Μια σπουδαία διεθνής συνεργασία, που ξεκίνησε πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια, αναθερμαίνεται και επιστρέφει δυναμικά στην τζαζ σκηνή της Αθήνας. Ο εκπληκτικός Βρετανο-νιγηριανός τραγουδιστής, συνθέτης και τραγουδοποιός της soul και της jazz, Ola Onabulé, με τη συγκλονιστική φωνή και την έντονη σκηνική παρουσία του, συναντά στο Half Note Jazz Club τον κορυφαίο σαξοφωνίστα και συνθέτη Gilad Atzmon και το Ευρωπαϊκό του κουαρτέτο. Από την Παρασκευή 31 Οκτωβρίου έως και τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, το κοινό θα απολαύσει ένα νέο, ξεχωριστό μουσικό project που ενώνει δύο χαρισματικούς δημιουργούς με κοινή αγάπη για τη γνήσια τζαζ έκφραση.

Η συνάντηση αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο για τον Ola Onabulé, λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ “Proof of Life” με τον Σουηδό κιθαριστά Nicolas Meier, μια δουλειά που επιχειρεί να εξερευνήσει κάθε πτυχή της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η συνεργασία του με τον Gilad Atzmon, από την άλλη, δεν είναι τυχαία· οι δυο τους γνωρίστηκαν στη βρετανική τζαζ σκηνή πριν από δύο δεκαετίες και μοιράζονται κοινό σεβασμό για τη δύναμη της μουσικής αφήγησης. Η νέα τους αυτή σύμπραξη θα συνδυάσει τη μουσική των τζαζ ηρώων που τους ενέπνευσαν, με πρωτότυπες συνθέσεις και αυτοσχεδιασμούς που αποτυπώνουν τη μοναδική καλλιτεχνική τους ταυτότητα.

***

-Το άλμπουμ σας “Proof of Life” βγήκε μέσα στο 2025: θα ήθελες να μας το παρουσιάσεις; Πώς προέκυψε η ιδέα και ποια είναι τα βασικά θέματα ή συναισθήματα που το καθοδηγούν;

Το “Proof of Life” είναι ουσιαστικά ένα μετα-πανδημικό άλμπουμ. Βγήκαμε από την απομόνωση, από την κοινωνική φθορά που αυτή προκάλεσε, με ένα αίσθημα απώλειας χρόνου αλλά και αγαπημένων ανθρώπων. Νιώθαμε πως ο κόσμος είχε αλλάξει βαθιά. Πως κι εμείς είχαμε αλλάξει βαθιά, είχαμε ξεχάσει πώς να είμαστε συναισθηματικά, συνδεδεμένα και ισορροπημένα ανθρώπινα όντα. Ήθελα να δημιουργήσω ένα άλμπουμ που θα λειτουργούσε ως άσκηση υπενθύμισης – πρώτα για τον εαυτό μου και για τους ανθρώπους γύρω μου – των περίπλοκων και σύνθετων συναισθημάτων και εμπειριών που χάθηκαν σε εκείνη την αβέβαιη περίοδο. Έτσι έγραψα τραγούδια για όλες τις όψεις της ζωής: τον πόνο, τη χαρά, την αγάπη, το μίσος και τον αγώνα… για την αποτυχία, την επιτυχία, τη δύναμη και την ευαλωτότητα. Όσες περισσότερες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης μπορούσα να σκεφτώ. Σχεδόν σαν ένα «ρεσάλτο» στη συναισθηματική μου μνήμη.

-Θα ήθελα να μείνουμε λίγο στο άλμπουμ, γιατί υπάρχει ένα κομμάτι με ελληνικό τίτλο, το “Centauri”, για το οποίο έγραψες και τους στίχους. Τι σε ωθεί συνήθως να γράφεις; Υπάρχουν λέξεις που θεωρείς πιο ποιητικές, πιο δικές σου — και άλλες που αποφεύγεις γιατί δεν ταιριάζουν στον τρόπο έκφρασής σου;

Α, αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον! Ομολογώ ότι δεν σκεφτόμουν τις ελληνικές ρίζες της λέξης Centauri όταν έγραφα το τραγούδι! Την προσέγγισα ως όνομα ενός αστερισμού. Alpha Centauri. Προσπαθούσα να εκφράσω πώς εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι οι καθημερινές, πεζές ζωές μας έχουν σημασία μέσα στο απέραντο σύμπαν. Ήθελα να θίξω την αλήθεια ότι, σε σχέση με το σύμπαν, είμαστε απλώς μικροσκοπικές κουκκίδες στην άκρη μιας βελόνας.

Όσον αφορά τον τρόπο που προσεγγίζω τη γραφή, ένα από τα πιο βασικά στοιχεία για να είσαι τραγουδοποιός – ή συγγραφέας οποιουδήποτε είδους – είναι να αγαπάς τη γλώσσα και τις λέξεις. Είναι τα «παξιμάδια και τα μπουλόνια» που κρατούν τον κινητήρα της τέχνης μου. Αγαπώ την απεριόριστη δύναμη και την ελαστικότητα των λέξεων. Το γεγονός ότι, συνδυάζοντάς τες ή τοποθετώντας τες με διαφορετική σειρά, μπορώ να μεταδώσω αμέτρητα νοήματα, να ζωγραφίσω διαφορετικές εικόνες, να δημιουργήσω δραματική ένταση, να παραπλανήσω τον ακροατή, να τον οδηγήσω συναισθηματικά ή αντικειμενικά, και ούτω καθεξής.

Ξοδεύω τον περισσότερο χρόνο μου στις ασκήσεις τραγουδοποιίας ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη για να πω το σωστό πράγμα – και φυσικά έχω την επιπλέον πρόκληση να ταιριάξω αυτές τις λέξεις σε έναν συγκεκριμένο ρυθμό και μελωδία, που πρέπει να υποστηρίζουν το συναίσθημα και την αφήγηση του τραγουδιού. Από αυτή την άποψη, δεν νομίζω ότι υπάρχουν λέξεις που δεν ταιριάζουν στον τρόπο έκφρασής μου· όποια λέξη ή σύνολο λέξεων με βοηθά να μεταφέρω ουσιαστικά την ψυχή του τραγουδιού μου, είναι η σωστή.

-Υπήρξε κάποιο άλμπουμ ή καλλιτέχνης που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καλλιτεχνική σου εξέλιξη;

Πιστεύω πως το μουσικό μου «ξύπνημα» ήρθε ακούγοντας τη συλλογή δίσκων του πατέρα μου και τα τραγούδια που έβαζε στο ραδιόφωνο στα πρώτα μου χρόνια. Τραγουδιστές της ποπ-τζαζ των τελών της δεκαετίας του ’50 και των αρχών του ’60 – Louis Armstrong, Nat King Cole, Frank Sinatra, Billy Eckstein, Ella Fitzgerald, Sarah Vaughn κ.ά. – καθώς και την αφρικανική High-Life Jazz της Δυτικής Αφρικής από καλλιτέχνες όπως οι Bobby Benson, ET Mensah και Fatai Rolling Dollar.

Η μητέρα μου, από την άλλη, άκουγε καθαρή ποπ: The Beatles, Shirley Bassey, Tom Jones. Της άρεσαν οι μεγάλες, δραματικές φωνές και τα όμορφα γραμμένα τραγούδια. Ο πρώτος καλλιτέχνης που ανακάλυψα μόνος μου ήταν ο James Brown. Με μάγεψε το συναρπαστικό του στυλ, η ενέργειά του και η εκπληκτική του σύνδεση με το κοινό. Πολύ αργότερα στη ζωή μου, στράφηκα προς τη σύγχρονη τζαζ – φυσικά, Miles Davis, Coltrane, Pat Metheny, Ramsey Lewis, Al Jarreau, George Benson και πολλοί άλλοι.

-Τι μπορείς να μας αποκαλύψεις για τις επερχόμενες ζωντανές εμφανίσεις σου στο Half Note με τον Gilad Atzmon; Πώς είναι να συνεργάζεστε ξανά μαζί;

Είναι υπέροχο που ξανασυνδεόμαστε μουσικά με τον Gilad μετά από τόσα χρόνια. Πρωτογνωριστήκαμε στη σκηνή της τζαζ στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από πάνω από δύο δεκαετίες και από τότε δεν είχαμε ευκαιρία να δουλέψουμε μαζί! Θαυμάζω από μακριά το απίστευτο ταλέντο του, τόσο στο παίξιμο όσο και στη σύνθεση, και είμαι ενθουσιασμένος που έχουμε τώρα την ευκαιρία να μοιραστούμε τη σκηνή με αυτόν και το τρίο του.

Ξαναβρεθήκαμε όταν ήρθε να δει την εμφάνισή μου με την Athens Big Band νωρίτερα φέτος. Η συναυλία μας θα είναι μια εξερεύνηση της μουσικής των Jazz Men που θαυμάζουμε, αλλά θα προσθέσουμε και αρκετά δικά μας κομμάτια, αφού είμαστε και οι δύο τραγουδοποιοί. Ανυπομονώ πραγματικά!

-Με δεδομένους τους ταραγμένους καιρούς που ζούμε, υπάρχει κάποιο τραγούδι από τη δισκογραφία σου που νιώθεις ότι αντηχεί πιο δυνατά αυτή τη στιγμή στην ιστορία;

Υπάρχουν τόσα πολλά τραγούδια μου που αντικατοπτρίζουν το πώς νιώθω για τον κόσμο γύρω μου… οπότε είναι δύσκολο να διαλέξω… αλλά ίσως τελικά θα έλεγα ένα τραγούδι από το δεύτερο άλμπουμ μου, το “It’s Never Over”. Είναι ένα τραγούδι που μιλάει για την εμμονή μας με την καταστροφή και τη σκληρότητα απέναντι στους άλλους. Για το πώς διατηρούμε μια μη βιώσιμη ειρήνη, που οδηγεί σε μη βιώσιμο πόλεμο. Πώς τίποτα από τα δύο δεν διαρκεί για πάντα – κι όμως δεν τελειώνει ποτέ. Δεν είναι χαρούμενο τραγούδι, αλλά οι αντιδράσεις του κοινού όλα αυτά τα χρόνια μου δίνουν ελπίδα, γιατί πολλοί άνθρωποι στοχάζονται πάνω σε αυτό το εγγενές παράδοξο του τραγουδιού όπως κι εγώ.

-Τι σημαίνει για σένα η ανεξαρτησία ως καλλιτέχνη στη σημερινή μουσική βιομηχανία και πώς έχει διαμορφώσει τη δημιουργική σου πορεία;

Τη δεκαετία του ’90 είχα συμβόλαιο ηχογράφησης που τελείωσε γρήγορα και απότομα. Είχα τότε την ευκαιρία να στοχαστώ και να επαναξιολογήσω το μέλλον μου. Κοίταξα γύρω μου για εναλλακτικές στις παραδοσιακές μεγάλες δισκογραφικές και ανακάλυψα ότι κάποιοι πρωτοπόροι καλλιτέχνες χάραζαν τον δικό τους δρόμο ως ανεξάρτητοι. Ηχογραφούσαν μόνοι τους, έστηναν δικές τους εταιρείες, οργάνωναν, παρήγαγαν, δημιουργούσαν αυτά τα καινούρια πράγματα που τότε ονομάζονταν ιστότοποι.

Ακολούθησα κι εγώ αυτό το μονοπάτι και, για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας μου – σε 10 στούντιο άλμπουμ και μερικά ζωντανά – υπήρξα ο κυρίαρχος της δικής μου μοίρας και του δικού μου έργου. Αυτό μου έδωσε απεριόριστη ελευθερία έκφρασης και καλλιτεχνικής κατεύθυνσης. Παίζω με όλες τις δυνατές συνθέσεις: από σόλο εμφανίσεις, ντουέτα, τρίο, κουιντέτα, big bands μέχρι μεγάλες φιλαρμονικές και συμφωνικές ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Θα συνιστούσα αυτή την προσέγγιση σε οποιονδήποτε με ρωτούσε σήμερα για το πώς να είναι ένας ζωντανός καλλιτέχνης στη δική μας μουσική σκηνή.

-Τέλος, θα ήθελες να αφιερώσεις έναν στίχο από κάποιο τραγούδι σου σε όσους θα έρθουν να σε δουν στο Half Note;

Α, τι ενδιαφέρουσα ερώτηση! Το πρώτο τραγούδι που μου έρχεται στο μυαλό είναι από το ένατο άλμπουμ μου, το “Point Less”, με τίτλο “You Can’t Depend on Love”.

Ολόκληρος ο στίχος λέει:

“Until you find a heart to give yours to, you’ll find, you can’t depend on love,
until you find a soul to give some to, you’ll see, you can’t rely on hope.”

(«Ώσπου να βρεις μια καρδιά για να της δώσεις τη δική σου, θα δεις, δεν μπορείς να βασιστείς στην αγάπη
κι ώσπου να βρεις μια ψυχή για να της δώσεις κάτι απ’ τη δική σου, θα δεις, δεν μπορείς να στηριχτείς στην ελπίδα.»)

Είναι μια θεμελιώδης αρχή πάνω στην οποία προσπαθώ να ζω τη ζωή μου. Ως μουσικός, δεν μπορώ να κερδίσω τίποτα, αν δεν δώσω πρώτα ολοκληρωτικά, ανοιχτά και χωρίς όρους τη μουσική μου στο κοινό. Είναι ο μόνος τρόπος να λάβω κάτι πολύτιμο σε αντάλλαγμα. Ανταλλάσσω αλήθεια στην έκφραση, ευαλωτότητα και ειλικρίνεια με εμπιστοσύνη και σύνδεση.

Photo Credit κεντρικής εικόνας θέματος: Guildhall

Διαβάστε επίσης:

Ο Ola Onabulé με τον Gilad Atzmon στο Half Note Jazz Club