«Τη δυσκολία της υπόθεσης θέλησα να δείξω, να σβήσω την εντύπωση ότι τα καταλαβαίνει κανείς όλα ή τα περισσότερα σε μια τόσο συμπαγή ζωή. Τα καταλαβαίνουμε σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο». Αυτά αναφέρει ο Ντέμπλιν στον επίλογο του βιβλίου που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά. Το έργο αυτό δημοσιεύεται το 1924 και σχετίζεται περισσότερο με την εμπειρία του στην ψυχιατρική, στην οποία εξειδικεύτηκε, και την προσπάθειά του να κατανοήσει ο ίδιος και να προσεγγίσει τον ασταθή εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου.

Το γεγονός της φαρμακείας στο οποίο αναφέρεται αποτέλεσε ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα στην δημοκρατία της Βαϊμάρης τον καιρό εκείνο. Το συμβάν αυτό και το παρασκήνιο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ίδιο, ο οποίος «εκμεταλλεύτηκε» λογοτεχνικά την ιστορία και κατόρθωσε να την αφηγηθεί με λεπτομέρεια παραθέτοντας ακριβείς και πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες για την ιατροδικαστική μέθοδο και τα αποτελέσματά της μεταφέροντας τον παλμό και την ένταση της πράξης. Η δεινότητά του στην συγγραφή ξεδιπλώνεται ενώ κορυφώνεται η πλοκή και ξετυλίγεται το νήμα της ιστορίας φαρμακείας.

Το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι κατά πόσο μπορεί ένας άνθρωπος να αντέξει και να υπομείνει την ταπείνωση και τον εξευτελισμό, πόσο μπορεί να θυσιάζεται και να ζει υπό συνθήκες ομηρίας και φυλακής ενώ στην πραγματικότητα ζει ελεύθερος. Η ελευθερία στην περίπτωση των δύο φίλων είναι πλασματική, ανύπαρκτη, εύθραυστη σαν πορσελάνη, μετέωρη. Υποχείρια οι ίδιες και θύματα των ανδρών τους, περνούν τις μέρες τους και τις ώρες τους κάνοντας γιγάντια υπομονή ελπίζοντας στην αλλαγή της συμπεριφοράς τους που ποτέ δεν έρχεται. Τους υπηρετούν, δεν είναι παρά ανδρείκελά τους, χωρίς καμία δυνατότητα απόδρασης από την μίζερη ζωή στην οποία τις έχουν καταδικάσει. Η δυστυχία στην οποία τις υποβάλλουν μεγαλώνει μέρα με την μέρα, οι προσβολές τις οποίες δέχονται είναι απανωτές και όλη αυτή η κατάσταση είναι ανυπόφορη, αβάσταχτη. Οι σύζυγοι τις αντιμετωπίζουν ως κτήματά τους, τους φέρονται βάναυσα και υποτιμητικά με κάθε πιθανό τρόπο ενώ δεν διστάζουν να τις χτυπήσουν.

Οι ίδιες θα οδηγηθούν στην απόφαση να τους εκδικηθούν με κάθε τρόπο, η υπομονή τους εξαντλείται και μετατρέπεται σε άκρατο μίσος. Είναι έτοιμες για όλα αρκεί να απαλλαγούν μια και καλή από αυτούς που τις καταδυναστεύουν, να τους εξολοθρεύσουν για να λυτρωθούν. Μόνο μία από τις δύο όμως θα βρει το κουράγιο και την δύναμη για το τελικό χτύπημα.

Οι δύο φίλες γνωρίζονται τυχαία συνοδεύοντας τους άντρες τους σε κάποιο δείπνο και μεταξύ τους αρχίζει να αναπτύσσεται φιλία, η οποία όλο και δυναμώνει σε σημείο να μετεξελιχθεί σε ερωτική έλξη και σε πραγματική αγάπη. Η Έλλη και η Γκρέτε συνδέονται πλέον με ισχυρό δεσμό και περνούν τρυφερές στιγμές ενώ στην αλληλογραφία τους ανταλλάσουν λόγια αιώνιας αγάπης και κατανόησης. Δένονται όσο ποτέ συναισθηματικά, βρίσκοντας η μία στην αγκαλιά της άλλης όλη την φροντίδα που στερήθηκαν από τους συζύγους τους.

«Εσύ, αγαπημένη μου, θα δεις ότι για σένα αγωνίζομαι και ότι θα τα καταφέρω. Διαφορετικά δε θα βρω ποτέ την γαλήνη σ’ αυτό τον κόσμο. Σε εκείνον, όμως, θα προσφέρω γαλήνη» θα διαμηνύσει η μία στην άλλη σε ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες. Δεν κρύβει η Έλλη τους σκοπούς της για τον άντρα της ενώ εξομολογείται ανοιχτά την πίστη της στην νέα της σύντροφο. Και της γράφει σε κάποια άλλη στιγμή το παρακάτω: «Μοναδική μου αγάπη, να προσέχεις πολύ, ώστε να μην βγει μετά τίποτα στο φως. Γιατί δεν το αξίζουν οι παλιάνθρωποι αυτό».

Το σχέδιο το οποίο επιστρατεύει η Έλλη είναι πολύ καλά οργανωμένο, η απόφασή της τελική και αμετάκλητη, θα τον ποτίσει με το φάρμακο και θα τον εξοντώσει μια και καλή και έτσι θα είναι πλέον έτοιμη να αφιερωθεί και να αφοσιωθεί στην Γκρέτε. «Πραγματοποίησα όλα όσα είχα σχεδιάσει. Απέδειξα έτσι την αγάπη μου, απέδειξα ότι η καρδιά μου χτυπούσε μόνο για σένα και ότι υποκρινόμουν στον Λινκ πως τον αγαπούσα μέχρι την τελευταία ημέρα. Κι ενώ εσύ κάποιες φορές έλεγες ότι τον συμπονούσα. Όχι αγαπημένη μου. Είμαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη που το κατάφερα με τέσσερα μόνο μάρκα και που βούλωσα το άθεο στόμα του».

Ο Ντέμπλιν αναρωτιέται ως που μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει, τι κρύβει η ψυχή, μπαίνει βαθιά στην ανάλυση των πράξεων και με μέθοδο του ψυχαναλυτή μας παραδίδει ένα κείμενο δραματικό ως προς την εξέλιξή του και την κορύφωση της υπόθεσης. Θα γράψει: «Η ανάλυση των ενστίκτων, η αποκάλυψή τους, φέρνει στο φως τις κινητήριες δυνάμεις που είναι εξαιρετικά καθοριστικές για τις πράξεις μας».

«Ανέκαθεν σκότωνε ο ένας τον άλλον ͘ ήθελε να τον κρατήσει, ώστε να μπορεί να τον σκοτώνει για περισσότερο καιρό».

«Πίστεψέ με, δεν συγκινήθηκε ούτε μια ίνα του κορμιού μου. Ήμουν ψυχρή και τα έκανα όλα με παγερή καρδιά και δεν το μετανιώνω ούτε στο ελάχιστο. Είμαι ευχαριστημένη και ευτυχής που λυτρώθηκα».


Το βιβλίο του Άλφρεντ Ντέμπλιν, Οι δύο φίλες και η υπόθεση φαρμακείας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης.