Η πλέον αξιομνημόνευτη εμπειρία μου με το κύκνειο άσμα του Τσέχωφ ήταν πριν είκοσι οκτώ χρόνια στο εξωτερικό, σε σκηνοθεσία του σημαντικού σκηνοθέτη Βλαντ Μουγκούρ (1927-2001) και με πρωταγωνίστρια, στον ρόλο της Λιουμπόφ, τη σύζυγό του και σπουδαία ηθοποιό Μάγκντα Στιφ. Σε αυτή τη σκηνοθεσία (μία από τις τελευταίες δημιουργίες του Μουγκούρ) η Λιουμπόφ, λίγο πριν την αναχώρησή της, μπαινοβγαίνει σχεδόν εμμονικά στο δωμάτιο, αδυνατώντας να το αποχωριστεί, ενώ στο τέλος την βγάζουν έξω, κάπως βίαια, οι άντρες στους ώμους τους, ωσάν να επρόκειτο για ένα πτώμα (ένα ζωντανό πτώμα στην πραγματικότητα). Υπήρχε όμως και ένα ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την εκδοχή: ο τρόπος με τον οποίο ο Μουγκούρ είδε το κωμικό (;), το γελοίο (;), το ιλαρό (;), το παράδοξο (;)· ας κρατήσουμε, εντέλει, εκείνη τη λέξη που τονίζει ο Τσέχωφ μέσα στα έργα του και όχι τόσο περιγραφές που απαντάμε σε επιστολές και σημειώματά του σε Στανισλάφκσι, Νεμίροβιτς – Ντατσένκο κ.α.: το παράξενο. Ένας τρόπος που αποτυπώνει το σκοτεινό και παγερό χάσμα ανάμεσα στα προσωπικά δράματα και σε έναν κλαυσίγελο που αποδεσμεύεται ακαριαία όταν πλέον αυτά τα προσωπικά δράματα έχουν εξαντλήσει τις αντοχές τους.
Ως προς την εγχώρια σκηνή, ωραίες μνήμες μου είχε αφήσει η σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη στο Εθνικό Θέατρο το 1984, παρά το γεγονός ότι οι κριτικές υπήρξαν αυστηρές. Μια δημιουργία, που επένδυε ανοιχτά στο συμβολοποιημένο λευκό σκηνικό τοπίο (δείχνοντας στο βάθος κάτι από τον Στρέλερ, χωρίς όμως να υποκύπτει σε απομίμηση) και που προδόθηκε κυρίως από το γεγονός ότι η νέα (τουλάχιστον εικαστικά) οπτική της παράστασης συνδυάστηκε με ένα παλαιών ερμηνευτικών αντανακλαστικών δυναμικό (αν και η αείμνηστη Αντιγόνη Βαλάκου, ως Λιουμπόφ, καθώς και ο Χρήστος Καλαβρούζος, ως Λοπάχιν, είχαν δώσει αριστοτεχνικές ερμηνείες). Μένοντας στην ελληνική παραστασιογραφία θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τον Πέτρο Φυσσούν, που κρεάρησε σε κάμποσες παραγωγές, επάνω στον ρόλο του Γκάγεφ, κάνοντάς μας κοινωνούς σε κάτι που ο ίδιος ήταν σε θέση να μεταδώσει πηγαία: στη ρώσικη ψυχή.
Μεγάλη η περιπέτεια του «Βυσσινόκηπου», λοιπόν, μέσα στη διαδρομή του χρόνου, αλλά και, την ίδια στιγμή, … παράξενη. Γιατί ο «Βυσσινόκηπος» δε συνιστά μόνο μια ελεγεία για τη χαμένη αθωότητα επάνω στο καθοριστικό σημείο του fin de siècle ή μια αισιόδοξη υπόσχεση για ωραίες επερχόμενες ημέρες, αλλά και μια καθοριστική στροφή για το ίδιο το θέατρο. Το έργο αυτό συμβολικά, ή και κυριολεκτικά, αφομοιώνει τον πόθο του δημιουργού να εξερευνήσει το νέο και άγνωστο, μεταμορφώνεται σε μπροστάρη της τέχνης που διεκδικεί το μέλλον, ενδύεται την αγωνία του καλλιτέχνη που περιεργάζεται άλλοτε με παρρησία και άλλοτε με αγωνία το επόμενο παράτολμο βήμα. Ο «Βυσσινόκηπος» γίνεται, κατά έναν τρόπο, μια μετωνυμική μεταγραφή του θεάτρου τη στιγμή των συντριπτικών αλλαγών και των μεγάλων στοχασμών, ένας δρόμος που καλούμαστε να περπατήσουμε χωρίς να γνωρίζουμε εάν θα μας βγάλει στο φως ή στο σκοτάδι, στο δάκρυ, στο υπομειδίαμα ή και σε ένα ξέπνοο γέλιο.

Από την άλλη, είναι αλήθεια, ότι το ιλαρό στον Τσέχωφ δεν είναι ένα στερεό υλικό το οποίο μπορεί να αποτελέσει σημείο εκκίνησης. Ας φανταστούμε την «κωμική» αύρα των τσεχωφικών προσώπων σαν τα περιγράμματα των μορφών στο αρνητικό φιλμ μιας φωτογραφίας. Πρόκειται, επί της ουσίας, για το απόσταγμα μιας εξαντλητικής και εξόχως εσωτερικής ζύμωσης που επισυμβαίνει επάνω σε μια σειρά από ασυμβατότητες και ασυμφωνίες ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον, στον άνθρωπο και τη ζωή. Και αυτές, ακριβώς, οι ασυμβατότητες και ασυμφωνίες είναι που προκαλούν υπόκωφες σεισμικές δονήσεις, οι οποίες, όταν κοπάσουν, αφήνουν τα πρόσωπα μετέωρα σε μια συνθήκη που φαντάζει αταξινόμητη, ακαθόριστη, κινούμενη. Στον Τσέχωφ χωρίς την αναγκαία βραδύκαυστη δραματική ένταση κανένας αέρας ιλαρότητας δεν μπορεί να πνεύσει. Και, σίγουρα, για την περίπτωση του «Βυσσινόκηπου», ακραίες αναγνώσεις που έχουν κατά καιρούς δει τα φώτα της σκηνής, όπως του Σέρμπαν ή του Γκέρσμαν ανήκουν στο μυθώδη κόσμο της εξτραβαγκάντσας, μακριά από μια έντιμη και κατά μέτωπο συνομιλία με το τσεχωφικό αριστούργημα.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Δεν ανέδιδε η ανάγνωση του Έκτορα Λυγίζου στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου εσκεμμένη προπέτεια επάνω στο έργο του Τσέχωφ, βεβιασμένη, ή και σπασμωδική, απογύμνωση ενός υπολανθάνοντος κωμικού που προστατεύεται κάτω από ένα δραματικό κέλυφος ή ακόμα και μια ιδέα εξόδου προς την εντυπωσιοθηρία και την αβασάνιστη ελαφρότητα.
Ήταν ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης μετατόπισε τη θεώρησή του από την ιλιγγιώδη κλίμακα της μεγάλου μεταιχμίου προς τον οικείο ρυθμό του θεατρικού νεύρου, του σκηνικού παιχνιδιού, του παρασκηνιακού απροόπτου, του ακατέργαστου της πρόβας, του αμήχανου μιας παράστασης. Εδώ ο «Βυσσινόκηπος» δεν παριστάνεται απλώς. Δανείζεται τη φωνή και το σώμα του θεάτρου. Είναι το θέατρο. Και όπως το θέατρο είναι ρευστό, απρόβλεπτο, παράξενο, με τον ίδιο τρόπο και εκείνο που εγγράφεται εντός του οικειοποιείται τη ρευστότητά του, το απρόβλεπτό του, την παραδοξότητά του.
Επιχειρώντας μια γέφυρα, δίκην αναγωγής, με τον «Γλάρο», το πρώτο ολοκληρωμένο πόνημα του Τσέχωφ, όπου καταγράφεται ως ένα δραματοποιημένο μανιφέστο που περικλείει εντός του τους προβληματισμούς και το όραμα του συγγραφέα, ο «Βυσσινόκηπος» έρχεται ως κατακλείδα για να κλείσει τους λογαριασμούς με μια φάση της Ιστορίας και της Τέχνης. Ως εκ τούτου, ήταν εύστοχη η κίνηση του Έκτορα Λυγίζου να δει το οικογενειακό δράμα και το σταυροδρόμι με το οποίο αυτό έρχεται αντιμέτωπο με όρους θεατρικούς.

Η σκηνογραφική δημιουργία της Μυρτώς Λάμπρου, υποβοηθούμενη από τα υποβλητικά χρώματα των φωτισμών του Δημήτρη Κασιμάτη, δημιουργεί με τρόπο ευφυή δύο επίπεδα απεύθυνσης, έναν χώρο ελεύθερης μετακίνησης ανάμεσα στο φάσμα της ζωής και σε εκείνο του θεάτρου: στο βάθος ατενίζουμε το σύμβολο (τους κουρασμένους από τον χρόνο κορμούς των ανθισμένων δέντρων), όμορφο, γραφικό, νοσταλγικό, ονειροπόλο και πιο μπροστά, εγγύτερα στη δική μας πραγματικότητα, το περίγραμμα ενός δωματίου που μοιάζει με μπούκα θεάτρου, όπου όλα και όλοι αποκτούν υλικότητα και παλλόμενη ενέργεια, εκκρίνουν ιδρώτα. Η Λιουμπόφ της Αμαλίας Μουτούση αφαιρεί περιττούς σπασμούς και σπαρακτικά εφέ και αφήνεται ως ένσαρκη κίνηση προς τα εμπρός, ως αερικό που δεν προλαβαίνουμε να το ζήσουμε, να το αποκρυπτογραφήσουμε, να το φυλακίσουμε μέσα στη βασανιστική παρατήρηση. Ο Έκτορας Λυγίζος υποστασιοποιεί έξοχα μέσα από τον Λοπάχιν τις αντιφάσεις και τα ευτράπελα της Ιστορίας, τις νευρώσεις που γεννά η καταιγιστική ροή της και η οποία δεν τής επιτρέπει να ενηλικιωθεί και να καρποφορήσει κάτι υγιές και καθαρό, κάτι που να μπορεί να καταστεί κτήμα. Ο Γιάννης Κλίνης παραδίδει τον Γκάγεφ του στη μεθόριο ανάμεσα στη σκιαμαχία και τον σκληρό πραγματισμό, ανάμεσα στον ρόλο του εαυτού και τον ρόλο που επιβάλλει η ζωή. Η Σοφία Κόκκαλη, ως Βάρια, ρίχνει με τους τόνους μελαγχολίας της μια αιχμηρή σκιά στη φαινομενικά ανάλαφρη ατμόσφαιρα, ενώ ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ως Τροφίμοφ, εισέρχεται περισσότερο στις διαστάσεις μιας μορφής κι ενός εμβλήματος από το μέλλον παρά απηχεί έναν οριοθετημένο χαρακτήρα. Η Ντουνιάσα της Κατερίνας Πατσιάνη άλλοτε αφήνεται με τόλμη και άλλοτε αναδιπλώνεται σε κλασικά ηθογραφικά σχήματα. Ο Επιχόντοφ του Φοίβου Συμεωνίδη, με την αέρινη κίνησή του, μεταφράζει σωματικά την ανατροπή, την πτώση, αλλά και την ισορροπία μέσα στο μεγάλο ταξίδι της τυχαιότητας της ζωής. Ο Γιάσα του Γιώργου Ζιάκα, μετατρέπεται σε έναν ζωηρό ιριδισμό ψευδεπίγραφης ζωτικότητας που καταναλώνει τον εαυτό της. Η Άνια της Μαρίας Μοσχούρη, με εμφανή επιφυλακτικότητα στο άπλωμα της ηρωίδας της, μοιάζει να κρύβεται από το βλέμμα του συγγραφέα. Η κυρία Φιρς της Ράνιας Οικονομίδου, μια προοικονόμηση θανάτου που διαβρώνει τον χώρο με μια διαπεραστική παρασιτική παρουσία, επωμίζεται το γέρικο και αδύναμο σαρκίο ενός κόσμου σε αποδρομή.
Τέλος, η επιλογή να παρεμβάλλεται ως λαιτμοτίφ το άκουσμα της πρώτης Impromptu του Σούμπερτ λειτουργεί ως επίταση ενός αισθήματος αναμονής που συνυφαίνεται με την αναστολή, την αναποφασιστικότητα, τον υπαρξιακό φόβο.
Διαβάστε επίσης:
Ο Βυσσινόκηπος του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο
Κατερίνα Πατσιάνη: Ο Τσέχωφ μόχθησε για εμάς
Εθνικό Θέατρο: Το πρόγραμμα των παραστάσεων για τη σεζόν 2025-26