«Λένε πως στον παράδεισο θα είμαστε ευτυχισμένοι όλη την ώρα. Δεν θα κλαίμε, ούτε θα πονάμε, δεν θα φοβόμαστε, ούτε θ’ ανησυχούμε ποτέ. Τα πράγματα θα είναι τέλεια».

Στον Άγιο Σεβαστιανό του Ιταλού αναγεννησιακού ζωγράφου Αντρέα Μαντένια αλλά και στον Άγιο Ματθαίο του Μικελάντζελο ντα Καραβάτζιο ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με τα πάθη και τα δεινά που περνούν οι δύο μάρτυρες λίγο πριν τον θάνατό τους και την οριστική μετάβασή τους στον άλλο κόσμο, εκεί όπου όλα είναι αγνά και ανώδυνα.

Η ιστορία της Μασετσάμπα και η κατάθεση ψυχής από το μέτωπο του συστήματος υγείας της Νότιας Αφρικής καταδεικνύει τον πόνο και την οδύνη του σύγχρονου ανθρώπου. Η ίδια βιώνει τόσο την φρίκη ενός απαρχαιωμένου και άδικου συστήματος παροχής βοήθειας όσο και το μίσος των συμπατριωτών της απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό. Παράλληλα, η ίδια θα πληρώσει ακριβά το τίμημα της μη υποταγής σε ένα απαρτχάιντ που καθίσταται όλο και πιο σκληρό, όλο και πιο βίαιο, όλο και πιο απάνθρωπο.

Η Μασετσάμπα δεν απέχει πολύ από όσα συνέβησαν στους μάρτυρες που απεικόνισαν οι ζωγράφοι της Αναγέννησης, είναι μια μάρτυρας και μία ηρωίδα του καιρού της έχοντας η ίδια βιώσει στη σάρκα της και την ψυχή της τον βιασμό ως αντίποινα για όσα πρεσβεύει. Η συγγραφέας είναι τόσο αληθινή στις περιγραφές της που η ανάγνωση του βιβλίου είναι μια δύσκολη αποστολή, μένει όμως στον αναγνώστη μια γλυκόπικρη γεύση για μια ιστορία καθ’ όλα αυθεντική και πολύ βαθιά ανθρώπινη, μια αφήγηση που δεν βγαίνει από κάποιο σενάριο αλλά από την ίδια τη ζωή και για αυτό μένει χαραγμένο βαθιά στη μνήμη.

Παλεύοντας με τα θηρία εντός και εκτός

«Αναλαμβάνω την υποχρέωση να αφιερώσω τη ζωή μου στην υπηρεσία της ανθρωπότητας… Η υγεία των ασθενών μου θα είναι το πρώτο μου μέλημα…»

Η ζωή της Μασετσάμπα είναι αφοσιωμένη στην ανακούφιση των πληγών των ανθρώπων και είναι η μοναδική της αποστολή βάζοντας πολλές φορές σε δεύτερη μοίρα τη δική της ευτυχία και αρμονία. Είναι μια γυναίκα δυναμική που πηγαίνει συνεχώς ενάντια στο ρεύμα της εποχής και της κοινωνίας της. Δέχεται βέλη σαν τον Άγιο Σεβαστιανό και λεκτικές επιθέσεις σαν τον Άγιο Ματθαίο και όμως η θέση της είναι σαφής και αμετάκλητη. Βρίσκεται σε δεινή θέση να καταθέτει τα όσα βιώνει στο νοσοκομείο όπου εργάζεται, ανάμεσα σε ασθενείς που πεθαίνουν όχι επειδή δεν μπορούν να θεραπευτούν αλλά επειδή οι γιατροί, οι νοσοκόμες και τα μέσα δεν επαρκούν για να τους κρατήσουν στη ζωή.

Μοιάζει αβοήθητη, είναι απογοητευμένη, βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας, δέχεται τα πυρά της φίλης Νιάσα από τη Ζιμπάμπουε, της «ξένης» όπως την αποκαλεί η μητέρα της. Καλείται να σβήσει στερεότυπα, να εξαλείψει την μισαλλοδοξία και το ασίγαστο μένος των συμπατριωτών της και της ίδιας της της οικογένειας για κάθε τι που δεν είναι Νοτιοαφρικάνικο. Αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός της, είναι ένας κόσμος που της χαράσσει την καρδιά και της προκαλεί απανωτά τραύματα που πολύ δύσκολα επουλώνονται. «Λέω ψέματα ξανά και ξανά στον εαυτό μου ότι κάποιο καλό μπορώ να κάνω, αλλά δεν μπορώ. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω τίποτα. Όλα είναι μάταια. Οι άνθρωποι πεθαίνουν ό,τι και αν κάνω».

Μέσα στην απόγνωση και την απελπισία, μέσα στην αυτοδιάλυση από τον βιασμό που θα υποστεί για την προσπάθειά της να συμφιλιώσει τις διαφορετικές καταβολές και να κατευνάσει τα πάθη, θα ανατείλουν καλύτερες μέρες και αυτό έρχεται με την έλευση του μωρού για το οποίο είχε πολλές αμφιβολίες. Εκείνη που δεν ήξερε την λέξη μητρότητα και απωθούσε κάθε σκέψη της αλλά που τελικά βλέπει ως τη μοναδική σανίδα σωτηρίας. Είναι συνεχόμενες οι επικλήσεις της στον Κύριο, είναι επαναλαμβανόμενες οι προσπάθειές της να κατανοήσει τι οδήγησε τον κόσμο σε τέτοια αθλιότητα, ποιος ο λόγος το κακό να έχει πλημμυρίσει τόσο έκδηλα την κοινωνία και γιατί η ίδια να βιώνει αυτό τον ορυμαγδό μίσους και θλίψης.

«Γιατί είναι κατεστραμμένο αυτό το μέρος; Γιατί το άφησες να γίνει τόσο κακό; Γιατί δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό Δεν θέλω να αποτελώ μέρος του. Το μισώ. Δεν μπορώ να είμαι χαρούμενη. Δεν μπορείς να μου ζητήσεις να είμαι χαρούμενη μέσα σ’ αυτό. Πρέπει να είναι κανείς τρελός για να είναι χαρούμενος μέσα σ’ αυτό. Ένας άνθρωπος είμαι, δεν είμαι θεά. Δεν είμαι ο Ιησούς. Δεν είμαι Εσύ. Γιατί Εσύ ζητάς τόσο πολλά από μένα;». Είναι προφανές πως η ψυχή της είναι σε σύγχυση, σε εξαθλίωση, εξουθενωμένη από τις πολλαπλές κακουχίες που βιώνει σε καθημερινή βάση σε ένα περιβάλλον εχθρικό. Δεν κρύβει την αδυναμία της να κατανοήσει όλο αυτό που συμβαίνει, είναι ένα θύμα του συστήματος και δεν μπορεί μόνη της να ανταπεξέλθει. Μοιάζει μόνη να κολυμπάει σε ένα πέλαγος γεμάτο άγρια θηρία που θέλουν να κατασπαράξουν κάθε διάθεσή της να αλλάξει τον κόσμο και αυτό την διαμελίζει μέρα με τη μέρα.

Το νυχτολούλουδο είναι το κορίτσι αυτό που με μοναδικό όπλο την αγάπη της για τον άνθρωπο πορεύεται σε μία Γεσθημανή που δεν της ανταποδίδει τίποτα και εκεί είναι που τα βάζει εύλογα με τον δικό της Θεό στον οποίο απευθύνεται με τόσα πολλά ερωτήματα και ένα τεράστιο γιατί να πλανάται. Είναι έντονος και τόσο πλούσιος ο συναισθηματικός κόσμος που μοιάζει να έχει έρθει από μια άλλη εποχή και για αυτό ο κόσμος γύρω της της εξασφαλίζει έναν «όμορφο» Γολγοθά, τον οποίο όπως και ο Ιησούς καλείται να ανέβει ολομόναχη.

Δεν μασάει τα λόγια της όταν δηλώνει: «Το κακό που παραμονεύει στη γωνία της ζωής όλου του κόσμου, αυτό που σε καταλαμβάνει εξαπίνης, γκρεμίζει τον κόσμο σου, ανοίγει τη γη κάτω από τα πόδια σου».


Αποσπάσματα

«Κύριε, έχω τόσο πόνο στην καρδιά. Μακάρι να τον κρατούσες, έστω και για λίγο, αντί για μένα, έτσι ώστε η αποκαμωμένη μου ψυχή να ξεκουραζόταν και το κουρασμένο μου σώμα να συνερχόταν».

«Με κατατρύχουν τα πρόσωπα των ασθενών που παραμέλησα, που ξεπέταξα βιαστικά, προσπέρασα, αγνόησα. Αυτά τα πρόσωπα μου υπενθυμίζουν κάθε μέρα ότι απλώς μου άξιζε ό,τι έπαθα».


Διαβάστε επίσης:

To νυχτολούλουδο – Kopano Matlwa