Το «2666» θα λειτουργούσε καλύτερα (αλλά όχι βέλτιστα) αν εκδίδονταν τα μέρη που το απαρτίζουν ξεχωριστά, όπως ήταν και η αρχική πρόθεση του Μπολάνιο. Το

Του Γιάννη Γαλιάτσου

χαλαρό θεματικό νήμα που συνδέει αυτές τις νουβέλες μεταξύ τους δε δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, την ένταξη τους στο ίδιο πλαίσιο, σε κάτι που πρέπει να διαβαστεί απ’ την αρχή ως το τέλος, και καθιστά τους χαρακτηρισμούς του 2666 ως magnum opus, ή αριστούργημα, ή καλύτερης δουλειάς του Μπολάνιο περισσότερο ψυχαναγκαστικούς πιστεύω παρά οτιδήποτε άλλο (και λόγω του θανάτου του, και λόγω της εντύπωσης που προκαλεί ο όγκος και η φιλοδοξία του βιβλίου).

Αλλά αυτή η φιλοδοξία πάλι μου φαίνεται ως κάτι που συνάγει ο αναγνώστης απ’ την όλη ατμόσφαιρα γύρω απ’ το βιβλίο και το συγγραφέα του, και όχι απ’ το βιβλίο καθεαυτό.

Το 2666 αποτελείται από πέντε νουβέλες: Στην πρώτη, μαθαίνουμε για ένα κουαρτέτο λογοτεχνικών κριτικών (και το ερωτικό τρίγωνο μέσα στο τετράγωνο τους) που περιστρέφονται αδιάκοπα γύρω απ’ τη μυστηριώδη φιγούρα του ευρωπαίου συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Στην δεύτερη, το ρεπορτάζ ενός δημοσιογράφου ονόματι Φέιτ στο Μεξικό. Στην τρίτη, την προσωπική τραγωδία του καθηγητή Αμαλφιτάνο, και την κάθοδο του στην τρέλα. Στην τέταρτη (και πιο δύστροπη), εξιστορούνται με λεπτομέρεια και ακρίβεια ρεπορτάζ οι συνεχείς και πολυάριθμοι φόνοι γυναικών στην Σάντα Τερέζα (το αντίστοιχο της Σιουδάδ Χουάρες, πρωτεύουσας του Μεξικό). Στην πέμπτη, η ιστορία του Αρτσιμπόλντι.

Όλα, ή σχεδόν όλα τα θέματα που εξερευνούνται στο βιβλίο, έχουν ξαναδουλευτεί απ’τον Μπολάνιο. Σε μικρότερες ιστορίες, σε λιγότερο «φιλόδοξες» δουλειές (αλλά όχι στ’ αλήθεια), η φρίκη στο Μακρυνό Άστρο, η σχέση λογοτεχνίας και ζωής στους Άγριους Ντετέκτιβ – φαίνεται ότι στο 2666 ο Μπολάνιο προσπαθούσε, ή ήθελε να φανεί ότι προσπαθεί, να ξεφύγει απ’ την συνεχή παλινδρόμηση του στην λογοτεχνική και μη ιστορία της Λατινικής Αμερικής και της βίας της, και να κάνει μια δήλωση για “τον κόσμο” ή “για την εποχή μας.”

Η υποτιθέμενη φιλοδοξία λοιπόν πιστεύω πως διαφαίνεται από αυτό που υποτίθεται πως θα έπρεπε να είναι το βιβλίο, ή αυτό που θα θέλαμε να είναι, γιατί, κανονικά, οι νουβέλες αυτές είναι απλά επεκτάσεις (μερικές φορές σε σημείο κουραστικό) σε ήδη χαρτογραφημένο έδαφος.

Αυτά δεν κάνουν το 2666 ένα δυσάρεστο βιβλίο, ή ένα κακό ανάγνωσμα. Η όλη κουβέντα περί αριστουργήματος και «ογκόλιθου της εποχής μας» πιστεύω ότι αποπροσανατολίζει και την ίδια την εμπειρία της ανάγνωσης. Σίγουρα, μέσα του κρύβονται διαμάντια: η ιστορία του ζωγράφου που έκοψε το χέρι του, στην πρώτη νουβέλα. Η ιστορία του δημοσιογράφου Φέιτ. Η αφάνταστη σκληρότητα και παραισθητικότητα της Σάντα Τερέζα. Η παράνοια της γυναίκας του αμαλφιτάνο.

Στα μέρη του 2666 βρίσκεται ο καλύτερος Μπολάνιο, κατά τη γνώμη μου ένας απ’ τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους συγγραφείς, ίσως και ο πιο ενδιαφέρων. Τα μέρη αυτά όμως θα μπορούσαν κάλλιστα να περιέχονται, συμμαζεμένα, και στο ψηφιδωτό των Άγριων Ντετέκτιβ. Και  τα μέρη αυτά, τελικά, ξεπερνούν κατά πολύ το όλο.