Η πομπή διέσχιζε πια τους λερούς δρόμους της ακρινής συνοικίας, κόντευε στο τέρμα και, στα δεξιά μας, ίσα που ξεχώριζε μες στ’ αραιό σκοτάδι το μισοχαλασμένο σπίτι της Ρεβέκκας. Ορθάνοιχτα ήσαν τα ξύλινα πορτόφυλλα και μια ηλεκτρική λάμπα φώτιζε αμυδρά μέσα κι έξω. Η Ρεβέκκα στεκόταν όρθια, ανάμεσα στους παραστάτες της κύριας εισόδου – προς το φιδίσιο δρόμο – της ξύλινης και ξεχαρβαλωμένης, αποστεωμένη, με κουρελιασμένα ρού-χα και βρώμικη. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά, ικετευτικά, τα σήκωσε πάλι, κάτι ψέλλιζε, κάτι πρόφερε με πόνο, σφάδαζε από πόνο η Ρεβέκκα και βογγούσε. Κι έμενε εκεί, ανάμεσα στους παραστάτες της δίφυλλης εξώπορτας, με τα κοκκαλιάρικα χέρια διαρκώς ψηλά, κίτρινη σαν το λεμόνι και ξέψυχη.
«Τα δόντια, τα δόντια», ακούστηκε να λέει. «Τα δόντια, τα δόντια», και σωριάστηκε στη γη.