Το μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι (που έχει δώσει άδεια χρήσης της ίδιας επωνυμίας στο μουσείο του Άμπου Ντάμπι) δεν είναι σε θέση να εντοπίσει που βρίσκεται ο πίνακας «Salvator Mundi«, σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος του μουσείου που μίλησε, αποκρύπτοντας την ταυτότητα του, στην εφημερίδα New York Times.

Τον Νοέμβριο του 2017, το εν λόγω έργο τέχνης είχε γίνει ο πιο ακριβοπληρωμένος πίνακας στην ιστορία της τέχνης, καθώς πωλήθηκε έναντι 450,3 εκατομμυρίων δολαρίων σε έναν ανώνυμο αγοραστή, που αργότερα αποδείχτηκε ότι ανήκε στον κύκλο του πρίγκιπα – διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. Έναν μήνα μετά την ιστορική δημοπρασία του οίκου Christie’s στη Νέα Υόρκη, οι υπεύθυνοι πολιτισμού στο Άμπου Ντάμπι είχαν προαναγγείλει ότι ο πίνακας θα συμπεριληφθεί στην έκθεση του μουσείου.

Όμως τα αποκαλυπτήρια του πίνακα που είχαν προγραμματιστεί για τον περασμένο Σεπτέμβριο ακυρώθηκαν χωρίς εξήγηση, και το αρμόδιο τμήμα αρνείται να δώσει την παραμικρή απάντηση. Αξιωματούχοι της γαλλικής κυβέρνησης ελπίζουν πως ο διάσημος πίνακας που αποδίδεται στον Ντα Βίντσι, θα «επανεμφανιστεί» σύντομα, ώστε να συμπεριληφθεί στην επέτειο για τα 500 χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου εφευρέτη, μηχανικού και καλλιτέχνη.

Σύμφωνα πάντα με την αμερικανική εφημερίδα, το υπουργείο Πολιτισμού των ΗΑΕ αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με το πού βρίσκεται σήμερα ο πίνακας. Υπάλληλοι του μουσείου είπαν στην εφημερίδα ότι δε γνωρίζουν τι απέγινε, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Η εξαφάνιση του Salvator Mundi αναζωπύρωσε τις εικασίες σχετικά με την αυθεντικότητά του και τον νέο ιδιοκτήτη του. Επισημαίνοντας ότι δεν έγινε ποτέ σαφές το πώς απέκτησε το μουσείο τον πίνακα από τους Σαουδάραβες –αν επρόκειτο για δώρο, για δανεισμό ή για ιδιωτική πώληση– κάποιοι υποθέτουν ότι ο πρίγκιπας Σαλμάν απλώς αποφάσισε να τον κρατήσει για τον εαυτό του.

Εκπρόσωπος του μουσείου του Λούβρου αρνήθηκε να σχολιάσει επισήμως το ζήτημα.  Ειδικοί εκφράζουν ωστόσο την ανησυχία τους για την τύχη του πίνακα. «Είναι τραγικό» σχολιάζει η Ντάιαν Μοντεστίνι, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών στο Ινστιτούτο του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, που είχε εργαστεί για τη συντήρηση του μοναδικού πίνακα. «Το να στερείς από τους φιλότεχνους ένα αριστούργημα τέτοιας σπανιότητας είναι βαθιά άδικο». Ο Μάρτιν Κεμπ, ιστορικός της Οξφόρδης που μελέτησε τον πίνακα, επίσης δηλώνει παντελή άγνοια. «Δεν ξέρω που είναι ο πίνακας» ομολογεί στους NYT. Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει το έργο «μια θρησκευτική εκδοχή της Μόνα Λίζα» και «την πιο δυνατή αποτύπωση της φευγαλέας φύσης του Θείου».

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ /The New York Times