Η έκθεση «BANG BANG» εξερευνά τη στιγμή που το παιχνίδι γίνεται σοβαρό, το θέαμα μετατρέπεται σε συνέπεια και η αθωότητα καταρρέει υπό το βάρος του αντίκτυπου. Eξετάζει την εγγύτητα ως συνθήκη της σύγχρονης ζωής: την διαταρακτική συνύπαρξη ριζικά διαφορετικών πραγματικοτήτων που ξεδιπλώνονται ταυτόχρονα.
Διατρέχοντας την πρόσοψη και τους δύο κύριους ορόφους, η έκθεση ξεδιπλώνεται ως μια διαδοχή οπτικών ρήξεων. Το χιούμορ, η ειρωνεία και η σαγηνευτική γλώσσα της λαϊκής κουλτούρας λειτουργούν ως σημείο εκκίνησης σε ζητήματα βίας, καταναλωτισμού, απάθειας, ελευθερίας και συλλογικής μνήμης. Γνωστά σύμβολα, λογότυπα, σλόγκαν, στίχοι και συντομογραφίες τροποποιούνται διακριτικά, με αποτέλεσμα το νόημα να τρεμοπαίζει, να μετατοπίζεται και να αποσταθεροποιείται.
Στη γωνία της πρόσοψης του κτιρίου, The Breeder Skin, το έργο HELL λειτουργεί ταυτόχρονα ως οδηγός και ως οιωνός. Καθώς το φως μεταβαίνει από τη μία λάμψη στην άλλη, η οικεία λογική του branding μεταλλάσσεται: το SELL μετατρέπεται σε HELL. Τοποθετημένη πάνω από την είσοδο, η επιγραφή λειτουργεί σαν ένας ψεύτικος ήλιος, λαμπερή, σαγηνευτική, πανταχού παρούσα, καλωσορίζοντας το κοινό και καθορίζοντας αμέσως την ένταση της έκθεσης, όπου το γνώριμο εκτρέπεται στο δυσοίωνο.
Στο εσωτερικό της Breeder, δύο μεγάλης κλίμακας έργα καθρέφτες, τα WAR – GIVEASHIT και ZOO – GIVEASHIT, κυριαρχούν στον χώρο. Με την μετατροπή του λογότυπου “Givenchy” στην προστακτική φράση GIVEASHIT, τα έργα ανατρέπουν τη γλώσσα της πολυτέλειας σε ένα αίτημα για ευαισθητοποίηση. Αυτό που αρχικά εμφανίζεται ως branding και αυτοαναγνώριση αποκαλύπτει σταδιακά πολυεπίπεδες πραγματικότητες κάτω από την επιφάνεια: ένα πόλεμο που εξελίσσεται αλλού, και μια κοινωνία διαμορφωμένη από το θέαμα, την παρατήρηση και την κοινωνική πίεση.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Τα έργα με νέον στην καλλιτεχνική πρακτική της Όλγας Μηλιαρέση-Φωκά λειτουργούν ως σήματα στο σκοτάδι. Το κόκκινο φως τους θυμίζει συστήματα προειδοποίησης, αλλά και ζεστασιά: κάρβουνα, παλμό, επιμονή. Κινούμενα μεταξύ του επείγοντος και της τρυφερότητας, υποδηλώνουν τόσο συναγερμό όσο και εύθραυστη ελπίδα. Κρεμασμένο κάτω από τον ημιώροφο, το έργο IT’S JUST A KISS AWAY αναδιατυπώνει έναν στίχο από το τραγούδι Gimme Shelter των Rolling Stones, σε μια πρόταση που πλανάται μεταξύ απειλής και θαλπωρής. Αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο, η φράση υπονοεί ότι η ειρήνη μπορεί να βρίσκεται τόσο κοντά όσο μια χειρονομία ενσυναίσθησης — αν η συμπόνια αντικαταστήσει την επιθετικότητα.
Το έργο FIRST TIMES εξετάζει τις ασύμμετρες χρονικότητες και την ανισότιμη κατανομή των μελλοντικών προοπτικών. Χαραγμένες σε μπλε γυαλί, φράσεις όπως «THE FIRST KISS» (Το πρώτο φιλί) προκαλούν μια αίσθηση προσμονής, μνήμης και φαντασιακών “πρώτων φορών”. Η Μηλιαρέση-Φωκά αναλογίζεται διακριτικά το προνόμιο ενός μέλλοντος που μπορεί να προβλεφθεί, καθώς και την απουσία αυτής της δυνατότητας για όσους η ζωή τους διακόπτεται πριν προλάβουν να βιώσουν τέτοιες στιγμές.
Ένα συνεχές ηχητικό έργο, το «BANG BANG», διατρέχει ολόκληρη την έκθεση σαν μια επίμονη πίεση. Ο γνωστός ήχος έναρξης του Netflix μεταλλάσσεται σε μια ακολουθία κρουστικών χτυπημάτων, η αναγνωρισιμότητά του σταδιακά υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε μια διάχυτη αίσθηση ανησυχίας. Αυτό που κάποτε σήμαινε άνεση γίνεται δυσδιάκριτο από τον ήχο βομβαρδισμών.
Στο χώρο του υπογείου, οι επισκέπτες συναντούν το FUCK WARS, μια ορειχάλκινη πλάκα, της οποίας η αδιαπραγμάτευτη δήλωση λειτουργεί ως ορόσημο. Η αντανάκλαση του θεατή ενσωματώνεται στην πράξη της άρνησης, καθιστώντας την παρουσία του αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της διακήρυξης του έργου. Συνδυάζοντας τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου με αυτά της αρχιτεκτονικής σήμανσης, το έργο καταρρίπτει τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Στη συνέχεια, η σειρά έργων BLOWING IN THE WIND ξεδιπλώνεται ως ένα χρυσό τοπίο αντοχής και ευθραυστότητας. Αποτελούμενη από επτά έργα καθρέφτες που απεικονίζουν φοίνικες κυρτωμένους από τα ρεύματα του ανέμου, η εγκατάσταση αντλεί εμπνευσμένη από τις σκέψεις του Bob Dylan για τον πόλεμο και την ειρήνη.
Η οπτική γλώσσα της ποπ κουλτούρας, η αμεσότητα της, η γοητεία που ασκεί και η οικειότητά της, αποτελεί σταθερή παρουσία στην έκθεση, χωρίς να απορρίπτεται ή να εξυμνείται· αντίθετα, αποσταθεροποιείται. Μετασχηματίζοντας αυτό που είναι ήδη αναγνωρίσιμο, η Μηλιαρέση-Φωκά αποκαλύπτει το εύθραυστο όριο μεταξύ εικόνας και πραγματικότητας, κατανάλωσης και συνεπειών, θέασης και ευθύνης.

Όλγα Μηλιαρέση-Φωκά
Η Όλγα Μηλιαρέση-Φωκά (γ. 1981) ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Μέσα από φωτογραφικές, text based και γλυπτικές εγκαταστάσεις και παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο, διερευνά τις εντάσεις μεταξύ της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, του καταναλωτισμού, της ταυτότητας και της συλλογικής επιθυμίας. Το 2009 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές (MFA) στο Photography & Related Media του Parsons School of Design. Προηγουμένως, πραγματοποίησε Foundation Studies in Art & Design στο Central Saint Martins και απέκτησε πτυχίο (BFA) στο Fashion Photography από το London College of Fashion. Το έργο της έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις διεθνώς. Εκπροσωπείται από τη γκαλερί The Breeder στην Αθήνα.
Επιλεγμένες ατομικές εκθέσεις: DIRTY DANCING, Rettberg Gallery, Μόναχο | RISKY BUSINESS, The Breeder, Αθήνα | KEEP WALKING, Haus N, Αθήνα | Perpetual Endangered Tempo, P.E.T. Projects, Αθήνα | Sin City, Dio Horia Contemporary Art Platform, Μύκονος.
Επιλεγμένες ομαδικές εκθέσεις: BEYOND SURFACE, Bergson Gallery, Μόναχο | 5-7-5, Αθήνα | Prizing Eccentric Talents III, P.E.T. Projects, Αθήνα | Opus MAGNUM, Britta Rettberg, Μόναχο | This Current Between Us, Παλαιός Ατμοηλεκτρικός Σταθμός Νέου Φαλήρου, Αθήνα | P.T.S.D., Αθήνα | Highlight: Gramercy, National Arts Club, Νέα Υόρκη | Dancing Goddesses, Dio Horia, Μύκονος | Cultural Memories, Αρχαιολογικό Μουσείο Μήλου | It Looks Like Up To Me, Eleni Koroneou Gallery | The Diary of a Seamstress, Antonopoulou Gallery | καθώς και η έκθεση The Equilibrists, που διοργανώθηκε από το New Museum και το DESTE Foundation σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη.
Κεντρική φωτογραφία θέματος: Olga Migliaressi – Phoca, FIRST ROMANCE, 2026, scratched glass, stainless steel frame, 26 x 34 cm.