Το “Barcelona” της Bess Wohl (Μπές Γουλ), ένα ερωτικό θρίλερ που ξεκινά από μια φαινομενικά τυχαία συνάντηση και εξελίσσεται σε μια βαθιά πολιτική και υπαρξιακή αντιπαράθεση, ανεβαίνει στο Πτι Παλαί σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου.

Η ιστορία εξελίσσεται σε ένα μόνο βράδυ. Ξεκινάει όταν ο γοητευτικός Μανουέλ (Μιχάλης Λεβεντογιάννης) επιστρέφει στο διαμέρισμά του στη Βαρκελώνη με την Ιρέν (Ηλιάνα Μαυρομάτη), μία νεαρή και μεθυσμένη Αμερικανίδα τουρίστρια. Οι δυο τους, χαρούμενοι, δείχνουν ότι θέλουν να απολαύσουν μια ερωτική βραδιά χωρίς δεσμεύσεις. Όμως σύντομα εμφανίζονται εντάσεις, δημιουργούνται ρωγμές.

Ο σκηνοθέτης μιλά στο CultureNow για τη δραματουργία του έργου, τη σωματικότητα των ηρώων, τη Βαρκελώνη ως πολιτικό τοπίο και την ανάγκη του σύγχρονου θεάτρου να δημιουργεί χώρους ουσιαστικής επαφής και κατανόησης.

***

-Τι σας γοήτευσε στο έργο της Bess Wohl;

Με γοήτευσε πρωτίστως ο τρόπος που είναι δομημένο το έργο. Ενώ εκκινεί σχεδόν παραπλανητικά ως μια ελαφριά, σύγχρονη κωμωδία, η εξέλιξή του αποκαλύπτει με έναν αδιόρατο, βραδυφλεγή τρόπο βαθύτερα ζητήματα που άπτονται της προσωπικής ελευθερίας, της ευθύνης και της απώλειας. Το στοιχείο που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι ότι αυτή η μετάβαση δεν γίνεται ποτέ διδακτικά· αντίθετα, προκύπτει οργανικά μέσα από τις σχέσεις των χαρακτήρων, αφήνοντας χώρο στον θεατή να ανακαλύψει μόνος του τα πολιτικά και υπαρξιακά ερωτήματα που εγείρονται.

-Το γεγονός ότι πρόκειται για ένα νέο έργο, που δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ στην Ελλάδα, προσδίδει ιδιαίτερη καλλιτεχνική ελευθερία στο όραμά σας;

Η πρώτη παρουσίαση ενός έργου σε οποιαδήποτε χώρα απαιτεί, κατά τη γνώμη μου, μια ιδιαίτερη ευθύνη και φροντίδα από τον σκηνοθέτη και τους δημιουργικούς συντελεστές. Δημιουργεί ίσως ένα πιο αυστηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται κανείς να βρει την ελευθερία του, καθώς ο πρωταρχικός στόχος είναι η απόδοση του συγγραφικού κόσμου και όχι η επιβολή ενός εξωτερικού σκηνοθετικού σχολίου ή μιας δραματουργικής προέκτασης. Αυτό ενδεχομένως είναι ευκολότερο όταν πρόκειται για ένα κείμενο με μακρά σκηνική ιστορία. Ταυτόχρονα, μιλάμε για ένα σύγχρονο έργο, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν πριν λίγα χρόνια στην Ισπανία, άρα το ίδιο το κείμενο ορίζει σαφώς το πεδίο της σκηνοθετικής ‘απόπειρας’. Από εκεί και πέρα, κάθε έργο ενεργοποιεί βιώματα, σκέψεις και προσωπικές αγωνίες των καλλιτεχνών που το προσεγγίζουν – είτε πρόκειται για τον σκηνοθέτη είτε για τους ηθοποιούς. Αυτές οι εσωτερικές διαδρομές καθορίζουν αναπόφευκτα και το αισθητικό αποτέλεσμα. Στην παράσταση αυτή επιχειρήσαμε να κινηθούμε λίγο πέρα από το προφανές, ελπίζω χωρίς να θολώσουμε τον πυρήνα του έργου.

-Υπάρχει και μια έμφυλη διάσταση στην εξέλιξη της ιστορίας;

Το έργο είναι δομημένο πάνω σε αναγνωρίσιμα στερεότυπα, κάτι που θεωρώ απολύτως συνειδητή επιλογή της συγγραφέως. Χρησιμοποιεί αυτά τα στερεότυπα ως αφετηρία, προκειμένου στη συνέχεια να τα καταρρίψει τόσο για τους χαρακτήρες όσο και για τους θεατές. Μέσα από την εξέλιξη της σχέσης των χαρακτήρων, τόσο εκείνοι όσο και εμείς, οι θεατές, απομονωνόμαστε από προκαταλήψεις που ενδεχομένως κουβαλάμε μπαίνοντας στο θέατρο. Η έμφυλη διάσταση υπάρχει, αλλά δεν λειτουργεί μονοσήμαντα· αντίθετα, μετατοπίζεται και επαναπροσδιορίζεται, όπως ακριβώς και η μεταξύ τους ισορροπία δύναμης.

-Τι αντιπροσωπεύουν για εσάς οι δύο ήρωες – η Ιρέν και ο Μανουέλ;

Παρότι προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες, κοινωνικοοικονομικές τάξεις και βιωματικά σύμπαντα, αυτό που τελικά τους ενώνει είναι η διαχείριση – ή η αδυναμία διαχείρισης – της απώλειας και η δυσκολία να αποδεχτείς την ελευθερία. Πρόκειται για ένα πανανθρώπινο θέμα που υπερβαίνει, όπως και στο ίδιο το έργο, κάθε στερεοτυπική διαφορά. Μέσα από τη συνάντησή τους, οι δύο ήρωες λειτουργούν σαν καθρέφτες ο ένας για τον άλλον. Μας υπενθυμίζουν ότι ο πόνος μπορεί να είναι αναπόφευκτος, αλλά η ελπίδα γεννιέται συχνά μέσα από την αλληλεγγύη και τη βαθιά, ειλικρινή επαφή.

-Η αλλαγή της μεταξύ τους δυναμικής αποτυπώνεται και στα σώματά τους; Πώς θα λέγατε πως μεταφράζεται στην κίνηση και στη σωματικότητα των δύο ηρώων;

Το σώμα δεν ψεύδεται. Δεν μπορεί. Πέρα από τις λεκτικές «μανούβρες», τις παλινδρομήσεις και τις συναισθηματικές συγκρούσεις των χαρακτήρων, τα σώματά τους αφηγούνται μια παράλληλη ιστορία. Σταδιακά, απελευθερώνονται – όχι χωρίς σωματικό ‘κόστος’ – από τους περιορισμούς που τους έχουν επιβάλει στην αρχή – κοινωνικούς, ιδεολογικούς, συναισθηματικούς.

-Η Βαρκελώνη του έργου δεν είναι απλώς φόντο, αλλά ένας ακόμη “ήρωας”. Μια πόλη υπερτουριστικοποιημένη, συχνά αφιλόξενη στους πραγματικούς κατοίκους της…κάπως σαν την Αθήνα. Πιστεύετε πως το ελληνικό κοινό θα ταυτιστεί περισσότερο με τον Μανουέλ εξαιτίας αυτού;

Tο έργο, παραδόξως, δημιουργεί πολλούς συνειρμούς με την Αθήνα: μια πόλη που αλλάζει με εξωφρενικά γρήγορους ρυθμούς και μετασχηματίζεται συχνά εις βάρος των κατοίκων της. Υπάρχουν επίσης πολιτικοί παραλληλισμοί με γεγονότα που ζήσαμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

-Απαιτεί έναν ενημερωμένο θεατή;

Θα έλεγα ότι απαιτεί έναν θεατή περίεργο, ενεργό και συναισθηματικά παρόντα. Έναν θεατή που είναι πρόθυμος να αφεθεί στις αντιφάσεις

-Κατά τη γνώμη σας, πώς μπορεί το θέατρο να μιλήσει σήμερα για την ανάγκη επαφής και κατανόησης;

Πιστεύω πως το θέατρο είναι σήμερα το κατ’ εξοχήν μέσο για να μιλήσει γι’ αυτή την ανάγκη. Σε μια εποχή αποξένωσης και ψηφιακής διαμεσολάβησης, η ζωντανή συνάντηση σωμάτων και βλεμμάτων στον ίδιο χώρο αποκτά μια βαθιά πολιτική και ανθρώπινη σημασία. Το θέατρο δεν προσφέρει λύσεις· προσφέρει όμως έναν χώρο κοινής εμπειρίας, και αυτό από μόνο του είναι μια πράξη κατανόησης και συναισθηματικής εγγύτητας.

Διαβάστε επίσης:

Barcelona, της Bess Wohl σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου στο Πτι Παλαί