμα με έντονη δραματικότητα. Στον τοίχο γύψινα υφάσματα και πλέξεις που έχουν υφανθεί από αληθινά μαύρα μαλλιά με μακριές ασημένιες βελόνες προβάλλουν τη σωματικότητα της τέχνης στην άρρηκτη σχέση της με την ίδια τη ζωή, μέσα από μία σχεδόν ιαπωνική καλλιγραφική αισθητική ως προς τη λιτότητα της έκφρασης και την απουσία χρώματος. Με μία αντίστοιχη υπαρξιακή διάθεση στην Αλισάχνη της Άλκηστις Μαυροκεφάλου, μικρά στοιχεία από ρητίνες που θυμίζουν κομμάτια του ανθρώπινου διαφράγματος αφομοιώνονται μαζί με απειροελάχιστα δείγματα φύσης όπως ένας ιπτάμενος σπόρος ‘κλέφτη’, μέσα σε έναν συμμετρικό ιστό που εξαϋλώνει τη γεωγραφία του σώματος στο ιδεατό περίγραμμα της αύρας του, επιστρέφοντας πίσω στην αρχική ανάσα που διαπνέει δημιουργικά και διαπερνά την ατμόσφαιρα των Rooms 2018.

Info:

ROOMS 2018
Αίθουσα Τέχνης Καππάτος 
Έως 24/6


Κεντρική φωτογραφία θέματος: Έργο της Στέλλας Καπεζάνου


Διαβάστε επίσης: