Με αφορμή τη συνεργασία του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ), ο ταλαντούχος πιανίστας Μάνος Κιτσικόπουλος μιλά στο CultureNow για τη μουσική του πορεία, τις επιρροές του και τη βαθιά του σχέση με το κλασικό ρεπερτόριο. Στη συναυλία υψηλών απαιτήσεων θα ερμηνεύσει το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, υπό τη διεύθυνση του Ντίνις Σόουζα. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο χαρά, νεανική ενέργεια, δεξιοτεχνία και λυρισμό. Σε αυτή τη συνέντευξη, μας ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο που προσεγγίζει τη μουσική και διαχειρίζεται την καλλιτεχνική πρόκληση.
Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 17 Απριλίου 2026, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης).
***
-Πώς αισθάνεστε για την προσεχή συνεργασία σας με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών;
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Πραγματικά νιώθω πολύ μεγάλη χαρά και τιμή για τη συνεργασία μου με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Από μικρό παιδί παρακολουθούσα τις συναυλίες της ΚΟΑ, οπότε είναι σαν ένα όνειρο που είχα πάντα να παίξω με την Ορχήστρα!
-Θα μας πείτε δυο λόγια για το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν που πρόκειται να ερμηνεύσετε;
Είναι ένα νεανικό έργο γεμάτο σπιρτάδα, χαρά, δεξιοτεχνία αλλά και βαθύ λυρισμό. Παρότι το λέμε πρώτο, ουσιαστικά ήταν το δεύτερο κοντσέρτο που συνέθεσε, απλώς δημοσιεύτηκε πρώτο. Ήδη φαίνονται όλες οι αντιθέσεις και οι καινοτομίες που θα επεξεργαστεί ο Μπετόβεν στη συνέχεια του έργου του, μαζί με τη νεανική ορμή του, που εκφράζεται από το δεξιοτεχνικό μέρος του πιάνου.
–Ποιες επιρροές έχουν διαμορφώσει περισσότερο το καλλιτεχνικό σας ύφος;
Είναι δύσκολο να πω, καθώς είμαι ένας μουσικός με αναφορές σε πολλά διαφορετικά μουσικά είδη. Συγκεκριμένα, όμως, οι πιανίστες που άκουγα από παιδί —Barenboim, Argerich, Gulda , Arrau, Keith Jarrett— υπήρξαν τα ερεθίσματα που με ώθησαν να βουτήξω πιο βαθιά στη μουσική και σίγουρα με έχουν επηρεάσει.
-Στην καλλιτεχνική σας πορεία έχετε ασχοληθεί με πολλά διαφορετικά μουσικά είδη πέρα από το κλασικό ρεπερτόριο, ακόμη και με ζωντανή συνοδεία βωβού κινηματογράφου. Έχετε κάποια προτίμηση, ή θεωρείτε ότι επικοινωνείτε με το κοινό το ίδιο σε όλο αυτό το φάσμα;
Σίγουρα η προτίμησή μου είναι γύρω από το κλασικό ρεπερτόριο· ωστόσο, μπορώ να σας πω ότι, συνδυάζοντας αυτές τις διαφορετικές πτυχές, αισθάνομαι πως αποκομίζω πολλά ως μουσικός από κάθε τομέα. Η έκφραση και η ειλικρίνεια γύρω από τη μουσική είναι κοινή αφετηρία, ό,τι κι αν παίζεις.
-Έχετε αγαπημένους συνθέτες στους οποίους επιστρέφετε συχνά;
Ναι, τον Μπετόβεν!
-Υπάρχει κάποιο έργο που θεωρείτε πολύ προσωπικό για εσάς;
Θα έλεγα την Σονάτα αριθμός 111 του Μπετόβεν και την 7η Συμφωνία του.

–Πώς διαχειρίζεστε το άγχος πριν από μια σημαντική συναυλία;
Σίγουρα το αποδέχομαι, γιατί αν κάνεις απλώς ότι δεν υπάρχει, αυτό διογκώνεται. Προσπαθώ να ακούσω την ανάγκη μου, που κάθε φορά μπορεί να είναι λίγο διαφορετική, γιατί όποτε έχω προσπαθήσει να έχω μια απόλυτα φορμαρισμένη ρουτίνα, δεν με βοηθάει. Αφού κάνω ό,τι κάνω —ανάσες, θετικές σκέψεις, χαλάρωση— λέω στον εαυτό μου ότι τώρα το μόνο που μένει είναι να το απολαύσω. Και αν το απολαύσω εγώ, μπορεί να το απολαύσει και ο κόσμος. Επίσης, νομίζω ότι αν καταφέρεις να αποβάλεις λίγο τις προσδοκίες που μας γεννά η προβολή και οι άλλοι (πολύ δύσκολο πράγμα), το άγχος σίγουρα θα μειωθεί κάπως.
-Πώς βλέπετε την εξέλιξη της κλασικής μουσικής στη σύγχρονη εποχή;
Νομίζω ότι η τεχνολογία έχει βοηθήσει πάρα πολύ τη νέα γενιά μουσικών να αναπτύξει ένα τρομερό επίπεδο. Ο μουσικός μπορεί πολύ πιο εύκολα να έρθει σε επαφή με ακούσματα, πηγές, να ταξιδέψει και να σπουδάσει. Από την άλλη, νιώθω ότι η ραγδαία ανάπτυξη των social media κάνει τους μουσικούς, ώρες-ώρες, να μπαίνουν σε ένα περίεργο μονοπάτι για να ξεχωρίσουν, το οποίο σίγουρα είναι βοηθητικό σε έναν βαθμό για να ακουστούν. Από την άλλη, όμως, αναρωτιέμαι αν είναι τόσο βοηθητικό για το κοινό, σε μια εποχή όπου ο κόσμος δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να συγκεντρωθεί σε ένα βιβλίο ή ακούγοντας κλασική μουσική σε μια συναυλία.
Διαβάστε επίσης:
Νέος Κόσμος και Νόστος: Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών