Στο σημείο της απώλειας, εκεί όπου μια ζωή χάθηκε βίαια, το εικονοστάσι παραμένει ως υλικό ίχνος μνήμης εγγεγραμμένο στον δημόσιο χώρο. Διάσπαρτα σε εθνικές οδούς, επαρχιακά περάσματα και αστικές παρυφές, τα εικονοστάσια καθιστούν ορατό το ιδιωτικό τραύμα στη συλλογική σφαίρα. Το φωτογραφικό έργο της Φωτοπούλου προσεγγίζει τα εικονοστάσια ως μεταβατικούς τόπους μνήμης, όπου η πίστη, το πένθος και η φθορά συνυφαίνονται με το ελληνικό τοπίο.

Στην πρώτη ενότητα, τα εικονοστάσια προσεγγίζονται μέσα από την εξωτερική τους όψη και τη σχέση τους με το περιβάλλον. Οι εικόνες ανοίγουν ένα παράθυρο στο τοπίο, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο εντάσσονται σε αυτό, ενώ ταυτόχρονα το σημαδεύουν, μετατρέποντάς το σε τόπο μνήμης. Η παρουσία τους, άλλοτε διακριτική και άλλοτε έντονα φορτισμένη, σηματοδοτεί μια προσωπική ρωγμή μέσα στον κοινό χώρο, αντανακλώντας συγχρόνως την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων και του πολιτισμού που τα δημιούργησαν.

Στη δεύτερη ενότητα, η θέαση μετατοπίζεται προς το εσωτερικό τους. Το βλέμμα εισέρχεται στο σκοτεινό κέλυφος της κατασκευής, σε έναν μυστηριακό χώρο όπου το πέρασμα του χρόνου συμπυκνώνεται, ενώ η μνήμη άλλοτε επιμένει και άλλοτε εξασθενεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις απομένουν μόνο θραύσματα: ένα εικόνισμα, ένα καντηλέρι, μια φωτογραφία ή απλώς τα υπολείμματα της ανθρώπινης φροντίδας. Ο αρχικός θρησκευτικός συμβολισμός έχει υποχωρήσει και τα διαβρωμένα εσωτερικά των εικονοστασίων, έχοντας πλέον απωλέσει την αρχική τους χρηστική σημασία, μετατοπίζονται από τη λατρευτική λειτουργία σε ένα πεδίο σιωπής και αποσύνθεσης, αποπνέοντας μια απόκοσμη αύρα. Η φθορά ανασυνθέτει μια νέα εικόνα, όπου η εγκατάλειψη αναδύεται ως κυρίαρχο ίχνος μνήμης. Όλα φθείρονται, όπως φθείρεται και η ίδια η μνήμη.

Ο τρόπος που διαχειρίζεται η εικαστικός την φωτογραφική απόσταση και εγγύτητα, η αξιοποίηση της κλίμακας στη σύνθεση των εσωτερικών εικόνων και η παρουσία στοιχείων που παραπέμπουν στη ναοδομία ενεργοποιούν μια συμβολική σημασιοδότησητου χώρου. Χωρίς να αντιμετωπίζονται ως απλά κατάλοιπα εθιμικής πρακτικής, τα εικονοστάσια αναδεικνύονται ως μορφές στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, του ορατού και του αθέατου, της μνήμης και της λήθης, του προσωπικού βιώματος και της συλλογικής εμπειρίας. Τα έργα της Φωτοπούλου δεν περιορίζονται στην καταγραφή, αλλά προσεγγίζουν την υλική, αισθητηριακή και νοηματική ένταση αυτών των κατασκευών, εκεί όπου η απουσία αποκτά μορφή και το ίχνος παραμένει ενεργό.

-Μανόλης Μωρεσόπουλος, Αθήνα, Μάρτιος 2026

Κεντρική εικόνα θέματος: Μαρίλια Φωτοπούλου, Iconostases 2023, Αρχειακή εκτύπωση σε χαρτί Hahnemühle, κορνίζα, UV-protected glass, 57 x 57εκ.