Ο Πέτρος Μώρης είναι ένας ιδιαίτερα δραστήριος καλλιτέχνης ο οποίος μέσα από την επιστημονική έρευνα αλλά και τις δημιουργίες του, αναδεικνύει πτυχές της τέχνης υπό το πρίσμα της τεχνολογίας και της εξέλιξης. Είναι απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, του Πανεπιστημίου Goldsmiths και υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Αρχιτεκτόνων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε σημαντικούς οργανισμούς σε Ευρώπη και Αμερική.

Στο πλαίσιο του Fast Forward Festival 2019 παρουσιάζεται στο νεομπαρόκ Μέγαρο Υπατία η έκθεση με τίτλο «Το δώρο του αυτοματισμού», όπου ο γνωστός εικαστικός έχει τοποθετήσει μια σειρά σύνθετων, υβριδικών γλυπτών, τα οποία συνομιλούν με την κληρονομιά των αρχαίων αυτόματων, αλλά και ποικίλες πτυχές της σύγχρονης κουλτούρας.

Με αφορμή την συγκεκριμένη ενότητα του επιτυχημένου φεστιβάλ της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε περισσότερα για τον εικαστικό κόσμο του Πέτρου Μώρη, όπως επίσης και για τη γοητεία που του ασκεί αυτό το ιδιόμορφο «πάντρεμα»τέχνης και τεχνολογίας.


– Στην έκθεση που παρουσιάζετε στο Μέγαρο Υπατία μπορεί κανείς να βρει γλυπτά τα οποία σκιαγραφούν με εντυπωσιακό τρόπο μια σύνδεση μεταξύ της αρχαιότητας και της σύγχρονης κουλτούρας. Μιλήστε μας περισσότερο για αυτήν την «συνομιλία».

Η σύνδεση αυτή έχει να κάνει με ένα γενικότερο σχήμα σχέσεων που αναπτύσσεται κεντρικά στο έργο μου. Είναι ένα σχήμα διερεύνησης των δυναμικών μεταξύ υλικών και πολιτισμικών εκφάνσεων της μνήμης και των διαδικασιών και πλαισίων που αφορούν στο εκκρεμές project του μέλλοντος, ειδικά το πως αυτό εκφράζεται μέσα από το φαντασιακό της τεχνολογικής προόδου, της αστικής ανάπτυξης και των μετατοπίσεων στην βιοπολιτική μας εμπειρία και διακυβέρνηση. Η διερεύνηση αυτή βρίσκει συχνά ως πεδίο σύγκλισης το αστικό τοπίο της Αθήνας, από όπου τα έργα μου αντλούν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) φορμαλιστικά, αφηγηματικά και εννοιολογικά στοιχεία.

Στο συγκεκριμένο έργο κοιτάω την τεχνολογική κατηγορία του αυτοματισμού, μέσω των ιστορικών και μυθικών καταγωγών του, αλλά και των σημερινών εκφάνσεών του στα διαφορετικά πεδία της σύγχρονης παραγωγής και εμπειρίας, από τον αυτοματισμό της βιομηχανίας σε αναπτυσσόμενες χώρες, μέχρι τις εξελίξεις στην μηχανική νοημοσύνη. Αυτές οι διαφορετικές χρονικότητες τέμνονται στα γλυπτά που συνθέτουν το The Gift of Automation, με αναφορές σε στοιχεία που προέρχονται άλλοτε από τον δημόσιο χώρο της πόλης, άλλοτε από μουσειακές συλλογές και άλλοτε από δημιουργικές και επιστημονικές κοινότητες του διαδικτύου.

– Η συγκεκριμένη ενότητα του Fast Forward Festival αποκαλείται «Δώρο του αυτοματισμού». Θα ήθελα να μας πείτε αν εσείς ως καλλιτέχνης αντιλαμβάνεστε τον αυτοματισμό ως «δώρο» και πώς αυτό επηρέασε τον τρόπο κατά τον οποίο δημιουργήσατε τα συγκεκριμένα γλυπτά.

Το όλο “βλέμμα” που αναπτύσσει το έργο πάνω στην ιδέα και πραγματικότητα του αυτοματισμού είναι αναπολόγητα διττό. Ο αυτοματισμός έχει υπάρξει διαχρονικό αίτημα, με καταγωγή ακόμα και σε αρχαίες μυθολογίες, ένα κοινό φαντασιακό της ανθρώπινης προόδου για διαφορετικούς πολιτισμούς. Όμως, όσο υπήρξε τεχνολογική ευχή, τόσο συνεχίζει να κατανοείται την ίδια στιγμή (ιστορικά και σήμερα) ως μια τεχνολογική απειλή, απειλή για την εξέλιξη των σχέσεων φύσης και εργασίας, του ανθρώπινου χρόνου και βίου.

Το ερώτημα που διατρέχει το έργο είναι το αν ο αυτοματισμός προέρχεται ή θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς μια συνθήκη που να αποτελεί “κοινό αγαθό”, μια χειραφετική ή ανατρεπτική συνθήκη δηλαδή που να αφορά όχι μόνο στην τεχνολογική, αλλά και την κοινωνική πρόοδο. Η ιστορία μας έχει δείξει διαφορετικά, αλληλοσυγκρουόμενα σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο projects σε σχέση με την “πίστη” στον αυτοματισμό, όπως και γενικότερα σε σχέση με την κοινωνική επένδυση πάνω στην τεχνολογία και την επιστήμη.

Σήμερα, στο τεχνολογικά επιταχυνόμενο παρόν, η ανθρωπολογικά πολύπλοκη έννοια του “δώρου” είναι πιστεύω αποκαλυπτική για την διερεύνηση του αυτοματισμού ως το ίσως πιο επίκαιρο πεδίο τεχνολογικής εξέλιξης. Αυτή η “πολυπλοκότητα”, η διττή ερμηνεία και τα πολλαπλά πρόσημα του “δώρου” αντανακλούνται σε ένα βαθμό και στην εσωτερική λογική του έργου, που σίγουρα χαρακτηρίζεται από μια διάθεση σύνθεσης μεταξύ ευχών και απειλών, μνημειακότητας και εφήμερου, οικείων και “εξωτικών” υλικοτήτων και μορφών.

– Γιατί εστιάσατε στην Αλεξανδρινή περίοδο; Ποια χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης εποχής κέντρισαν το δημιουργικό σας ενδιαφέρον;

Ο βασικός λόγος υπήρξε το έντονο τεχνολογικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον της εποχής για τα επονομαζόμενα ως “αρχαία αυτόματα”. Αυτά τα τεχνουργήματα, από όπου εμπνέεται και το συγκεκριμένο έργο μου τόσο φορμαλιστικά όσο και εννοιολογικά, ήταν αυτοκινούμενοι υβριδικοί μηχανισμοί στο μεταίχμιο τεχνολογίας και τέχνης. Σχεδιάζονταν ως αυτοματοποιημένες θεατρικές σκηνές, κινητικές γλυπτικές εγκαταστάσεις, ανθρωπομορφικές μηχανές ή ακόμα και σαν “μαγικές” λατρευτικές σκευές. Αν και αυτά τα τεχνουργήματα έμειναν γνωστά ως αντικείμενα θαυμασμού ή επίδειξης οικονομικής και θρησκευτικής εξουσίας (ιδιαίτερα κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους), οι κειμενικές πηγές που μας έχουν μείνει από εγχειρίδια των Αλεξανδρινών χρόνων αποκαλύπτουν πιο σύνθετα πλαίσια παραγωγής και πρόσληψης.

Γνωρίζουμε για παράδειγμα από αναφορές σε τεχνικά κείμενα του Ήρωνα του Αλεξανδρέα (ομολογουμένως σύντομες και δύσκολα επαληθεύσιμες) ότι σε σύγκριση με άλλα επιστημονικά πεδία, η “αυτοματοποιητική” διδασκόταν περισσότερο ελεύθερα και με λιγότερους κοινωνικούς αποκλεισμούς και αφορούσε αντικείμενο δημοσίων “φεστιβάλ” και διαγωνισμών. Σε αυτά τα δρώμενα, τα αυτόματα γίνονταν οικεία προς μεγάλο μέρος του τότε κοινού, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι εσωτερικοί μηχανισμοί και η λειτουργία τους αποκαλύπτονταν, οδηγώντας σε μια περαιτέρω “απομυθοποίηση” και εκλογίκευση των νόμων της φύσης, μιας παιγνιώδη διαδικασία εκδημοκράτισης της τεχνολογικής γνώσης.

Η Ελληνιστική εποχή και ιδιαίτερα η λόγια και επιστημονική δραστηριότητα γύρω από την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είναι άλλωστε γενικότερα ένα πολύπλοκο και πλούσιο πολιτισμικά και πολιτικά ιστορικό πλαίσιο, ένα μεταίχμιο για την κοινωνική κατανόηση της τεχνολογίας, της γνώσης και των γραμμάτων. Ταυτόχρονα ένα περιβάλλον σημαδιακής αναταραχής, ταυτόχρονα πολέμου και ειρήνης, μοιραίας γεφύρωσης διαφορετικών πολιτισμών με πρωτοφανή ιμπεριαλιστικές διεργασίες που θα τολμούσα να συσχετίσω αλληγορικά με τις πολυσύνθετες διαδικασίες της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και των μορφών εξουσίας του γνωσιακού καπιταλισμού.

– Στην προσωπική σας διαδρομή έχετε συνδυάσει επιτυχημένα την τέχνη και την τεχνολογία. Με ποιον τρόπο πιστεύετε πως οι τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να καθορίσουν τις διάφορες μορφές εικαστικών τεχνών στο μέλλον;

Η καλλιτεχνική πράξη υπήρξε διαχρονικά συνυφασμένη με την τεχνολογική υποδομή και κουλτούρα της κάθε εποχής, “εξελίσσονταν” ως εκφάνσεις του πολιτισμού παράλληλα και ως ένα βαθμό διαλεκτικά. Φυσικά, τις κατανοούμε ως διακριτές κατηγορίες λόγω της παρακαταθήκης που μας άφησε η μοντέρνα Δυτική σκέψη και η μετέπειτα διόγκωση και εξειδίκευση των ακαδημαϊκών θεσμών και της παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας. Όπως και να έχει, φαίνεται ότι και τώρα η καλλιτεχνική σκέψη και φόρμα διαμορφώνεται σχεσιακά με τις κυριαρχούσες τεχνολογικές εξελίξεις, κυρίως αυτές που αφορούν στην ψηφιακή παραγωγή, τις εφαρμογές “κοινωνικής” δικτύωσης και την καθιέρωση των “έξυπνων” τεχνολογιών στην καθημερινή ζωή.

Δεν είμαι σίγουρος αν οι εικαστικές τέχνες σήμερα αφομοιώνουν, αναπλάθουν ή ανατρέπουν τα εξελικτικά διανύσματα των διαφόρων τεχνολογικών εφαρμογών τόσο αποτελεσματικά όσο άλλες εκφάνσεις της σύγχρονης κουλτούρας, όμως φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να μετασχηματίζονται μαζί με τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στις ψηφιακές τηλεπικοινωνίες, τις υπολογιστικά ελεγχόμενες τεχνικές παραγωγής και τις εφαρμογές της μηχανικής νοημοσύνης.

– Ποια πράγματα θα λέγατε ότι σας αφορούν και εν τέλει σας «ενεργοποιούν» περισσότερο ως καλλιτέχνη;

Με αφορούν και με ενεργοποιούν σίγουρα αρκετά ζητήματα που είτε προέρχονται από την κοινωνική εμπειρία, είτε από κοινότητες και θεσμούς γνώσης, όπως και από διαφορετικές “υποκουλτούρες” συμπεριλαμβανομένης και της επονομαζόμενης ως “μαζικής”. Κάποια από αυτά τα ανέφερα ήδη, σχετίζονται με το συγκεκριμένο έργο που συζητάμε εδώ. Αυτά που με κρατάνε όμως, αυτά που παραμένουν μόνιμα ερωτήματα και πηγαία ενόρμηση είναι ό,τι κατασκευάστηκε ως εμπειρία και αναφορά από αρκετά νωρίς στην ζωή μου, πράγματα που σχετίζονται με το άμεσο περιβάλλον των νεότερών μου χρόνων. Από εκεί κατάγεται για παράδειγμα το επίμονο ενδιαφέρον με την υλική πτυχή της μνήμης, τόσο της πολιτισμικής όσο και της γεωλογικής, αλλά και η επιστροφή στο ερώτημα της ανθρώπινης εργασίας και της σχέσης του με ό,τι ο Δυτικός πολιτισμός ιστορικά ονομάζει ως φύση.

– Ποια είναι τα επόμενα σχέδια μετά τη λήξη του Fast Forward; Ετοιμάζετε κάποια έκθεση ή ανάλογη καλλιτεχνική συμμετοχή;

Θα αναφερθώ σε αυτά που έχουν ήδη ανακοινωθεί, όπως η συμμετοχή μου στην ερχόμενη έκθεση του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ στο Μουσείο Μπενάκη σε συνεργασία με το New Museum της Νέας Υόρκης, καθώς και στην ομαδική έκθεση του προγράμματος ARTWORKS στο πλαίσιο του SNFestival του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Μετά το καλοκαίρι θα ακολουθήσουν μια σειρά εκθέσεων σε χώρους και διοργανώσεις του εξωτερικού, καθώς και ένα διεθνές πρόγραμμα residency.


Φωτογραφίες: ©Ελίνα Γιουνανλή


Διαβάστε επίσης:

Fast Forward Festival 6 από τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση