«Ξέρεις, άαμπε, μερικά πράγματα απλώς τα ξέρει κανείς. Εγώ το ήξερα πριν καλά καλά μιλήσω πως μια μέρα θα γίνω πρωταθλήτρια. Απ’ όταν ήμουν δύο χρονών το ξέρω». Πράγματι η Σάμια, ήταν πρωταθλήτρια στη ζωή, στην αντοχή όχι μόνο στο στάδιο όπου έτρεχε με σώμα και ψυχή αλλά στο στίβο της ζωής, εκεί που πήρε πολλαπλά χρυσά μετάλλια. Μπορεί να μην πήγε ποτέ στο Λονδίνο που τόσο είχε ονειρευτεί γιατί η μοίρα της ήταν αλλιώς γραμμένη, πήγε όμως ενάντια στα προγνωστικά και πέρασε πολλούς σκοπέλους για να δώσει σάρκα και οστά στο όνειρό της, το κυνήγησε μέχρι τέλους με την ίδια της τη ζωή. Αυτή η πραγματική ιστορία που μας παρουσιάζει ο συγγραφέας είναι σίγουρα συγκινητική, συγκλονιστική και (σκληρά) μυθιστορηματική, είναι όμως και μια παρακαταθήκη για τους αθλητές – πραγματικούς ή μη – οι οποίοι παλεύουν καθημερινά για να πετύχουν τους στόχους τους και να πραγματώσουν τις φιλοδοξίες τους όσο δύσκολοι και δυσπρόσιτοι και αν είναι. Η Σάμια, είναι μία ηρωίδα των καιρών μας και ο συγγραφέας διεισδύει στη φυσιογνωμία της περιγράφοντας με γλαφυρό τρόπο τις αντιξοότητες, τις αλήθειες, τις αρχές της, την πίστη της σε ένα ιδεώδες ανώτερο και πολλές φορές ακατανόητο για τους πολλούς.

Ένας αγώνας διαρκείας

Με ελάχιστα και πενιχρά μέσα στη διάθεσή της, με μόνη πυξίδα την επιμονή της να τρέξει για την ίδια, να διακριθεί και να αποδείξει πως το πάθος της για τον αθλητισμό είναι αυτό που αποκλειστικά την οδηγεί, η Σάμια ήθελε να δείξει το δρόμο για μία άλλη οδό ειρήνης που πάει πέρα από τον πόλεμο, τον πόλεμο που σκότωνε τις ελπίδες μίας ολόκληρης πατρίδας για ευημερία. Με ένα ιδεώδες για τον αθλητή που ξεπερνά τα όποια εμπόδια και τις αρνήσεις, τις κακουχίες που του παρουσιάζονται και αντέχει, επιμένει και υπομένει ξεκίνησε το δρόμο της για το όνειρο της συμμετοχής στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008. Το όνειρό της ήταν ισχυρότερο από την απαγόρευση των μελών της Αλ-Σαμπάμπ που ουσιαστικά κυβερνούσε τη Σομαλία και ποδοπατούσε κάθε πιθανότητα η Σομαλία να γίνει μια κανονική χώρα. Διεφθαρμένοι πολιτικοί, διεφθαρμένο σύστημα όπου όλοι χρηματίζονται και αστυνομικοί που δεν εφαρμόζουν το γράμμα του νόμου αλλά καταχρώνται της εξουσίας τους, αυτό είναι το καθεστώς που η άμαθη αλλά ψυχικά ισχυρή Σάμια καλείται να αντιμετωπίσει σε έναν αγώνα διαρκείας στον οποίο έχει επιδοθεί με κάθε κόστος.

Είναι συνταρακτικά τα όσα περιγράφει η ίδια, μέσα από την εξαιρετικά δοσμένη αφήγηση του συγγραφέα που όπως μαθαίνουμε συνομίλησε με την αδερφή της για να συλλέξει τα στοιχεία στα οποία βάσισε το βιβλίο αυτό. Η Σάμια, όπως και τόσες άλλες κοπέλες είναι δέσμια και όμηρος μίας θλιβερής και αποτρόπαιης κατάστασης που μαίνεται δεκαετίας τώρα στην Αφρική και έχει οδηγήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια έρμαιο αδίστακτων και ανθρωποφάγων εγκληματιών και δικτατόρων. Η ιστορία της απλά έτυχε να διαδοθεί λόγω του γεγονότος πως η ίδια έγινε σημείο αναφοράς για το λαό της, διακρίθηκε και προσπάθησε να δημοσιεύσει το δράμα της όχι μέσω της ελεημοσύνης αλλά μέσω της πάλης της για ζωή, τόσο απλά!

Ταξίδι στο όνειρο;

Η ζωή της Σάμια περιελάμβανε ήδη από πολύ νωρίς κάθε είδους θυσία προκειμένου να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου και έπειτα του Λονδίνου. Στο Πεκίνο που θα βρεθεί ίση μεταξύ ίσων αν και θα βγει τελευταία θα βιώσει την αγάπη του κόσμου, θα θαμπωθεί από την ομορφιά των σταδίων, τα χρώματα, τον κόσμο, θα γίνει ένα με τη γιορτή πριν επιστρέψει στην πατρίδα της. Όλο αυτόν τον καιρό με τον φίλο της Αλί που της συμπαραστεκόταν και την συνέδραμε πέρασαν ωραία χρόνια παρόλο το γεγονός πως γυμνάζονταν με παπούτσια τρυπημένα, μπλουζάκια σκισμένα και σε γήπεδο παντελώς ακατάλληλο και υπό την απειλή να γίνουν αντιληπτοί από τους στρατιώτες αντάρτες που τους αντιμετώπιζαν ως μιάσματα και τους εχθρεύονταν σε κάθε ευκαιρία. Και όμως άξιζε τον κόπο το όνειρο που έζησε. Αλλά επιθυμούσε ακόμα περισσότερο και εκείνη παρά τις απειλές και τις επιθέσεις στο πείσμα των καιρών και με προσήλωση στο στόχο της δεν παρέκκλινε και προπονούνταν κάθε μέρα και ώρα. Η απόφαση να μεταβεί στην Αντίς Αμπέμπα, με την παραίνεση της Αμερικάνας δημοσιογράφου αποτέλεσε ένα ακόμα βήμα για το δικό της ταξίδι στη δική της Σελήνη. Και όμως ούτε εκεί μπόρεσε να βρει τη λύτρωση και ένιωσε εγκλωβισμένη αφού δεν μπορούσε να συναγωνιστεί, η φυγή για την Ευρώπη αποτελούσε τη μία και μοναδική λύση.

Το «τρένο» της φυγής όμως θα περάσει δια πυρός και σιδήρου, τέτοιο πυρ που ούτε η ίδια το είχε ποτέ φανταστεί, μία κόλαση άνευ προηγουμένου με κίνδυνο της ζωής της και αντιμέτωπη με κάθε είδους φρίκες με κύρια αυτή την διάσχιση της ερήμου για την οποία δεν είχε προετοιμαστεί. Μέσα από την αφήγηση του συγγραφέα κατανοεί κανείς τον πόνο ψυχής ενός ανθρώπου, τις αντοχές που επιστρατεύει, το σθένος και το ζήλο να φθάσει τον υπέρτατο σκοπό του, τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς, να τιμήσει την πατρίδα του που τον έδιωξε. Η Σάμια, εξευτελίστηκε, λοιδορήθηκε, πείνασε, δίψασε, έμεινε ξάγρυπνη, λύγισε πολλές φορές, έκανε επίκληση στους θεούς της και στην οικογένειά της αλλά ποτέ δεν φοβήθηκε. Εξάλλου ο πατέρας της της είχε πει: «Δεν πρέπει ποτέ να λες ότι φοβάσαι, γιατί αλλιώς ο φόβος, αυτό το φρικτό, κακό τέρας, δεν φεύγει ποτέ πια». Και εκείνη τον άκουσε, πίστεψε στον εαυτό της και τελικά κατάφερε να φτάσει στην Τρίπολη για το πολυπόθητο ταξίδι προς την Ιταλία. Είναι φορές όμως που η μοίρα αλλιώς έχει γραμμένο το πεπρωμένο μας και εμείς απλά υπακούμε σαν ταπεινοί άνθρωποι που με όλα μπορούμε να τα βάλουμε αλλά όχι και με τη μοίρα, είμαστε πολύ μικροί για αυτό και δεν μπορούμε παρά να υποκύψουμε. Η Σάμια υποτάχθηκε αυτοβούλως στην επιθυμία της, την υπηρέτησε μέχρι τέλους και στάθηκε περήφανη μέχρι το τέλος, γνωρίζοντας μέσα της βαθιά πως δεν άφησε καμία ευκαιρία να πάει χαμένη. «Τρέξε Σάμια, τρέξε, σαν να μη χρειάζεται να φτάσεις πουθενά…». Το μόνο που γνώριζε ήταν να τρέχει με το κεφάλι ψηλά…


Αποσπάσματα

«Μπροστά μου έχω τη θάλασσα, επιτέλους τη θάλασσα, και θα μπορούσα να μπω μέσα χωρίς να μου πει κανείς τίποτα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου θα μπορούσα να νιώσω όλο εκείνο το νερό να με τυλίγει, θα μπορούσα να κολυμπήσω μέσα του, όπως ήθελα να κάνω πάντα».

«Αυτό με κράτησε ζωντανή, η θέληση να κουνήσω τα πόδια μου, να νιώσω τους μυς να τσιτώνουν. Ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο κατάφερα να επιβιώσω. Σκεφτόμουν τον προπονητή που θα είχα κάποια στιγμή στην Ευρώπη».

«Πολύ γρήγορα, στο Ταξίδι μαθαίνεις τη σιωπή και την προσευχή. Πολύ γρήγορα, στο Ταξίδι μαθαίνεις να ξεχνάς τον λόγο για τον οποίο βρίσκεσαι εκεί και να εφαρμόζεις τη σιωπή και την προσευχή».