Τον Γιώργο Μπερερή τον γνώρισα μουσικά μέσα από τους Merem, ένα σχήμα νέων Ελλήνων μουσικών με έδρα το Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Η σχέση του με τη μουσική, ωστόσο, ξεκινά αρκετά νωρίτερα, καθώς, όπως μπορεί να διαβάσει κάποιος στο βιογραφικό του, είναι απόφοιτος του Μουσικού Σχολείου Αλίμου και του τμήματος τζαζ του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ενώ, ως υπότροφος του Erasmus βρέθηκε στο Royal Conservatoire The Hague, στην Ολλανδία. Ακολουθούν πολλά συναρπαστικά βήματα, μα από ότι διαβάζουμε, η  διάσημη για τις τουλίπες χώρα αποτελεί και σήμερα την έδρα του μουσικού, που έως τώρα έχει παρουσιάσει τρία άλμπουμ ως leader.

Στο Half Note Jazz Club έρχεται την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου με τη νέα του δισκογραφική δουλειά, “Sea in Common” (2026). Ένα άλμπουμ που μοιάζει με μελωδική καρτ ποστάλ από τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, συνδυάζοντας ήχους και εντυπώσεις από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις, χωρίς να χάνει τον προσωπικό του χαρακτήρα. Η μουσική του Μπερερή κινείται ανάμεσα στην τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό και τις ελληνικές και τουρκικές μουσικές επιρροές, διατηρώντας μια αξιοσημείωτη αίσθηση χώρου και εγκράτειας.Κι ενώ ο τίτλος μάς φέρνει στον νου κύματα και ακρογιαλιές, οι συνθέσεις μοιάζουν να “ανθίζουν” σταδιακά, αφήνοντας τις μελωδίες να αναπνεύσουν και τον ακροατή να χαράξει τις δικές του διαδρομές μέσα τους.

***

-Μπορείς να μας μιλήσεις για τον τίτλο του άλμπουμ “Sea in Common”; Πώς συνομιλεί με τις συνθέσεις που περιλαμβάνει ο δίσκος; 

Το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων είναι εμπνευσμένο από τα ταξίδια μου την τελευταία τριετία. Ήχοι και ιδέες που εμπνεύστηκα από παραδοσιακές και λαϊκές μουσικές, τις οποίες άκουσα ζωντανά σε ένα μικρό μπαρ της Σεβίλλης, στο ραδιόφωνο οδηγώντας στην επαρχία της Ρουμανίας και του Μαυροβουνίου, τρώγοντας σε μια κρυμμένη ταβέρνα στα νότια της Σερβίας ή στη μεγάλη κεντρική πλατεία του Μαρακές, που σφύζει από ζωή.Η μουσική ρίζα πολλών από αυτά τα μέρη είναι κοινή με την ελληνική μουσική, κι έτσι μέσα από τους προσωπικούς και μουσικούς πειραματισμούς προέκυψε το “Sea In Common.”

-Για να μείνω λίγο στο θέμα των τίτλων (και να λύσω μια απορία μου)… τι ακριβώς σημαίνει “Tamtalidiko”; 

Χα, δύσκολο να το εξηγήσω! Είναι περισσότερο ένας συνδυασμός συναισθημάτων παρά μια λέξη. Ας πούμε ότι είναι η αναστάτωση όταν ακούς έναν ρυθμό ή μια μελωδία που σου τριβελίζει το μυαλό. Είναι, επίσης, η ζωηράδα τού να πειράζεις έναν φίλο, γνωρίζοντας πως θα δεχτεί το αστείο σου, θα το εξελίξει και τελικά θα σου το γυρίσει μπούμερανγκ.

-Θα το υιοθετήσω, λοιπόν, στο λεξιλόγιό μου! Φαντάζομαι, πιστεύεις ότι η σειρά με την οποία ξεδιπλώνονται τα κομμάτια ενός άλμπουμ διαμορφώνει την εμπειρία της ακρόασης. Για το “Sea in Common”, η επιλογή της τελικής σειράς σε δυσκόλεψε ή προέκυψε οργανικά;

Προέκυψε αρκετά οργανικά θα έλεγα. Η ποικιλία ανάμεσα στις ενορχηστρώσεις έκανε την απόφαση αρκετά προφανή!

-Θα ήθελες να μας περιγράψεις πώς δουλεύεις μια σύνθεση, από την αρχική ιδέα μέχρι την τελική της μορφή; 

Αυτό διαφέρει από σύνθεση σε σύνθεση. Υπάρχουν φορές που έχω μια βασική ιδέα και την δουλεύω αρκετό καιρό είτε μόνος είτε με τον Έκτορα και τον Λάμπρο. Δημιουργώ αρκετές παραλλαγές και μέρη που τις περισσότερες φορές ενα 30-40% φτάνει μέχρι την τελική ηχογράφηση. Άλλες παλι φορές απλά συμβαίνει αβίαστα-όπως για παράδειγμα το “Quite Hopes”. Μια Κυριακή πρωί έκατσα στο πιάνο και μια ώρα αργότερα είχε «συμβεί» αυτό το κομμάτι. Παρότι με είχε πιάσει το δαιμόνιο να το επεξεργαστώ και να βάλω κι άλλα μέρη, αποφάσισα να σεβαστώ την στιγμή και να μην προσθέσω κάτι.

-Γενικά, τι ρόλο παίζει ο αυτοσχεδιασμός στο “Sea in Common” και πώς ενσωματώνεται στη δική σου μουσική γλώσσα; 

Σαν έφηβος έπαιζα πολλά χρόνια μουσική χωρίς κάποια ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση ή κίνητρο. Αυτό άλλαξε, όμως, την πρώτη φορά που αυτοσχεδίασα. Ενθουσιάστηκα, ήταν σαν να άρχισα να αποκρυπτογραφώ μια καινούργια γλώσσα επικοινωνίας χωρίς λόγια. Έκτοτε έχω αφιερώσει τον περισσότερο μου χρόνο και το μεγαλύτερο κομμάτι των σπουδών μου στον αυτοσχεδιασμό. Με τον Έκτορα Ρέμσακ και τον Λάμπρο Παπανικολάου παίζουμε κι αυτοσχεδιάζουμε μαζί πάνω από μια δεκαετία και ο μεγαλύτερος πυρήνας έμπνευσης και επικοινωνίας είναι ο αυτοσχεδιασμός. Είναι η αλήθεια της στιγμής.

Στο εισαγωγικό κομμάτι του Quite Hopes, η Υβόννη Μέλισσα κάνει ένα συγκινητικό ταξίμι στην βιόλα, που θέτει το κλίμα για την μετέπειτα σύνθεση. Στο Kosen, από την άλλη, έχουμε ένα πανέμορφο σόλο του Τούρκου κλαρινετίστα Çaner Malkoc, συνεργάτη και φίλου τα τελευταία μου χρόνια στο Ρόττερνταμ. Θέλω το κάθε άτομο που συμμετέχει να φέρει την δική του ταυτότητα μέσα στην σύνθεση και ο αυτοσχεδιασμός ανοίγει αυτήν την δίοδο.

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες κατά τη δημιουργία και την ολοκλήρωση του άλμπουμ; 

Σε δημιουργικό επίπεδο οι προκλήσεις είναι πολλές, αλλά όλες έχουν την γοητεία τους και δεν θα άλλαζα καμία από αυτές. Θα ήθελα όμως να σταθώ στις ατελείωτες ώρες «δουλειάς γραφείου» που χρειάζονται για να βγει μια ανεξάρτητη μουσική παραγωγή στο φως.

Το σύγχρονο μοντέλο της μουσικής βιομηχανίας απαιτεί από τον μέσο ανεξάρτητο μουσικό ικανότητες που δεν είναι απαραίτητα συνυφασμένες με την μουσική δημιουργία. Marketing, social media, διανομή, επεξεργασία βίντεο, δημόσιες σχέσεις, pitching του project σε φεστιβάλ και χώρους συναυλιών είναι κάποια από τα βασικά που πρέπει να κάνουμε για να προχωρήσει μια δισκογραφική δουλειά. Από την άλλη, το πιο πρόσφατο μοντέλο των δισκογραφικών σε Ελλάδα και Ευρώπη προσφέρουν όρους εκμετάλλευσης προς τον δημιουργό. Η πρόκληση λοιπόν είναι πώς θα χτίσεις μια υγιή και συνεχή παρουσία σαν καλλιτέχνης χωρίς να “γονατίσεις” από την ψυχική εξουθένωση και χωρίς οι αλλεπάλληλες προκλήσεις και απορρίψεις να επηρεάσουν την καλλιτεχνική δημιουργία.

Το “Sea in Common” αποτελεί τον τρίτο προσωπικό μου δίσκο, οπότε ο μεγαλύτερος στόχος μου ήταν να είναι ένας δίσκος που θα ταξιδέψει. Με πάρα πολύ δουλειά , έξι μήνες μετά την κυκλοφορία του είμαστε στην ευχάριστη θέση να τον έχουμε παρουσιάσει σε θέατρα, jazz festival και συναυλιακούς χώρους σε Ελλάδα, Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία, Ρουμανία, Σερβία και σύντομα σε Γαλλία και Γερμανία.

-Αυτό που περιγράφεις είναι μια πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί καλλιτέχνες, ανεξάρτητα από το πεδίο στο οποίο δραστηριοποιούνται και χαίρομαι που το θίγεις.

-Τα liner notes του δίσκου υπογράφει ο αείμνηστος Κυριάκος Σφέτσας. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τη γνωριμία σας και για το πώς ένιωσες διαβάζοντας τα λόγια του για τη μουσική σου; 

Ο Κυριάκος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες φιγούρες στην μουσική μου πορεία. Δεν του άρεσε να λέει πολλά, αλλά ότι λέξη έβγαινε από το στόμα του ήταν ανατριχιαστικά εύστοχη και μετρημένη. Γνωριστήκαμε τον Μάιο του 2018 όταν με κάλεσαν να είμαι μέρος της θρυλικής Greek Fusion Orchestra και εκ τότε με αγκάλιασε μουσικά και στεκόταν πάντα δίπλα μου. Είχε πάντα περιέργεια να ανακαλύπτει καινούργιες μουσικές κι όποτε έκανα κάτι καινούργιο ήταν από τα πρώτα άτομα που το μοιραζόμουν. Έτσι και με αυτό τον δίσκο. Τα λόγια του για το “Sea In Common” με συγκίνησαν πάρα πολύ και θα με συνοδεύουν για πάντα.

-Στη σκηνή του Half Note Jazz Club θα βρεθείς μαζί με τους «συνήθεις υπόπτους»: τον Λάμπρο Παπανικολάου στο κοντραμπάσο και τον Έκτορα Ρέμσακ στα τύμπανα. Αλλά και τον Λευτέρη Ανδριώτη στη λύρα.

Με τον Λάμπρο Παπανικολάου και τον Έκτορα Ρεμσακ διανύουμε μια μακρά πορεία συνεργασίας και φιλίας. Αποζητώ μια βαθύτερη σύνδεση με τα άτομα που μοιραζόμαι την σκηνή και την μουσική μου ύπαρξη. Πιστεύω ότι κάνει την μουσική να ακούγεται πιο τρισδιάστατη και ειλικρινή.

Σε αυτήν την συναυλία θα φιλοξενήσουμε για πρώτη φορά τον Λευτέρη Ανδριώτη τον οποίο εκτιμώ βαθύτατα σαν μουσικό, και είμαι ενθουσιασμένος να περπατήσουμε καινούργια μονοπάτια μαζί!

-Εμείς, ως κοινό τι να περιμένουμε από την επερχόμενη εμφάνισή σας στο Half Note Jazz Club; 

Πολύ αυτοσχεδιασμό, ενέργεια και εξερεύνηση. Για όποιους έχουν ακούσει τον δίσκο από το CD, το βινύλιο ή online, μπορώ να εγγυηθώ οτι σίγουρα θα είναι μια τελείως διαφορετική εμπειρία.

Διαβάστε επίσης:

Γιώργος Μπερερής – Sea in Common: Παρουσίαση νέου άλμπουμ στο Half Note Jazz club