Ο Νίκος Καρούζος, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1988, όταν βραβεύτηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης, είχε πει ότι η ποίησή του ήταν «βυθισμένη στον ουρανό και τον έρωτα». Μια φράση που συμπυκνώνει όχι μόνο το ποιητικό του σύμπαν, αλλά και μια υπαρξιακή στάση απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Από αυτή τη φράση αντλεί τον τίτλο της η έκθεση του εικαστικού Μπάμπη Παπαγιάννη, που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα στην γκαλερί «εκφραση – γιαννα γραμματοπουλου», μεταφέροντάς την στα γαλλικά: Ils s’enfoncent dans le ciel et l’amour.
Υπάρχει κάτι συνειδητά ανολοκλήρωτο στον πυρήνα της έκθεσης: μια άρνηση να εικονογραφηθεί ή να «πειθαρχηθεί» η ποίηση. Η ζωγραφική του δεν στήνεται πάνω σε τελάρα, αλλά κρέμεται και πάλλεται από την ένταση των στίχων. Σε ένα από τα μεγάλα έργα, ένα ύφασμα αφήνεται να πέσει ελεύθερα στον τοίχο, διαποτισμένο με κυρίως σκούρες χρωστικές, οι επιφάνειες μοιάζουν να απορροφούν το φως, ενώ αχνά ίχνη γραφής εμφανίζονται και χάνονται, σαν λέξεις που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν. «Δεν με ενδιαφέρουν τα έτοιμα νοήματα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο καλλιτέχνης στη συνέντευξη που παραχώρησε στο CultureNow.
Στο δεύτερο σκέλος της εικαστικής του πρότασης, που ξεδιπλώνεται στον υπόγειο χώρο της γκαλερί και αφορά αρχειακό υλικό, το έργο αποκτά μια πιο εσωτερική διάσταση. Εκεί, φωτογραφίες, σχέδια και σημειώσεις συγκροτούν ένα πεδίο μελέτης όπου η μορφή, η μνήμη και το κείμενο συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία. Το σύνολο της έκθεσης συνομιλεί με μια μεσοπολεμική αισθητική ευαισθησία, διερευνώντας τη σχέση του καλλιτέχνη με την ύλη και τη μνήμη, με πρόθεση —όπως σημειώνει ο ίδιος— «να παράξει μια ζωγραφική άξια του ποιητικού έργου, μέσα και πέρα από την παραστατικότητα».

Σας παραθέτουμε τη συνέντευξη:
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Ποια είναι η ιστορία πίσω από τον τίτλο της έκθεσης ils s’enfoncent dans le ciel et l’amour;
Σημαίνει «βυθίζονται στο άπειρο του ουρανού και του έρωτα» και είναι και ο τίτλος του πρώτου έργου που έφτιαξα για την έκθεση. Η φράση ανήκει στον Νίκο Καρούζο. Δύο χρόνια πριν πεθάνει, το 1988, όταν βραβεύτηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης, είχε πει ότι η ποίησή του ήταν βυθισμένη στον ουρανό και τον έρωτα. Αυτό το «βύθισμα» ήταν για μένα η αφετηρία.
-Πότε μπήκε ο Καρούζος μέσα στη ζωγραφική σας σκέψη;
Η κατανόηση του καρουζικού σύμπαντος είναι κεντρική για μένα. Δεν με ενδιέφερε μια αρχειακή ανάγνωση του έργου του, αλλά μια ζωντανή σχέση μαζί του. Μπήκα στο εργαστήριο διαβάζοντας τη ζωή του και σκεπτόμενος την αγωνία του: πώς άγγιξε τα πράγματα, τι αποτύπωμα άφησε και τι αφήνει σε μένα, που προέρχομαι από άλλο πεδίο. Η διαδικασία δεν είναι γραμμική. Δουλεύω, αλλά ταυτόχρονα περπατάω, σκέφτομαι στίχους και λέξεις. Κάποια στιγμή αρχίζουν να εμφανίζονται μικρά στοιχεία, τα οποία προσπαθώ να συνδέσω. Είναι σαν παζλ: αναζητώ τα κομμάτια που θα ολοκληρώσουν μια εικόνα που ακόμη δεν υπάρχει. Εκεί ένιωσα μια βαθιά σύνδεση με την πνευματικότητα και το περιεχόμενο του Καρούζου.
-Πώς μεταφράζεται αυτό εικαστικά;
Πρόκειται για μια διακαλλιτεχνική μεταφορά, μέσα από τη δική μου γλώσσα. Δεν άλλαξα τον τρόπο που στέκομαι απέναντι στη ζωγραφική, απλώς τον έστρεψα προς αυτό το υλικό. Η έκθεση οργανώθηκε εξαρχής γύρω από μεγάλα έργα, χωρίς τελάρα. Στον κάτω όροφο υπάρχει το «αρχείο»: φωτογραφίες, σχέδια, σημειώσεις, κείμενα δικά μου και του Καρούζου. Είναι η περιοχή της μελέτης. Εκεί όπου η μορφή, το περιεχόμενο και η βιογραφία συναντιούνται. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο είναι το άνοιγμα προς την ουτοπία. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τον έρωτα, τον θάνατο, τη ζωή, την πολιτική, ακόμη και το λάθος. Και, βεβαίως, η παρουσία ενός Χριστού.

-Εννοείτε το Θείο;
Ναι, αλλά ως έκφραση αγάπης και ως αυτό που νικά τον θάνατο. Στην αγωνία έναντι του θανάτου ακουμπά ο Χριστός. Σαν αίσθημα αιωνιότητας, όπου το Είναι δεν υπόκειται στον φθαρτό χρόνο. Δεν αποτελεί κομμάτι του Χριστιανισμού, αλλά νιώθω ότι ενσαρκώνει μια πνευματική αθωότητα που ισοδυναμεί με την αγάπη. Που νικά τον χρόνο. Που υπερβαίνει το Εγώ. Ο Καρούζος έλεγε ότι, αν υπάρχει ένα βιβλίο που κάπως τον ηρεμεί ή θα έπρεπε να διαλέξει να έχει μαζί του, είναι η θεοσοφία. Όμως υπάρχει και ένα κομμάτι πιο προσωπικό, επειδή έμενε στην Πλατεία Μαβίλη και εκεί υπάρχει ένα μαγαζί, το Flower.
-Ναι, είναι τοπόσημο της πόλης.
Ακριβώς. Πήγαινε εκεί ο πατέρας μου, πήγαινα κι εγώ από μικρή ηλικία. Αργότερα έμαθα ότι άνθρωποι πολύ κοντινοί μου είχαν καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Καρούζο. Υπήρχε και μια ιστορία: μια κοπέλα που δούλευε στο μπαρ μού είχε πει ότι την πλήρωνε με στιχάκια, γραμμένα πάνω σε πακέτα τσιγάρων. Θέλω να πω ότι με ενδιέφερε αυτή η μορφή του «καταραμένου» καλλιτέχνη, όχι ως μύθος, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Η απόλυτη αφοσίωση στο έργο και η ανάγκη να φτάσει κανείς μέχρι το βάθος της αγωνίας του. Όλα αυτά δεν καθόρισαν την έκθεση, αλλά σίγουρα συνέβαλαν.
-Στο δικό σας «πακέτο τσιγάρων», ποιους άξονες σημειώσατε για την έκθεση;
Ναι, προφανώς υπάρχουν: «η αιώνια θλίψη μετά τον έρωτα», το «εκεί», στην προσπάθειά μου να εκφράσω τις βαθύτερες ανθρώπινες νοσταλγίες και τη στροφή προς το «μέσα». Η αγωνία του φθαρτού, η μποντλαιρική μελαγχολία, ο κύκλος του θανάτου, που περιλαμβάνει τον καπνό -το στήθος, όπως έλεγε ο ποιητής- και το αλκοόλ. Η μουσική και το καρουζικό γλωσσικό και εικαστικό παιχνίδι. Το χιούμορ, το οποίο, δυστυχώς, υπάρχει μόνο στο έργο μου με τη μαγκούρα και το ποίημα για τον ντανταϊσμό. Το ψάχνω. Με ζορίζει. Στο έργο του ποιητή είναι ισχυρό. Αδιόρατο, αλλά ισχυρό.

-Στα μεγάλα έργα που παρουσιάζετε στον κυρίως χώρο της γκαλερί φαίνεται να εγκαταλείπετε την περιγραφή και να αναζητάτε κάτι πιο ανοιχτό και υπαρξιακό. Τι είναι αυτό που επιδιώκετε εκεί;
Ο μοντερνισμός είναι ισχυρός στο έργο του. Το απόγειό του είναι η αφαίρεση. Με βάση αυτά, προσπαθώ η μεσοπολεμική μου αισθητική να ακουμπήσει την αφαίρεση. Συνεπώς, η προτεραιότητά μου είναι το ίδιο το βίωμα. Στα μικρά έργα η περιγραφή αποτελεί δομικό στοιχείο. Ωστόσο, στα μεγάλα, στα κεντρικά έργα, στα «σεντόνια», δεν με ενδιαφέρουν τα έτοιμα νοήματα. Χωρίς περιγραφές και ατομικές αναφορές, θέλω να παράξω μια ζωγραφική άξια του ποιητικού έργου, μέσα και πέρα από την παραστατικότητα. Μια «αδύνατη» προσπάθεια αποτύπωσης του καρουζικού σύμπαντος και ταυτόχρονα επαναπροσδιορισμού του. Με μια καντιανή διάθεση να μιλήσω για τα μεγάλα σιωπώντας. Ένα ανοιχτό σύστημα, που δομείται από μια υπαρξιακή αντίληψη της ζωγραφικής φόρμας. Όπως ο ποιητής γράφει μόνο όταν υπάρχει, έτσι κι εγώ πρέπει να βρω έναν εικαστικό τρόπο που να μπορεί «να πάρει όλο το σύμπαν μαζί του κι ωστόσο να το αφήνει». Θυμάμαι τα ολιγόλεκτά του που λειτουργούσαν έτσι.
-Μιλήστε μας για τα μικρά έργα, το «αρχείο», όπως το αποκαλείτε, που παρουσιάζεται στους χώρους της γκαλερί.
Αποφάσισα να αυτονομηθούν δεκαπέντε μικρά έργα στο υπόγειο της γκαλερί. Εκεί τα πράγματα ονοματίζονται πολύ περισσότερο. Ο θεατής μπορεί να «διαβάσει» πιο εύκολα το έργο του Καρούζου, αλλά και το δικό μου. Ωστόσο, ούτε εκεί θέλω να δώσω κάτι εύκολο. Δεν θέλω να καθοδηγήσω κανέναν. Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ. Η γλώσσα είναι μια «ασέλγεια πάνω στο είναι». Και η εικαστική γλώσσα το ίδιο. Κράτησα μία φωτογραφία του ποιητή, όπου δεν φαίνεται το πρόσωπό του και καπνίζει. Όπως και τη φωτογραφία από την εξέγερση της Κρονστάνδης και το έργο του Καρούζου που αφορά τα γεγονότα που ακολούθησαν, με τη σφαγή των επαναστατημένων ναυτών από τον Τρότσκι.

Πώς ανταποκρίνεται η νεότερη γενιά σε αυτό το έργο;
Στα εγκαίνια ήρθαν πολλά νέα παιδιά, με τα οποία έχω ήδη μια σχέση μέσα από τη σχολή. Υπήρξε μια ουσιαστική ανταπόκριση, όχι επιφανειακή. Αυτό που κράτησα είναι η ανατροφοδότηση γύρω από τη μορφή και το περιεχόμενο. Μου έδωσε χαρά, γιατί έδειξε ότι αυτή η δουλειά μπορεί να ανοίξει έναν διάλογο.