Η μεγάλη εικόνα έχει σκιές, φως, μια σκάλα (βαριά), ένα σώμα (το σώμα της γυναίκας), ένα μωβ μαντήλι. Η Ελένη δημιουργεί την μεγάλη εικόνα στα θεμέλια του προσωπικού βιώματος, μέσα από μήνες έρευνας και προσωπικής επαφής. Ήρθε σε επαφή με την πραγματικότητα, τη φαντασία και τον μύθο. Μελέτησε επιλεγμένες πτυχές της ιστορίας και ευρύτερες αφηγήσεις μέσα από το πρίσμα της φεμινιστικής κριτικής και συνεργάστηκε με το Κέντρο Χειραφέτησης Feniks στο Tilburg και το De Blauwe Maan, οργάνωση που παρέχει στήριξη σε θύματα σεξουαλικής βίας. Άμεσες πηγές έμπνευσης για την παράσταση ήταν μορφές ≪καταραμένων≫ γυναικών που δεν συμμορφώθηκαν με τους ρόλους που τους επέβαλε η κοινωνία, καθώς και αφηγήσεις θηλυκοτήτων από τους παραπάνω οργανισμούς.
Ένωσε κάποιες τελείες και μας καλεί να ενώσουμε τις υπόλοιπες μαζί – με τα δικά μας μολύβια. Παρουσιάζει τη γυναίκα. Μέσα από ένα μοτίβο που ξεκινά καταγεγραμμένο απ’ όταν η ανθρωπότητα ξεκίνησε να πλάθει μύθους για να ξορκίσει την ντροπή της, να την ξεφορτωθεί. Μια από τις πολλές αφηγήσεις είναι ο γνωστός(;) μύθος της Μέδουσας. Η ευρέως γνωστή εκδοχή της αρχετυπικής αφήγησης είναι μια ανδρική ιστορία για τον ηρωισμό του Περσέα, τη βοήθεια της Αθηνάς και τη θανάτωση του τρομερού τέρατος. Όμως το τέρας έγινε τέρας επειδή υπήρξε το πρώτο πολιτισμικά νομιμοποιημένο θύμα του victim blaming – η Γοργόνα τιμωρήθηκε για τον βιασμό που υπέστη από τον Ποσειδώνα στον ναό της Αθηνάς. Η οργή της θεάς δεν στρέφεται στον θύτη, αλλά στο θύμα, το οποίο, όπως συνοψίζει η Ελένη, μα την κούνησε την ουρά της.

Ό,τι βλέπουμε πάνω στη σκηνή, το διυλίζει μέσα από την δική της ύπαρξη και ιστορία. Κυοφόρησε την πραγματικότητα και τον μύθο, φούσκωσε και έγινε τεράστια. Το βάρος των ιστοριών δεν την συνέθλιψε. Το κουβάλησε και γέννησε μια σωματική και εικαστική πράξη με θέμα την έμφυλη βία. Μέσα από το φως, τη σκιά την κίνηση και την αφήγηση, διερευνά πώς το ανδρικό βλέμμα επισκιάζει τις ιστορίες των γυναικών, πώς αυτό διαιωνίζει τη βία κατά των θηλυκοτήτων και πώς το σώμα μπορεί να διεκδικήσει την επανεγγραφή τους. Η Ελένη, αρχικά ευάλωτη πάνω στη σκηνή, μετασχηματίζεται και βροντερά απαιτεί, μάχεται, συνδέεται. Γίνεται όλες οι θυληκότητες που επαναστάτησαν και βγήκαν μπροστά ή που θα βρουν την δύναμη να επαναστατήσουν. Μια παρουσία με αόρατα όρια.
Απλόχερα, έχει φυλάξει χώρο για ελεύθερη μετάφραση και προσωπική παρατήρηση. Κρατά τον καθρέφτη και μας προσκαλεί να σταθούμε και να δούμε ποιό κομμάτι μας θα φωτιστεί. Προκαλεί και προσκαλεί τον θεατή σε δράση και από παθητικός δέκτης ξεκινάει σταδιακά να μετατοπίζεται, να γίνεται συνεργός. Δουλειά δική μας, προσωπική και απόλυτα μυστική. Αυτή την ελευθερία δωρίζει το Μisslightenment, της προσωπικής παρατήρησης των αντιδράσεων του σώματος και του νου καθώς τρανταζόμαστε καθισμένες και καθισμένοι αναπαυτικά στα καθίσματά μας. Η Ελένη απαιτεί, αποφασιστικά, ήρεμα, ταραγμένα, με πείσμα. Απαιτεί φως. Στις καταχωνιασμένες ιστορίες. Αυτές που παράπεσαν πίσω από την σάπια ξύλινη βιβλιοθήκη. Μέσα από τον προβολέα της περνούν οι ιστορίες και γινόμαστε μάρτυρες στιγμών, διάσπαρτων κατά τους αιώνες. Δουλειά προσωπική πως θα κουβαλήσουμε τις ιστορίες. Την πρώτη μου φορά με το Μisslightenment σάστισα. Την δέυτερη μπήκα ελεύθερα. Μετρώ αντίστροφα για τον Φλεβάρη και το τρίτο μας ραντεβού.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
Γνωρίστηκα με την Ελένη πολύ μακριά από τη σκηνή, αλλά ήρθαμε κοντά μέσω αυτής. Μου κέντρισε το ενδιαφέρον η αποφασιστικότητά της και η πίστη στο μονοπάτι που άνοιγε προς την έκφραση. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώντας το Μisslightenment, έχει ξεκινήσει μια διαλεκτική με βάση το έργο, που συνομολογεί την αναγκαιότητα του προσωπικού στίγματος σε κάθε έκφανση της ζωής, με εργαλεία τη ζωγραφική και την συγγραφή.
Διαβάστε επίσης:
Misslightenment, από την Ελένη Πλουμή στον Μικρό Κεραμεικό