Ένα από τα πλέον εμβληματικά θεατρικά κείμενα του 20ου αιώνα παρουσιάζεται τη φετινή σεζόν, με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κιμούλη, που είναι συνεργάτης και στη μετάφραση του θεατρικού.

Το έργο του Μίλλερ ανέβηκε για πρώτη φορά στο Coronet στο Broadway, ως μονόπρακτο, το 1955. Ο Αμερικανός συγγραφέας το μεταποίησε σε δίπρακτο για τον Πίτερ Μπρουκ που το ανέβασε στο West End στο Λονδίνο το 1956.

Η υπόθεση στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός στην Αμερική, στο Μπρούκλιν, τη δεκαετία του ´50, το οποίο είχε διηγηθεί ένας δικηγόρος στον Μίλλερ. Πρόκειται για ένα δράμα με πινελιές αστυνομικού ύφους, και δομή αρχαίας ελληνικής τραγωδίας που πραγματεύεται το θέμα των ανθρωπίνων σχέσεων. Παράλληλα, σχολιάζονται οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής με τη μετανάστευση σε πρώτο πλάνο.

Η ισορροπία μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών διαταράσσεται με την άφιξη στενών συγγενών που μπήκαν λαθραία στη χώρα. Ο πάτερ φαμίλιας Έντι Καρμπόνε, φορτοεκφορτωτής δουλεύει σκληρά για να συντηρήσει τη γυναίκα του Μπεατρίς και την ανιψιά της Κάθριν. Ο έρωτας της νεαρής κοπέλας με το λαθρομετανάστη Ροντόλφο ανοίγει τους ασκούς του αιόλου.

Ο Μίλλερ, σκύβοντας πάνω στην ανθρωπολογία της συμπεριφοράς ερευνά τα ελατήρια των εκφράσεών της. Περιγράφει με δραματικότητα ποιο είναι το κόστος από όλο αυτό στη ζωή του ατόμου, αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο.

Ταυτόχρονα, κάνει το σχόλιό του πάνω στην ιδεολογία του αμερικάνικου ονείρου σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη για την Ευρώπη. Ειδικά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τη διάψευση των οραμάτων για μια δίκαιη κοινωνία με επιλογές για όλους τους λαούς. Σε μια συγκυρία κατά την οποία η Αμερική φάνταζε σαν τη γη της επαγγελίας και μαγνήτιζε τους απελπισμένους.

Η Νικαίτη Κοντούρη στήνει ένα οικογενειακό δράμα βοηθούμενη από μία διανομή εξαιρετικών ηθοποιών και ένα εμπνευσμένο σκηνικό. Πολλά σιδερένια άγκιστρα κρεμασμένα από το ταβάνι να αιωρούνται, παραπέμπουν στην κοινή μοίρα των ανθρώπων που ζουν τα ίδια αδιέξοδα. Άνθρωποι με περιορισμένες δυνατότητες επιλογής και αυτοδιάθεσης, θύματα του φόβου και μιας περιρρέουσας αγωνιώδους απειλητικής κατάστασης.

Ο Γιώργος Κιμούλης ως Έντι Καρμπόνε ερμηνεύει με όλη την έκταση των υποκριτικών ικανοτήτων του, χρωματίζοντας τον χαρακτήρα εύστοχα. Μία αυτοκαταστροφική φιγούρα, απαίδευτη, αυταρχική, με αναχρονιστικές απόψεις επιβάλλεται τυραννικά στη γυναίκα του και την ανιψιά της. Η υπερπροστασία προς τη νεαρή Κάθριν κρύβει τον ανομολόγητο πόθο του που θα τον οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες πράξεις. Διαχειρίζεται το δραματικό βάθος με μαεστρία, παράγοντας την ενδεδειγμένη ένταση για την προΐούσα πλοκή.

Μία περσόνα φαινομενικά ακλόνητη ως προς το αξιακό της σύστημα, αλλά τόσο ανασφαλής και «τρομοκρατημένη» μπροστά στα συναισθήματά της. Η ανυπαρξία εαυτού, και η έλλειψη μέτρου επικαλύπτονται με την μάσκα της επιθετικότητας, βγάζοντας προς τα έξω την εικόνα του αρπακτικού. Ο έρωτάς του για τη μικρή είναι ο σύνδεσμός του με τη ζωή, είναι το μόνο που τον κρατάει ζωντανό. Ξέρει πως αν κόψει τον ομφάλιο λώρο υπογράφεται η καταδίκη του σε μία ζωή έγκλειστη, χωρίς νόημα. Τα ρισκάρει όλα, αρκεί να παραμείνει η Κάθριν υπό την εξουσία του.

Όπως μας λέει και ο αφηγητής –  Νίκος Χατζόπουλος – στο τέλος, θα τον θυμάται για το καθαρό του κομμάτι. Δηλαδή το ότι εξέθεσε τον εαυτό του, την ψυχή του σε όλους, σε κοινή θέα. Αυτό βέβαια το καθαρό κομμάτι δεν είναι απαραίτητα και καλό, είναι όμως ουσιαστικά αγνό. Εδώ βλέπουμε τη δυναμική του μεγάλου Μίλλερ, του αρχιτέκτονα της μελέτης των ανθρωπίνων σχέσεων. Τον ταπεινώνει, τον εξευτελίζει και ενώ μας εξοργίζει ο χαρακτήρας του, στο τέλος κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει αναδυθεί η τραγικότητά του κατά την εξέλιξη του μύθου και γιατί έχει επίγνωση του επικείμενου αφανισμού του. Το εισιτήριο για να «σωθεί», δεν υπάρχει πια.

Η Μαρία Κεχαγιόγλου είναι η Μπέατρις, μια γυναίκα έξυπνη που όμως δεν μπορεί να σταματήσει το ποτάμι που ξεχείλισε. Παρότι τον φοβάται, αρκετές φορές υψώνει το ανάστημά της, χωρίς αποτέλεσμα. Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που εκφράζεται, κτίζοντας τη δομή της ηρωίδας της προοδευτικά. Έτσι ο δραματικός ιστός πλουτίζεται διευρυνόμενος σε μήκος και πλάτος. Είναι μια ηθοποιός ικανή και δεξιοτέχνης, «ήσυχη», η οποία όμως με την εμβέλεια της ερμηνείας της τραντάζει το θεατή. Συγκροτημένη και συγκεντρωμένη, καθόλου υπερβολική, υπηρετεί το ρόλο λειτουργώντας ως καθρέφτης του Έντι, της Κάθριν, αλλά και δικός μας.

Αυθόρμητη και αθώα η Κάθριν της ταλαντούχας Ηλιάνας Μαυρομάτη, φέρνει το ρόλο στα μέτρα της. Σαν ένας σίφουνας συμμετέχει στην γενικευμένη ένταση και στην απώλεια του ελέγχου που κυριαρχούν. Σεβόμενη κείμενο και σκηνοθετική γραμμή, πορεύεται βαθμιαία στην ενηλικίωσή της με σκληρό τρόπο, καθώς πρέπει να αφήσει πίσω της αυτόν που λάτρεψε σαν πατέρα της. Η ταλαντούχα ηθοποιός με την μελέτη και την αφοσίωση που τη διακρίνει στο κτίσιμο των χαρακτήρων, απογειώνει το ρόλο. Αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη σκηνική της συγκρότηση, κεντώντας με ζήλο και λυρισμό την παθιασμένη προσωπικότητα της ηρωίδας της. Η βαθιά και σταθερή φωνή της, σπουδαίο εργαλείο στην υποκριτική της πορεία, «στολίζει» το ερμηνευτικό της ανάστημα.

Ο Νίκος Χατζόπουλος ως δικηγόρος Αλφιέρι και αφηγητής, πειστικότατος, καίριος, μέσα στο κέντρο της υποκριτικής του συνέπειας.

Πολύ καλοί οι Στάθης Παναγιωτίδης ως Μάρκο και Αλέξανδρος Μυλωνάς ως Ροντόλφο. Οι υπόλοιποι συντελεστές, Κώστας Φαλελάκης (Μάικ), Πάρις Θωμόπουλος(Λούις), Τάσος Πυργιέρης (Τόνυ Μπερέλι), Νικόλας Χανακούλας (Αστυνόμος Α) και Ίλια Αλγκάερ (Αστυνόμος Β), συμπληρώνουν το αξιόλογο καστ.

Η σκηνοθετική οπτική της Ν. Κοντούρη στέρεη, εστιασμένη στη δραματική στόφα του σπουδαίου συγγράμματος, δίνει τις απαραίτητες κορυφώσεις με εκρηκτική διάσταση. Μας παρουσιάζει μία ρεαλιστική γεωμετρία του έργου, εκτός από ορισμένα σημεία που παρατηρούνται κάποιες υπερβολές, χωρίς όμως να αλλοιώνουν το αποτέλεσμα. Η πλουραλιστική αντίληψη της σκηνοθέτιδας τοποθετεί το θεατή «μέσα» και αυτό είναι σημαντικό.

Τα ευρηματικά σκηνικά είναι του Γιώργου Πάτσα, που έκανε και τα κοστούμια, και η μουσική της Σοφίας Καμαγιάννη. Οι λειτουργικοί φωτισμοί είναι του Λευτέρη Παυλόπουλου, η κίνηση της Αγνής Παπαδέλη-Ρωσσέτου και στη μουσική επί σκηνής ο Χρήστος Καλκάνης.

Μία πολύ καλή παράσταση, ένα θεατρικό παζλ με συναισθηματική πληρότητα και στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, που διαμορφώνουν μία τεταμένη/ γκροτέσκο ατμόσφαιρα.

Συστήνεται.


Διαβάστε επίσης:

Ψηλά από τη γέφυρα, του Άρθουρ Μίλλερ στο Εθνικό Θέατρο