Δεξιοτέχνης του λόγου επί δεκαετίες, ακούραστος και ακάματος ερευνητής ζωών σημαντικών προσωπικοτήτων αλλά και λαϊκών μορφών της παράδοσης, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Ανδρούτσος, ο Καβάφης, ο ρεμπέτης Μπέμπης, ο Θωμάς Κοροβίνης δεν παύει να συνεχίζει την σκαπάνη του με ζέση και ζήλο χαρίζοντάς μας βιβλία όπως αυτό το αριστούργημα μέσα από το οποίο αφηγείται την ιστορία του θείου του. Ο θείος του και γιος της γιαγιάς του σκοτώθηκε το 1945 από νάρκη που είχε μείνει έπειτα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ένας θάνατος τόσο άδικος όσο και ο θάνατος πολλών ανθρώπων από τον ίδιο λόγο. Μέσα από το καταιγιστικό μα και τόσο συγκινησιακά φορτισμένο διάλογο της γιαγιάς Ελπινίκης με τον συγγραφέα ξετυλίγεται η ιστορία του ελληνισμού τόσο εντός όσο και εκτός μιας και η γιαγιά Ελπινίκη ανήκει σε εκείνες τις γυναίκες που έζησαν την προσφυγιά, απόνερο της ολέθριας μικρασιατικής καταστροφής, η οποία αφάνισε τον ελληνισμό της Μικρασίας και επέφερε την ανταλλαγή πληθυσμών. Για μια ακόμα φορά, ο Θωμάς Κοροβίνης παραδίδει ένα βιβλίο, το οποίο αδιαμφισβήτητα μας διαπερνά και μας εντυπώνεται.

Η μνήμη ενός πρόωρα χαμένου γιου και η νοσταλγία μιας χαμένης πατρίδας

Η γιαγιά Ελπινίκη είναι η αυθεντική μορφή της Ελληνίδας του προηγούμενου αιώνα, μιας γυναίκας που ζει στην επαρχία, μιας γυναίκας απλής και παράλληλα τόσο αληθινής. Είναι αντιπροσωπευτική η μορφή της ενός Ελληνισμού που έζησε ελεύθερος αν και σκλαβωμένος κάτω από τον τουρκικό ζυγό πριν αυτός απελευθερωθεί για πάντα και επανέλθει στη μητέρα πατρίδα με τον δραματικό ωστόσο τρόπο που όλοι γνωρίζουμε. Η ίδια η γιαγιά είναι η προσωπογραφία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων που πάλεψε και πάσχισε να διατηρήσει τα ήθη και τα έθιμα, τα κεκτημένα τόσων αιώνων χωρίς να αλλοιωθεί και να εκτουρκιστεί.

Ο διάλογος εγγονού και γιαγιάς είναι τόσο ειλικρινής και αυθεντικός, είναι μια συνομιλία που είναι βαφτισμένη από γνησιότητα μέσα κυρίως από την ντοπιολαλιά, η οποία και είναι το σημείο αναφοράς. «Η καλοσύνη, λες, αμοίβεται, ε; Στον άλλο κόσμο;/Δεν ξέρω γι’ άλλο κόσμο, αλλά σ’ αυτό τον κόσμο αφήν’ την προίκα τ’ ς! Αυτή είν’ η αμοιβή τ’ ς!/Έτσι κι ο δικός μας, ε;/Σους ! Άσ’ τα αυτά! Μην τα σκαλίζεις! Έχω πήξ’ τυρί αγελαδινό, παχύ παχύ απ’ τη Μαρίτσα, ολόφρεσκο, λιών’ στο στόμα, ρίξε και δυό σπυριά χοντρό αλάτ’ από πάνω να διεις τι θα πει ζωή!».

Δεν έχουμε πια την ευχέρεια και την πολυτέλεια να διαβάζουμε τέτοια αποσπάσματα, να εντρυφούμε στην τόσο πλούσια ελληνική γλώσσα μιας άλλης εποχής και ο Κοροβίνης μέσα από ένα βιωματικό κείμενο μας χαρίζει αυτό το κόσμημα όπου συνδυάζεται ουσιαστικά η ιστορία της χώρας και τα δύσκολα χρόνια του ξεριζωμού μαζί με τις προσωπικές μαρτυρίες της δικής του οικογένειας. Δυστυχώς, περιγράφει η γιαγιά Ελπινίκη τον πόνο και την θλίψη από τον άδικο θάνατο του γιου της, ένας θάνατος που δεν ήρθε ούτε από ασιτία στον πόλεμο, ούτε καν από μάχη μα από μια ξεχασμένη νάρκη και αυτό είναι ένα γεγονός που γεμίζει οδύνη μια μάνα που θρηνεί το παιδί της. «Ο Χάρος έκατσε ψηλά και τραγουδεί πανώρια, λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο. – Για δες κρίματα που ‘καμα κι άδικα θα κάνω, για δες σπίτια που ρήμαξα, για δες κορμιά που πήρα» γράφει ο Κοροβίνης σε κάποιο σημείο της αφήγησης και αυτό το απόσπασμα είναι σαν να διαβάζει κάποιος στίχους από αρχαία τραγωδία.

Η γιαγιά Ελπινίκη κατάφερε, σε αντίθεση με το γιο της που χάθηκε πρόωρα, να ζήσει τουλάχιστον έως το 1975 – γεννηθείσα το 1898 – οπότε και διημείφθη αυτός ο διάλογος μεταξύ γιαγιάς και εγγονού. Η γιαγιά εμφανίζεται διαυγής και ακμαία στο μυαλό της και μπορεί και τον κατσαδιάζει ενίοτε όταν εκείνος ως πολύ νεότερος αμφισβητεί το καθαρό της μυαλό. Πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο και ας έχουν περάσει μόλις 50 χρόνια από την συνομιλία αυτή, ο αναγνώστης έχει την εντύπωση πως όσα περιγράφει η γιαγιά εκτυλίσσονται σε έναν άλλο αιώνα, ωστόσο είναι σαφές πως η εξέλιξη τρέχει με μεγάλη ταχύτητα αλλά οι αναμνήσεις είναι εδώ παρούσες για να μας θυμίζουν αλλοτινές εποχές και ανθρώπους. Αυτοί οι άνθρωποι, όπως η γιαγιά Ελπινίκη, έζησαν κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, μέσα από πολέμους, δυσκολίες οικονομικές, μέσα από προσωπικά δράματα και όμως μορφές σαν και εκείνη μπόρεσαν μέσα από την απλότητα του βίου τους να κρατήσουν ψηλά το φρόνημα και να δουν το πραγματικό νόημα της ζωής. «Απ’ το έλλειμμα πρέπ’ να χαρίζεις, όχ’ απ’ το περίσσεμα! Βλέπ’ς, παιδί μ’, ο Θεός κρύβεται στη φτώχεια» αναφέρει η ίδια χαρακτηριστικά. Είναι η φιλοσοφία όχι ενός ανθρώπου με πτυχία, μα ο στοχασμός μιας απλής γυναίκας που μπορεί και σκέφτεται ανθρώπινα, λογικά και χωρίς επιφυλάξεις.

Τα λόγια του Κοροβίνη βγαίνουν κατευθείαν από την ψυχή και την καρδιά, είναι λόγια ενός εγγονού που φέρνει στη μνήμη του τα λόγια μιας πολυαγαπημένης γιαγιάς, η οποία τον μεγάλωσε και κατάφερε να σώσει όσα εκείνη του εκμυστηρεύτηκε όντας στο πλάι της. Είναι ευλογία για ένα μικρό παιδί να έχει προλάβει να ζήσει την γιαγιά του, να έχει συνομιλήσει μαζί της και να κρέμεται από κάθε της λέξη σαν αυτή να ήταν η πιο σημαντική του κόσμου. «Αλλά, μάθε ένα πράμα, τη ζωή πρέπ’ να την έχ’ ς για παράδεισο. Για να περάσεις καλά. Αλλιώς θα σε τρώει το μαράζ’ ! Να διες εμένα! Πώς νταγιαντώ τόσα χρόνια! Και πριν την Κατοχή με πέθανε ένα αγοράκ’ νεογέννητο! Και μές στην Κατοχή, αφού ρωτάς για βάσανα, εχάσαμ’ ένα μωρό» αφηγείται η γιαγιά Ελπινίκη με μια μελαγχολία στο λόγο της και μια θλίψη να την ακολουθεί έχοντας περάσει όλα αυτά στη ζωή της. Και όμως στέκεται όρθια ακόμα στα πόδια της, μια γυναίκα που αντιστέκεται και αντέχει στον πανδαμάτορα χρόνο, αυτόν που όλα τα αλέθει και όλα τα γιατρεύει. Ο Θωμάς Κοροβίνης για μια ακόμα φορά μας θυμίζει πως η ζωή είναι περαστική, είμαστε από εδώ περιπατητές και περαστικοί, οι άνθρωποί μας είναι η μοναδική δύναμή μας και οφείλουμε να τους θυμόμαστε γιατί το παρελθόν είναι το μέλλον μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Σταυροί στο ακροθαλάσσι»:

«Δεν περιμένω τίποτα! Τον άνθρωπο τον έχω μελετήσ’ καλά! Όσο τον δίνω μπέσα, άλλο τόσο είμαι μυγιασμέν’ ! Άκουσα κι ευχαριστώ, με αμόλησαν και κατάρες!»

Διαβάστε επίσης:

Θωμάς Κοροβίνης – Σταυροί στο ακροθαλάσσι: Το συναρπαστικό αφήγημα σε διαλογική μορφή