Όσα βιβλία του Στέφαν Τσβάιχ και αν διαβάσει κανείς πάντα θα ανακαλύπτει μία κρυμμένη πλευρά του, μία άγνωστη πλευρά του. Αυτός που έβαλε νωρίς πλώρη για άλλες πολιτείες, αφού αυτοκτόνησε το 1942 στη Βραζιλία, ποτέ δεν έπαψε να υποστηρίζει και να επικαλείται την εβραϊκή του καταγωγή εμμένοντας όμως σθεναρά όχι σε εθνικιστικά πιστεύω αλλά στο εβραϊκό ιδεώδες και στο ρόλο του ανθρώπου κοσμοπολίτη Εβραίου. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εισαγωγή: «Οι ανθρωπιστικές ανησυχίες του συγγραφέα βρίσκονται στην καρδιά αυτού του θαυμάσιου και γοητευτικού βιβλίου». Ο Τσβάιχ αναφέρεται στην ιστορία ενός χαμένου θησαυρού του Εβραϊκού λαού, ενός συμβόλου πίστης, το οποίο ένας σοφός γέροντας προσπαθεί να ανακτήσει από μία ακόμα λεηλασία και να το επιστρέψει στον τόπο όπου ανήκει. Τελικά όμως η λύση της μόνιμης στέγης ενός εβραϊκού κράτους είναι πανάκεια; Με τα μάτια του σήμερα, μάλλον όχι και σε αυτό ο Τσβάιχ υπήρξε δυστυχώς προφητικός. Πρόκειται για το χαμένο κηροπήγιο, τη μενορά, η τύχη της οποίας αποτελεί θέμα υψίστης σημασίας για τον Εβραϊκό λαό. Η αφήγηση ενέχει στοιχεία αλληγορικά για την εποχή που γράφεται και έχει σαφέστατα πολλαπλούς αποδέκτες και ιδιαίτερο συμβολισμό. Αυτή η ιδιάζουσα σημασία έγκειται στο γεγονός πως βρισκόμαστε στο 1937, έτος κατά το οποίο η ναζιστική λαίλαπα λαμβάνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και αρχίζει να εξαπλώνεται απειλητικά δημιουργώντας μαύρα σύννεφα πάνω από τη δημοκρατική επικράτεια.

Η φωνή της λογική σε μία δύσκολη εποχή

Σε αυτό το πλαίσιο γράφεται το σύντομο αυτό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα που απηχεί έντονα τις απόψεις του Τσβάιχ για τον Εβραϊσμό μιας και ο ίδιος περισσότερο από ποτέ αρχίζει να νιώθει τα βέλη του ναζιστικού ολέθρου πάνω του, ένα βάσανο και μία οδύνη που θα τον οδηγήσει μακριά από την Αυστρία και έπειτα μακριά και από την Ευρώπη. Η ιστορία της μενορά έρχεται να θυμίσει σε όποιον διαβάσει για αυτό το πολύτιμο κειμήλιο πως κατά τον Τσβάιχ ο εβραϊσμός είναι η μενορά, είναι το πνεύμα μιας δύναμης που παντού μπορεί και υπάρχει, επιβιώνει και δεν έχει ανάγκη απαραίτητα μιας πατρίδας. Ο εβραϊσμός ως έννοια και φιλοσοφία μπορεί να ζει και να αναπνέει παντού στον κόσμο. Το κηροπήγιο με την επτάφωτη λυχνία παραπέμπει όπως και ο εβραϊσμός στην μακροβιότητα της ύπαρξης ενός ιδεώδους που δεν μπορεί να εξαϋλωθεί και να εξαφανιστεί όσοι και αν επιδοθούν στη λεηλασία του. Παράλληλα όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή του βιβλίου «Η Μενορά – Το θαμμένο κηροπήγιο» είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε με τον πιο ακριβή τρόπο τα χαρακτηριστικά του πλούσιου και σύνθετου ταλέντου του συγγραφέα, γιατί βρίσκουμε σε αυτό ταυτόχρονα τον αφηγητή, τον ιστορικό και τον στοχαστή».

Αντίσταση με όπλο το λόγο

Ο Τσβάιχ βαθιά στοχαστικός και προβληματισμένος όπως πάντα καινοτομεί ενώ καταφεύγει στην ιστορία του εβραϊσμού για να καταδείξει τη δύναμη που μπορεί και αντλεί ως φιλειρηνιστής και διεθνιστής. Χρησιμοποιεί την ιστορία και τον θρύλο του χαμένου θησαυρού και μέσω της αφήγησής του διαπερνά μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Κατακεραυνώνει εμμέσως πλην σαφώς το ναζιστικό καθεστώς για το αδυσώπητο και λυσσαλέο κυνηγητό εναντίον των Εβραίων δηλώνοντας ευθαρσώς και με έντονο τρόπο την ταυτότητά του όσο και αν αυτό μπορεί να του κοστίσει ακόμα και την ίδια τη ζωή. Είναι βέβαιος πως αν οι απανταχού Εβραίοι πατήσουν και πάλι σε αυτά που κληρονόμησαν από τους προγόνους τους τότε όλα θα γίνουν όπως πριν, αυτό διαπερνά τους αιώνες και στέκεται διαχρονικό. Ο ρόλος του γέροντα στην ιστορία που με την ταπεινότητά του αντιστέκεται σε κάθε λογής υπερβολές και παραπλανήσεις είναι ένα φωτεινό παράδειγμα αντίστασης και λαμπρότητας. Το μόνο που πρεσβεύει ο Βενιαμίν είναι την αλήθεια του Θεού, αυτή είναι ο μόνος οδηγός του στον αγώνα για την εύρεση του ιερού κηροπήγιου και ο λόγος του είναι η ζωντανή απόδειξη της πίστης ακόμα και σε καιρούς χαλεπούς. Σε αυτό το πνεύμα ο Τσβάιχ καλεί όλους να αντισταθούν με ειρηνικά μέσα, να προτάξουν το πιστεύω τους, να εμπιστευτούν το παρελθόν τους και να μιλήσουν καθαρά και δυνατά όσο και αν οι σκοτεινές δυνάμεις των ναζιστών επιθυμούν να τους φιμώσουν.

Θαρραλέος και τολμηρός όμως αρνείται ένα εβραϊκό κράτος με κάθε τίμημα, αυτό που τον απασχολεί είναι να εδραιωθούν και να γίνουν γνωστές οι θέσεις του για έναν εβραϊσμό που θα ενώνει, θα είναι υπεράνω και δεν θα φέρεται φανατικά και μονοδιάστατα. «Είμαι απολύτως σαφής και αποφασισμένος: Όσο πιο απειλητική προβάλλει η πραγματοποίηση του ονείρου, του επικίνδυνου ονείρου ενός εβραϊκού κράτους με κανόνια, σημαίες, τάξεις και τάγματα, τόσο περισσότερο αγαπώ την επώδυνη ιδέα της διασποράς». Ο Τσβάιχ είναι ένας σιωπηλός ήρωας του καιρού του, είναι μία μειλίχια και λογική φωνή μέσα στον παραλογισμό που βιώνει και ο ίδιος. Είναι αυτός που μέσω της λογοτεχνίας, της σκέψης και της γραφής διατρανώνει το συγγραφικό του μέγεθος ενώ παράλληλα στέκεται με γενναιότητα και σθένος απέναντι σε κάθε έννοια μίσους και άρνησης του διαφορετικού. Γενναίος στέκεται απέναντι στο μεγαθήριο που απειλεί να κατασπαράξει κάθε τι εβραϊκό αλλά κατακρίνει και κάθε τι εβραϊκό που μπορεί να απειληθεί από το ίδιο το εσωτερικό αδηφάγο πάθος για μία οποιαδήποτε λύση στο εβραϊκό πρόβλημα που θα είναι μικροπρεπής, βιαστική και ανάξια της ιστορίας και της περηφάνιας του λαού όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται.


Αποσπάσματα

«Δεν είμαι της γνώμης ότι οφείλουμε να δημιουργήσουμε μια «εβραϊκή», μια εθνική λογοτεχνία. Πιστεύω ότι πρέπει να γράφουμε μόνο αυτό που θέλουμε, αυτό που βγαίνει από μέσα μας. Κι αφού είμαστε Εβραίοι και δεν το αρνούμαστε, το έργο μας θα έχει εβραϊκό χαρακτήρα. Οτιδήποτε βίαιο και επίτηδες τονισμένο μου φαίνεται περιττό».

«Όπως τα ανθρώπινα έργα όλα χάνονται, τα χαλάει το πέρασμα του χρόνου κι η καταστροφική μανία των ανθρώπων, έτσι χάθηκε και το καντηλέρι που είχε φτιάξει όμοιο με την αληθινή μενορά εκείνος ο χρυσοχόος. Χάθηκε. Χωρίς να αφήσει ίχνη».


Διαβάστε επίσης:

Μενόρα: Το θαμμένο κηροπήγιο – Stefan Zweig