Υπάρχουν κάποια μουσικά έργα που δεν χρειάζονται συστάσεις. Από τις πρώτες κιόλας νότες τους ενεργοποιούν μια συλλογική μνήμη, σαν να υπήρχαν πάντα μέσα μας. Το Χαμόγελο της Τζοκόντας του Μάνου Χατζιδάκι ανήκει ακριβώς σε αυτή τη σπάνια κατηγορία έργων: μια μουσική εξομολόγηση χωρίς λόγια, ένα άλμπουμ που κατόρθωσε να ξεπεράσει τα όρια της εποχής του και να παραμείνει διαχρονικά συγκινητικό.

Την Τετάρτη 10 Ιουνίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παρουσιάζει μια συναυλία αφιερωμένη στην αμερικανική περίοδο του μεγάλου συνθέτη, υπό τη μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Στο πρόγραμμα δεσπόζουν δύο έργα-σταθμοί: η μουσική από την ταινία Blue και το εμβληματικό Χαμόγελο της Τζοκόντας, δύο δημιουργίες που γεννήθηκαν μακριά από την Ελλάδα και κουβαλούν στον πυρήνα τους όλη τη λεπτή ποιητικότητα και την υπαρξιακή ευαισθησία του Χατζιδάκι.

Ο Χατζιδάκις και η Νέα Υόρκη

Η παραμονή του συνθέτη στη Νέα Υόρκη κατά τη δεκαετία του ’60 υπήρξε μια περίοδος βαθιάς εσωτερικής αναζήτησης. Ο ίδιος βρέθηκε σε μια πόλη εκθαμβωτική αλλά και σκληρή, σε μια Αμερική γεμάτη αντιφάσεις, όπου η μοναξιά συνυπήρχε με τη δημιουργική ελευθερία. Εκεί απομακρύνθηκε από τις βεβαιότητες της ελληνικής πραγματικότητας και οδηγήθηκε σε έναν πιο εσωτερικό μουσικό λόγο — λιγότερο εξωστρεφή, πιο στοχαστικό, σχεδόν κινηματογραφικό.

Το Χαμόγελο της Τζοκόντας, που ηχογραφήθηκε το 1965 στη Νέα Υόρκη με παραγωγό τον Quincy Jones, δεν είναι απλώς ένας κύκλος ορχηστρικών κομματιών. Είναι ένα μουσικό ημερολόγιο συναισθημάτων. Ο Χατζιδάκις είχε γράψει για το έργο: «τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ’ ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες στη μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της, κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί». Το σημείωμα του συνθέτη συνοψίζει την ατμόσφαιρα της μουσικής του: την αναζήτηση ενός άπιαστου ιδανικού, μιας χαμένης αθωότητας, ενός έρωτα που παραμένει στη σφαίρα της φαντασίας.

Στο Χαμόγελο της Τζοκόντας δεν υπάρχουν μεγάλες δραματικές κορυφώσεις· υπάρχουν λεπτές μετακινήσεις συναισθημάτων, υπόγεια συγκίνηση, μια μελαγχολία που δεν γίνεται ποτέ σκοτεινή. Η μουσική μοιάζει να περιπλανιέται αθόρυβα στον νυχτερινό αστικό χώρο, ανάμεσα σε μοναχικά πρόσωπα, φωτισμένα παράθυρα και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ίσως γι’ αυτό το έργο παραμένει τόσο αγαπητό μέχρι σήμερα. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Αντίθετα, σε καλεί να το κατοικήσεις εσωτερικά. Κάθε ακρόαση αποκαλύπτει και μια νέα λεπτομέρεια: μια φράση των εγχόρδων, μια μελωδία του πιάνου, έναν υπαινιγμό τζαζ ή κινηματογραφικής μουσικής που μετατρέπεται αμέσως σε κάτι απολύτως προσωπικό και αναγνωρίσιμο.

Κινηματογραφικό Blue

Στην ίδια συναυλία θα παρουσιαστεί και η μουσική για την ταινία Blue του Silvio Narizzano, ένα αμερικανικό γουέστερν του 1968. Παρότι η ταινία δεν απέκτησε ιδιαίτερη φήμη, η μουσική του Χατζιδάκι ξεχώρισε για την ατμοσφαιρική της δύναμη και την ιδιότυπη λυρικότητά της. Ο συνθέτης καταφέρνει να συνομιλήσει με τα μοτίβα της αμερικανικής κινηματογραφικής παράδοσης χωρίς ποτέ να χάνει τη δική του ταυτότητα. Μέσα από τις μελωδίες του Blue, η Άγρια Δύση αποκτά μια παράξενη ποιητική μελαγχολία, σχεδόν ονειρική. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμμετοχή του κιθαριστή Γιώργου Τοσικιάν ως σολίστ της βραδιάς, καθώς η κιθάρα κατέχει ξεχωριστή θέση στον ήχο αυτών των έργων: άλλοτε ως υπαινιγμός λαϊκής μνήμης και άλλοτε ως φορέας μιας εσωτερικής εξομολόγησης.

Νοσταλγική μουσική σε έναν χώρο γεμάτο μνήμες

Η συναυλία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του χώρου που τη φιλοξενεί. Το Ηρώδειο, λίγο πριν από την προσωρινή παύση λειτουργίας του για εργασίες αποκατάστασης, γίνεται ο ιδανικός τόπος για να ακουστεί ξανά αυτή η μουσική της μνήμης και της σιωπής. Στις 10 Ιουνίου τα έργα του Χατζιδάκι επιστρέφουν σε έναν χώρο όπου η ιστορία, η ποίηση και ο ήχος μοιάζουν να συνυπάρχουν φυσικά.

Η βραδιά με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός του φετινού καλοκαιριού. Είναι μια ευκαιρία επανασύνδεσης με έναν δημιουργό που δεν φοβήθηκε ποτέ την ευαισθησία και τη συγκίνηση — έννοιες που ο ίδιος υπερασπίστηκε σε όλη του τη ζωή και το έργο. Ίσως σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αυτή η μουσική να μας υπενθυμίζει τη σημασία της εσωτερικότητας, της ομορφιάς και της ανθρώπινης τρυφερότητας. Γιατί το Χαμόγελο της Τζοκόντας δεν είναι απλώς ένα διάσημο έργο. Είναι ένας κόσμος ολόκληρος — και κάθε ζωντανή εκτέλεσή του μοιάζει με μια νέα, βαθιά προσωπική συνάντηση μαζί του.

Photo Credit: © Γιώργος Χατζιδάκις

Διαβάστε επίσης:

Η Αμερική του Μάνου Χ – Μέρος Α΄: «Το χαμόγελο της Τζοκόντας – Blue» με την ΚΟΑ στο Ηρώδειο