Η μεγάλη των Βαλκανίων σχολή πεζογραφίας έχει δώσει τα διαπιστευτήριά της στην παγκόσμια λογοτεχνία με ονόματα όπως ο Άντριτς, ο Στσεπάνοβιτς, ο Ντανίλο Κις, ο Σιοράν, ο Κανταρέ και ο Μανέα. Ο Γκεόργκι Γκοσμποντίνοφ είναι το νέο αστέρι αυτής της σημαντικής παράδοσης η οποία τροφοδοτεί την αναγνωστική μας συνείδηση με ιστορίες και έργα θαυμαστά. Ο στοχαστικός συγγραφέας του βραβευμένου «Χρονοκαταφυγίου» επιστρέφει με μια αυτοβιογραφική διάθεση, χαρίζοντας ένα ολόκληρο μυθιστόρημα στη μνήμη του πατέρα του, μιλώντας εξίσου για τον θάνατο που όσο κι αν αποδίδεται κάθε φορά σε ένα πρόσωπο παραμένει πάντως μια καθολική μοίρα για όλους μας.
«Ο κηπουρός και ο θάνατος» είναι ένας αναστοχασμός για το τέλος μιας ζωής και για την απώλεια που προκαλείται. Λειτουργεί κάπως σαν ένα άναρχα δομημένο ημερολόγιο χωρίς καμία πρόθεση να δρομολογηθεί αυστηρή πλοκή. Παρεμβάλλονται ένα σωρό ενδιαφέρουσες σκέψεις, χωρίς να αφορούν απαραίτητα τη θλίψη της φθοράς που οδηγεί καλπάζοντας στα μεταφυσικά τοπία της ανυπαρξίας. Ο Γκοσμποντίνοφ κάνει πράξη την παρότρυνση του Καμύ: «Θες να φιλοσοφήσεις; Γράψε μυθιστόρημα». Ο ίδιος ήθελε να πάει ενάντια στην λογοτεχνική παράδοση η οποία εξυμνεί τη μητέρα και γράφει καφκικά πικρά γράμματα προς τον πατέρα.
Αν χρειάζεται να μιλήσει για τα γηρατειά, γράφει πως είναι οριζόντια, η εξοικείωση με μια μακρά, ίσως αιώνια, οριζοντιότητα. Όταν καταπιάνεται με το αναπόδραστο τέλος επισημαίνει: Κάποιος είχε πει ότι η κουλτούρα κι ο πολιτισμός ξεκινούν με τον πρώτο άνθρωπο που θάφτηκε. Πρέπει όμως να βρεθεί μια αρχή στο βιβλίο που σύμφωνα με τον Βούλγαρο συγγραφέα μπορεί να έχει πολλά ξεκινήματα, μόνο το τέλος είναι ένα. Και αυτό όμως είναι μεταβλητό, τουλάχιστον όσο συνεχίζουμε να αφηγούμαστε. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα του οποίου ο ήρωας πεθαίνει και ο Γκοσμποντίνοφ φιλοσοφώντας για το ζήτημα της αφήγησης, παραδέχεται ότι και οι αφηγητές που θεωρούμε αθάνατους μέσα στο θερμοκήπιο της μυθοπλασίας, κάποια μέρα πεθαίνουν κι αυτοί. Μόνο οι ιστορίες επιβιώνουν.
Ο άνθρωπος θάβει τους γονείς του ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του. Ο φόβος πως μια μέρα θα πεθάνουν είναι σίγουρα ένας από τους πιο πρώιμους φόβους. Να μια σκέψη που θα μπορούσε να είναι η αρχή του βιβλίου αλλά βρίσκεται μόλις στο έβδομο κεφάλαιο. Κατά τα άλλα υπάρχουν συνεχείς παραλληλισμοί με τη λογοτεχνική παράδοση. Απαρίθμηση των ασθενειών… Ο πατέρας μου απαριθμεί τις ασθένειες όπως ο Όμηρος απαριθμεί τα καράβια στη Δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας… Ο ήρωας του Γκοσμποντίνοφ, ο πατέρας του που πεθαίνει, διαπραγματεύεται το χρόνο που του απομένει να ζήσει. Την ίδια στιγμή διηγείται ένας σωρό ιστορίες σαν ένας ομοδιηγητικός αφηγητής (πιο ομοδιηγητικός δεν γίνεται). Στο μεταξύ ο Γκοσμποντίνοφ συνεχίζει να φιλοσοφεί: Ο άνθρωπος νομίζει πως στις τελευταίες μέρες της ζωής λέγονται οι πιο σοφές κουβέντες, αφήνονται παρακαταθήκες, μιλά κανείς για την ίδια την ουσία των πραγμάτων… Αλλά ο πόνος κονιορτοποιεί τα πάντα. Είναι ο ίδιος πόνος που κατατρώγει τον Ιβάν Ίλιτς στην ομώνυμη νουβέλα του Τολστόι. Μόνο που εκείνος ο πόνος είναι ανώνυμος, ανεξιχνίαστος, δεν τον συλλαμβάνουν οι τομογράφοι και οι ειδικές αιματολογικές εξετάσεις. Εδώ έχεις να κάνεις με ένα γνωστό εχθρό, που εντοπίζεται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
«Ο θάνατος και ο κηπουρός» είναι ένα μυθιστόρημα πένθους και όπως λέει ο Γκοσμποντίνοφ, το πένθος είναι στην πραγματικότητα εγωκεντρικό, ένα πένθος για τον εαυτό σου σ’ ένα κόσμο που σε έχει εγκαταλείψει. Είναι όμως κι ένα μυθιστόρημα για τους νεκρούς που είναι περισσότεροι από εμάς… και παρόλο που δεν καταλαμβάνουν χώρο, κατοικούν σε άλλα δωμάτια, περνούν από άλλες, αόρατες πόρτες μέσα στον χρόνο, όπου συναντιόμαστε για λίγο. Διαβάζεις λοιπόν αυτό το μυθιστόρημα και θέλεις να ξαναγυρίσεις στην αρχή του, που είναι σαν στίχος από κάποιο ανέκδοτο ποίημα: Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος.
Η μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου δίκαιη και ακριβής αφήνει το κείμενο του Γκοσμποντίνοφ να αναπνεύσει αβίαστα στη γλώσσα μας.
Διαβάστε επίσης:
Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ – Ο κηπουρός και ο θάνατος: Ένα βιβλίο με βάθος και μελαγχολική ειρωνεία