Οι μυθιστοριογράφοι μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τους πολιτικούς, καθώς ξεκινούν συνήθως με εξαγγελίες και υποσχέσεις από τις πρώτες σελίδες. Το ζήτημα που τίθεται βέβαια είναι αν εκπληρώνουν αυτές τις εξαγγελίες. Είχε δίκιο ο Σιοράν όταν έλεγε πως η πραγματική αξία ενός βιβλίου δεν εξαρτάται από την σπουδαιότητα του θέματος αλλά από τον τρόπο που προσεγγίζει κανείς το συμπτωματικό και το ασήμαντο, από τον τρόπο που πραγματεύεται το επουσιώδες. Τα ουσιώδη δεν απαίτησαν ποτέ το παραμικρό ταλέντο, συμπληρώνει ο Σιοράν.
Η θέση αυτή του Ρουμάνου συγγραφέα, δίνει μια εξήγηση για την βαθιά κρίση των γαλλικών γραμμάτων από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Είναι φανερό ότι οι Γάλλοι μυθιστοριογράφοι αποποιήθηκαν την εθνική τους κληρονομιά, τις μεγάλες αφηγήσεις που συνδύαζαν τη φιλοσοφία και τη μυθοπλασία σε μια θαυμαστή ισορροπία. Κάπως έτσι η λογοτεχνία του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» και του «Ξένου», έγινε η λογοτεχνία του «Καλημέρα θλίψη» και της «Κομψότητας του Σκαντζόχοιρου». Κάπως έτσι το διεθνικό γαλλικό μυθιστόρημα έγινε μια επαρχιακή συνθήκη που ψάχνει να ξαναβρεί την παγκόσμια λάμψη της.
Η ιστορία που επιστρατεύει ο Ζαν Μπατίστ Αντρεά στο μυθιστόρημά του «Να την προσέχει» είναι ασφαλώς σπουδαιοφανής αν όχι σπουδαία. Το ταλέντο ήταν πάντοτε ένα ισχυρό θεματικό δέλεαρ τόσο για τους συγγραφείς όσο και για τους αναγνώστες. Μια μυστηριακή ιδιότητα, ανεξήγητη και ανεξερεύνητη, μια terra incognita για τους κοινούς θνητούς. Το γκροτέσκο, επίσης, έχει αποδειχθεί από παλιά ένα ακαταμάχητο στρατήγημα για όσους θέλησαν να βγουν από τα όρια του ρεαλισμού. Αξιοποιώντας τα δύο αυτά πλεονεκτήματα, ο Αντρεά βάζει τα δυνατά του να μας εντυπωσιάσει από την πρώτη κιόλας σελίδα. Ο Μίμο Βιταλιάνι, ένας άντρας στα όρια του νανισμού, με εξωπραγματικό ταλέντο γλύπτη προαλείφεται για καλλιτέχνης αναγεννησιακών προδιαγραφών και μας διηγείται την θλιβερά πολυκύμαντη ζωή του σ’ ένα κόσμο κοσμογονικών αλλαγών όπου η Ιστορία έχει το πάνω χέρι. Δίπλα του ή μάλλον σε μια τροχιά παράλληλη με τη δική του, η Βιόλα, το καμάρι των Ορσίνι, μιας οικογένειας ευγενών και οι δυο τους αναγνωρίζονται με τη πρώτη ματιά ως «συμπαντικοί δίδυμοι». Η αφήγηση περνά με δρασκελιές πάνω από το χρόνο, φτάνοντας στη σκοτεινή Ιταλία των μουσολινικών χρόνων και πέρα από αυτή. Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές που σχεδόν ποτέ δεν βγαίνουν από την ατμόσφαιρα του γκροτέσκο, ένας ρυθμός σχεδόν ποιητικός τόσο στη γλώσσα όσο και στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Στη μέση αυτού του κόσμου η αινιγματική Πιετά Βιταλιάνι που το Βατικανό φυλάκισε στη Σάκρα ντι Σαν Μικέλε…
Όλα μοιάζουν μαγικά, τυλιγμένα, σ’ ένα μαγνάδι σαγήνης κι όμως κάτι λείπει. Όσο ποιητικός και κατά σημεία συγκλονιστικός κι αν είναι ο Αντρεά, αποδεικνύεται μέτριος διαχειριστής αυτού του εκρηκτικού υλικού. Λέει περισσότερα από όσα χρειάζεται και πολύ συχνά χάνεται μέσα στην ανισορροπία του κειμένου και των πληροφοριών που καταθέτει. Το μυθιστόρημα είναι η πιο μεγάλη παγίδα που μπορεί να στήσει ένας συγγραφέας στον εαυτό του. Ο Αντρεά δίνεται ολόψυχα στο παιχνίδι των εντυπώσεων, θέλοντας να κρατήσει τον αναγνώστη του σε υπερδιέγερση από την αρχή ως το τέλος. Έτσι όμως χάνει σε βάθος, χάνει σε νηφαλιότητα και ουσιαστικά χάνει σε ισορροπία. Στο τέλος σκέφτεται κανείς ότι το μόνο ζυγισμένο στοιχείο είναι η μετάφραση της Μήνας Πατεράκη-Γαρέφη.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Διαβάστε επίσης:
Ζαν-Μπατίστ Αντρεά – Να την προσέχει: Ένα βραβευμένο, συναρπαστικό µυθιστόρηµα