Ο χαρισματικός βιολονίστας Nigel Kennedy, το «τρομερό παιδί» της κλασικής μουσικής, έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα για μία συναυλία στο Ηρώδειο, την Τρίτη 17 Ιουλίου, όπου θα ερμηνεύσει με τον προσωπικό, αντισυμβατικό του τρόπο έργα του J. S. Bach, αλλά και σπουδαίες τζαζ συνθέσεις του George Gershwin.

Με αφορμή αυτή τη μοναδική συναυλία ο Θανάσης Αρβανίτης μιλά με τον Nigel Kennedy για το νέο του άλμπουμ «Kennedy Meets Gershwin”, τις μεγάλες συνεργασίες του και φυσικά για τη συνάντηση της κλασικής μουσικής με την τζαζ, μέσα από την οποία δημιουργεί αριστουργήματα. .


Συνέντευξη στον Θανάση Αρβανίτη*

Nigel, συγχαρητήρια για το καινούργιο σου εξαιρετικό άλμπουμ ‘Kennedy Meets Gershwin’. Ποιο ήταν το κύριο μουσικό ή άλλο στοιχείο σε αυτό το πρότζεκτ που σε έκανε να θελήσεις να ηχογραφήσεις το έργο του Gershwin;

Έως πρόσφατα, πάντα μισούσα τις διασκευές του Gershwin και η αγορά του άλμπουμ Ella & Satchmo Sing Gershwin (*σημ. Ella Fitzgerald και Louis Armstrong) δεν αποκατάστησε το πρόβλημά μου, γιατί μέσα από αυτή την κυκλοφορία είδα τον ντροπιαστικό εκμαυλισμό τους, για το λευκό μεσοαστικό Αμερικάνικο ακροατήριο. Μετά συνειδητοποίησα αυτό που ήταν ακόμα χειρότερο: το μουγκρητό και το ουρλιαχτό από κάποιες κλασικές/ημικλασικές φωνές, που “τραγουδούσαν” τα κομμάτια αυτά για θεατρικές παραστάσεις.

Ωστόσο, είχα ακούσει τυχαία αυτά τα τραγούδια πολλές φορές και τα είχα αγαπήσει κατά την διάρκεια της μαθητείας μου με τον Stephane Grappelli. Τα τραγούδια των George και Ira Gershwin έχουν τόσο πολύ πάθος, γοητεία, άρωμα και τεχνική, που για μένα ήταν απόλαυση να ηχογραφήσω τέτοια αριστουργήματα. Όταν ήμουν περίπου 14 ετών, θυμάμαι να παίζω το Lady Be Good με τον Grappelli στο Ronnie Scott’s. Στα ορχηστρικά έργα όπως το Rhapsody in Blue , στις όπερες όπως το Porgy and Bess, στα τραγούδια για τα μιούζικαλ του Broadway, ο Τζορτζ Γκέρσουιν συνδύασε κλασική, τζαζ και popular μουσική όπως κανένας άλλος συνθέτης.

Υπήρξε κάποια ιδιαιτερότητα στο τρόπο που προσέγγισες αυτή την δουλειά, σε σύγκριση με προηγούμενες κυκλοφορίες σου;

Για μένα το έργο του Gershwin αντιπροσωπεύεται από τρία κύρια συστατικά: την συγχώνευση τζαζ και κλασικής μουσικής, τις όμορφες μελωδικές επιρροές της Εβραϊκής κουλτούρας και την αυθεντική ενέργεια της Νέας Υόρκης. Η μουσική αυτή ταιριάζει στο χαρακτήρα μου, στo σύνολο δεξιοτήτων μου και στις εμπειρίες μου, τόσο καλά!

Προσεγγίζω πάντα το έργο μου με το ίδιο πάθος και δημιουργικότητα, περιστοιχιζόμενος από σπουδαίους και εμπνευσμένους μουσικούς.

Είναι πράγματι εκπληκτικό ότι στις 17 Ιουλίου θα εμφανιστείς για πρώτη φορά στην Ελλάδα! Χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός… Είμαστε πραγματικά ευτυχείς να σε καλωσορίσουμε επιτέλους στην Αθήνα. Πως σου φαίνεται το ότι θα παίξεις το “Summertime” στα μέσα Ιουλίου, στο διάσημο αρχαίο θέατρο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, κάτω από την Ακρόπολη;

Έχει όλα τα στοιχεία να είναι μία συναυλία που “θα τα σπάσει”!

Υπάρχουν Έλληνες μουσικοί ή συνθέτες που σου αρέσουν ή γνωρίζεις το έργο τους;

Υπάρχει μία ισχυρή παράδοση δημοτικής μουσικής που σέβομαι. Η παγκόσμια φολκ μουσική έχει επηρεάσει πολύ το σύνολο του έργου μου.

Έχεις παίξει στη διάρκεια της καριέρας σου με μερικούς εξαιρετικούς μουσικούς. Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης ή γκρουπ που θα ήθελες να συνεργαστείς στο μέλλον; Ποιες θεωρείς ως τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας σου μέχρι σήμερα;

Κατά την διάρκεια της καριέρας μου έχω συνεργαστεί με τόσους πολλούς μουσικούς, όπως τον Sir Paul McCartney, τον Robert Plant των Led Zeppelin, την Kate Bush, τους Who και πολλούς άλλους από τους οποίους έχω μάθει και έχω απορροφήσει τεχνικές από όλους τους.

Με τον Ρόμπερτ, είχαμε μία μπάντα εκείνη την εποχή, που αποτελούνταν κυρίως από Αμερικανούς μουσικούς οι οποίοι είχαν αρχίσει να γίνονται λίγο παράξενοι με την ένταση του ηλεκτρικού βιολιού. Όταν όμως κάναμε κάποιες δοκιμές στον ήχο, γύρισε ο Πλαντ και μου είπε:” Χμμ, ανέβασε την ένταση Nige”.

Με τους Who ήταν περίεργα. Υπήρχε αρχικά μία ένταση με τον Pete Townsend, αλλά σύντομα ξεπεράστηκε. Έπαιξα το Bab O’Rielly (*σημ. Baba O’ Riley) μαζί τους στο Αλμπερτ Χολ. Η μπάντα ήταν κοφτερή σαν λέιζερ και η ενέργεια στη σκηνή ήταν σαν την Χιροσίμα ένα πράγμα. Ήταν φανταστικά.

Ο Macca (*σημ. Paul McCartney) σαν τραγουδοποιός συνθέτει όμορφες αρμονίες. Είναι ταλαντούχος επειδή μπορεί να παίξει μπάσο, κίμπορντς και κιθάρα. Είναι πραγματικά ένας ταλαντούχος τύπος. Στη συνεργασία μου με την Kate Bush έμαθα αρκετά πράγματα. Είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό άτομο και κάναμε αρκετά παρέα μιά εποχή. Ήταν γενικά ήσυχη σαν χαρακτήρας, χωρίς έπαρση και υποκρισία. Έβαζε την ζωή της σε κίνδυνο εκείνη την περίοδο. Κάθε άλμπουμ που έκανε ήταν μιά διαδικασία που έπρεπε να δώσει το 200%. Υπέφερε για αυτά τα άλμπουμ.

Είναι σημαντικό να μαθαίνεις από τους μουσικούς τριγύρω σου, να είσαι παθιασμένος και ποτέ να μην χάνεις την διάθεσή σου για εξέλιξη. Κανένας δεν πάει σε ενα σόου για να δει πόσο έξυπνος είναι κάποιος. Θέλει να ακούσει μιά μελωδία “που να σκοτώνει” , όποια και να είναι η μουσική. Αγαπώ να δουλεύω με όλους τους μουσικούς, είναι μιά διαδικασία εμπνευσμένης δημιουργικότητας.

Το άλμπουμ Kafka είναι για μένα ένα από τα πιο ελκυστικά και απαιτητικά mixed-genre άλμπουμ της δεκαετίας του ‘90, με μια “επιθετική γραμμή” (D.Bottrill, Brix E Smith, S.Duffy, D.Boyle) που κεντρίζει το ενδιαφέρον. Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα προνομιούχο που παραβρέθηκα στο κοινό, όταν πρωτοπαρουσίασες το έργο αυτό στο Castle Combe στο απόγειο της Britpop σκηνής. Ποιες είναι οι σκέψεις σου σήμερα για την μουσική σκηνή εκείνης της περιόδου και την θέση του άλμπουμ ή πιο συγκεκριμένα την άποψη του άλμπουμ στο μουσικό zeitgeist της εποχής;

Δεν νομίζω ότι η “θέση” περιορίζεται σε κάποια μουσική σκηνή ή χρονική περίοδο – είναι για πάντα παρούσα. Έχω μία διαρκή επιθυμία να προκαλώ τον εαυτό μου, να εξελίσσομαι και να μαθαίνω καινούργια μουσική.

Πριν από το “Kafka”, το «Music In Colours” του Stephen Duffy ήταν μία ακόμα σπουδαία κυκλοφορία. Με την αλλαγή της χιλιετίας, κυκλοφόρησες το «Riders on the Storm: The Doors Concerto” με τον Jaz Coleman και το 2003 το World/Balkan fusion «East Meets East”. Θα ήθελα να σε ρωτήσω για την συνεργασία που είχες με αυτούς τους δύο πολύ ταλαντούχους καλλιτέχνες.

Εμνευσμένη συνεργασία και με πολύ κέφι…Αυτά “τα γατόνια” είναι στο επίπεδό μου.

Η Kate Bush κάποτε είπε ότι έφερες την κλασική μουσική κοντά στο μέσο κοινό και είναι πλέον street cred και όχι ένα ελιτίστικο είδος. Προσωπικά, ως μουσικόφιλος, θα σου είμαι πάντα ευγνώμων για αυτό το γεγονός! Ποιο είναι το τυπικό ακροατήριο σε μία συναυλία σου και ποιος είναι πιο επικριτικός σαν ακροατής; Ο σνομπ λάτρης της κλασικής μουσικής, ο πιουρίστας ακροατής της τζαζ ή το ροκ φρικιό; 

Η πρώτη μου ηχογράφηση The Four Seasons με την English Chamber Orchestra ήταν το πρώτο πραγματικά popular κλασικό άλμπουμ, έστω και αν το λέω αυτό εγώ, πριν τον Pavarotti, πριν από την Vanessa Mae και πριν ο οποιοσδήποτε ταράξει τα νερά στη κλασική μουσική. Σε κάποιους δεν άρεσε ο τρόπος που το έκανα, αλλά αυτή η μουσική γράφτηκε για όλους.

Ο κόσμος της κλασικής μουσικής πρέπει να μάθει από το ροκ τον τρόπο που σχετίζεται με το κοινό. Από κριτικής άποψης, το αφηγηματικό ταξίδι προσφέρει το κατάλληλο έδαφος για διάφορες τεχνικές και εξελίξεις. Είμαι πραγματικά ευτυχής γι αυτό που συνέβη στο ξεκίνημά μου, γιατί με έκανε πολύ γνωστό και με έβαλε σε μία θέση που δεν χρειαζόταν να κάνω αυτό που μου έλεγε ο οποιοσδήποτε, όπως οι δισκογραφικές εταιρείες ή οι promoter. Είχαν λιγότερο επιρροή πάνω μου λόγω της επιτυχίας που είχα . Μου έδωσε την αυτονομία να κάνω τις δικές μου επιλογές, να ακολουθήσω την κατεύθυνση που ήθελα, αλλά και να εξελιχθώ σαν μουσικός με τον τρόπο μου.

Οι Τέσερεις Εποχές πάντα υπήρξε ένα σημαντικό έργο, αλλά τώρα πρέπει να εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό. Έχω μία ορχήστρα νέων ανθρώπων με σπουδαίους μουσικούς αυτοσχεδιασμού γύρω μου και θέλω να παρουσιάσω μιά διαφορετική εικόνα στο κοινό.

Το κύριο θέμα με την κλασική μουσική είναι ότι οι δισκογραφικές εταιρείες και τα ωδεία δημιουργούν “γραμμές παραγωγής” από πιανίστες και βιολονίστες, που όλοι τους όμως καταλήγουν να ακούγονται το ίδιο. Με το να εστιάζουν τόσο πολύ στην τεχνική και την αναζήτηση της τελειότητας, προικισμένοι μουσικοί τρομοκρατούνται μην τυχόν και παίξουν λάθος νότα με αποτέλεσμα η ατομικότητα να καταπιέζεται.

Ο καθένας είναι διαφορετικός και η δημιουργικότητα πρέπει να ενισχύεται. Υπάρχει τόσο μεγάλη εστίαση στην τεχνική και την τάξη. Γιατί να μην είναι στο επίκεντρο η δημιουργικότητα και το προσωπικό στοιχείο;

Σπουδαίοι τζαζίστες όπως ο Coleman Hawkins, ο Fats Waller και ο Louis Armstrong δεν είχαν αυτές τις σπουδές, έτσι δεν είναι; Μάθανε μέσα απο την εμπειρία. Στη συνέχεια όμως παρουσίασαν κάτι εντελώς μοναδικό.

Αν ακούσεις ηχογραφήσεις του Fritz Kreisler και τις συγκρίνεις με αυτές του Jascha Heifetz ή του Isaac Stern λαμβάνεις τελείως διαφορετικές εικόνες. Είναι η ερμηνευτική άποψη που είναι σημαντική. Δεν θέλεις τον Leonardo DiCaprio να παίξει Shakespeare ακριβώς όπως ο Laurence Olivier. Στην υποκριτική, υπάρχουν επίσης αυτές οι εκπληκτικές διαφορές.

Πώς ήταν η εμπειρία να συνεργαστείς με δεξιοτέχνες τζαζμεν όπως ο Ron Carter και ο Jack DeJohnette στο άλμπουμ ‘The Blue Note Sessions’; Υπάρχει περίπτωση να κάνεις ένα ανάλογο άλμπουμ με μία παρόμοια κλασική τζαζ σύνθεση και αντίστοιχο ρεπερτόριο;

Στη τζαζ, οι μουσικοί αλληλεπιδρούν ο ένας με τον άλλον και ισότιμα με το κοινό και αυτό είναι που αγαπώ. Στην ποπ και στη ροκ, οι μουσικοί δεν μιλάνε καν μεταξύ τους. Ατυχώς, η κατάσταση είναι παρόμοια και στην κλασική μουσική. Στην τζαζ όλοι είναι ισότιμοι και ο καθένας μπορεί να εκφράσει την γνώμη του. Μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον. Αυτό είναι το στοιχείο της μουσικής το οποίο με ελκύει περισσότερο. Όταν έκανα αυτό το άλμπουμ, σκέφτηκα για τους μουσικούς που εκτιμώ περισσότερο και αυτοί ήταν ο περκασιονίστας Jack DeJohnette και ο μπασίστας Ron Carter. Ο Ron είναι ένας αληθινός αρχιτέκτονας της μουσικής, ο οποίος αφήνει αρκετό χώρο για τα άλλα όργανα. Ο Jack έχει απίστευτη δημιουργικότητα και μπορεί να γεμίσει το χώρο με πλούσιο ρυθμό. Με βοήθησαν να διαλέξω τα άλλα μέλη του γκρουπ: Lucky Peterson, Kenny Werner, Joe Lovano και τους υπόλοιπους.

Ο Igor Stravinsky κάποτε είπε ότι «η σύνθεση είναι ένας επιλεκτικός αυτοσχεδιασμός και ότι η τάξη και η πειθαρχία είναι απαραίτητα συστατικά της μουσικής». Επομένως, η δημιουργικότητα μπορεί στη πραγματικότητα να ρέει πιο ελεύθερα όταν αυστηρά στάνταρντ επιβάλλονται σε μία σύνθεση. Θεωρείς ότι η επίσημη μουσική εκπαίδευση είναι ουσιώδης, έτσι ώστε η αυθεντικότητα και η προσωπική έκφραση θα ακολουθήσουν καθώς οι συνθέτες/εκτελεστές σταδιακά εξελιχθούν στο αντίστοιχο χώρο τους;

H μουσική έχει να κάνει με την αφοσίωση του εαυτού σου στην τέχνη σου. Δεν πρέπει να χάνεις ποτέ την όρεξή σου να εξελιχθεις και αυτό πάντα σημαίνει ότι πρέπει να βρίσκεις το κάτι παραπάνω σε κάθε κομμάτι μουσικής. Η αναζήτηση της τελειότητας καταπιέζει την δημιουργικότητα και την ατομικότητα.

Το θέμα είναι να είσαι απόλυτα μοναδικός. Υπάρχει επιπλέον μία καθεστωτική νοοτροπία που αποδοκιμάζει την αλληλεπίδραση με το κοινό. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι μουσικοί πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα της ποπ και της ροκ μουσικής και να λειτουργούν με το ακροατήριό τους. Έχει να κάνει με την παρουσίαση, με το να είσαι καινοτόμος και να εξελίσσεσαι όλη την ώρα. Παίζω αυτό που νομίζω ότι είναι σωστό και αλληλεπιδρώ με τη ζωντάνια των μουσικών τριγύρω μου. Το ακροατήριο είναι σαν το τελευταίο εξάρτημα ενός ηλεκτρικού κυκλώματος. Όταν το κοινό είναι παρόν είναι σαν το ηλεκτρικό κύκλωμα να είναι ολοκληρωμένο και να υπάρχει μία ροή ενέργειας, που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο ακροατήριο και σε σένα.

Πήρα αρκετή αρνητική κριτική τα πρώτα χρόνια. Το κατεστημένο με αντιμετώπισε υποτιμητικά και οι κριτικοί με “τρόλαραν” – προτού ακόμα ανακαλυφθεί αυτή η λέξη. Για μένα όλα πρέπει να γίνονται με απώτερο σκοπό το κοινό.

Ποιοi είναι οι 5 δίσκοι που θα έπαιρνες σε ένα έρημο νησί;

Αυτό είναι πολύ δύσκολο, υπάρχουν τόσοι πολλοί δίσκοι για να διαλέξεις.

Θα ήταν ο πρώην κεντρικός αμυντικός Paul McGrath στην δική σου λίστα παικτών με την καλύτερη ομάδα της Aston Villa όλων των εποχών; Ίσως με τον…Peter Withe;(*σημείωση: Ο Nigel Kennedy είναι φανατικός οπαδός της Aston Villa και σε πολλές συναυλίες του εμφανίζεται με την φανέλα της ομάδας).

Δεν υπάρχει dream team. Είναι το ήθος και το πάθος των φιλάθλων αυτό που αγαπώ.

Πιστεύεις ότι η καθιέρωση της Premier League έχει αφαιρέσει από το Αγγλικό ποδόσφαιρο κάποια από τα παραδοσιακά γνωρίσματά του;

Ναι, το ποδόσφαιρο δεν θα έπρεπε να είναι μέρος μιάς μεγάλης εταιρικής μηχανής. Οι ομοιότητες με την μουσική υπάρχουν, αλλά αυτό που παραμένει σημαντικό είναι το πάθος, η πίστη και η επιθυμία.

Ποιο είναι το προσωπικό σου απόφθεγμα (εάν έχεις κάποιο) καθώς και η καλύτερη συμβουλή που πήρες από τον Yehudi Menuhin και/ή τον Stéphane Grappelli ?

H μουσική είναι για όλους όχι μόνο γιά την ελίτ. Το ακροατήριο πρέπει να είναι στη καρδιά του οτιδήποτε κάνεις.


* Ο Θανάσης Αρβανίτης αρθρογραφεί σε μουσικά έντυπα από το 1981. Υπήρξε ανταποκριτής του περιοδικού “Ηχος & Hi Fi” στην Αγγλία στα 80s και 90s. Από το 1998 είναι ιδιοκτήτης του δισκάδικου Music Works στην Πετρούπολη. – https://www.musicworks.gr


Διαβάστε επίσης:

Ο βιολονίστας Nigel Kennedy για μία συναυλία στο Ηρώδειο 17 Ιουλίου 2018