Η Τρίτη έξοδος ξεκίνησε με σκοπό την δισκογραφική αποτύπωση της ενηλικίωσής μας, αλλά κατέληξε περισσότερο να υποδεικνύει, παρά να καταγράφει τα βήματα προς αυτήν. Έτσι, για να ολοκληρωθούν τα εννιά τραγούδια που την αποτελούν, για να ανοίξουμε με τον Σπύρο και τη Δήμητρα παράθυρο σε εννιά διαφορετικά στιγμιότυπα της πορείας μας προς την ενηλικίωση, κληθήκαμε να την πραγματοποιήσουμε οι ίδιοι. Κι όσο κι αν μοιάζει αυτονόητο, δεν είναι. Όχι για την εποχή που μας γέννησε.

Μεγαλώνουμε σε μια ανήλικη εποχή με υπερπροστατευτικές οικογένειες, με μια υπόγεια σύνδεση εξάρτησης που ολοένα και ισχυροποιείται και δίνει χώρο στην ανευθυνότητά μας ν’ αναπτυχθεί. Τι θες; Θα στο φέρω. Θες γλυκά; Θα τα ‘χεις. Θες φίλους; Θα στους βρω. Τώρα μάθε ξένες γλώσσες, πιάνο, κιθάρα. Κάνε ιδιαίτερα και φροντιστήριο. Τώρα δεν ξέρεις γιατί, αλλά ξέρω εγώ. Τα φύλαγα τα χρήματα για χρόνια, ήταν από ‘μένα για ‘μένα. Για ‘σένα. Για ‘μένα. Πάψε.

Για όσα μας δόθηκαν, καθίσαμε ν’ αναλογιστούμε το τίμημα. Το κέρασμα του φίλου, του συντρόφου, του συνεργάτη, τι κρατάει φυλαγμένο για μετά; Πως διατυπώνονται τα λόγια της υπόρρητης συναίνεσής μας στην συναλλαγή κεράσματος και οφειλής. Κι όταν ένας καφές κερασμένος γίνεται αφορμή για οικονομική ανάλυση του κοινωνικού ιστού, μάλλον είναι περισσότερο οικονομικός, παρά κοινωνικός.

«Κάντε δώρο στο παιδί ένα κουτάβι / Για να πάψει να φοβάται τα σκυλιά / Πριν προλάβει απ’ τη ζωή να καταλάβει / Ένα γάβγισμα σαν φλόγα πως ανάβει / Και τι κρύβει, τι σημαίνει τι ζητά». – Το Κουτάβι, Τρίτη έξοδος

Για να το θέσουμε απλά, δεν ήταν ευχάριστο όταν είδαμε ότι γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε ως μέρος αυτού του συστήματος. Νιώσαμε ξένοι απέναντι σε εμάς. Τι απ’ όσα είμαστε θα ήμασταν αν είχαμε μεγαλώσει σε άλλα χρόνια, σε άλλη χώρα, σε άλλη γειτονιά; Το πρώτο φλερτ, ο πρώτος έρωτας, οι πρώτες μεγάλες αναστολές. Αν πω τι νιώθω, και δεν νιώθει το ίδιο; Αν μιλήσω στους γονείς μου για μένα και πάψουν να μ’ αγαπούν; Αν φύγω από το σπίτι και δεν βρω δουλειά;

«Θα ήσασταν περήφανοι που είμαι το παιδί σας / Αν είχα για ζωή μου τη δική σας τη ζωή; / Το βλέμμα σας το κράτησα, αλλού όμως κοιτάζω / Μαμά, μπαμπά, λυπάμαι, δεν σας μοιάζω». – Μαμά, μπαμπά, Τρίτη έξοδος

Είμαστε περήφανοι για αυτό τον δίσκο, γιατί για να τον κρατήσουμε στα χέρια μας χρειάστηκε να πούμε τι νιώθουμε, κι ας μην ένιωθε ο άλλος το ίδιο, χρειάστηκε να ρισκάρουμε, να μιλήσουμε στους γονείς μας, να φύγουμε απ’ το σπίτι. Έπειτα φύγαμε κι απ’ το επόμενο σπίτι και ίσως αύριο φύγουμε κι απ’ αυτό που τώρα ζούμε. Γιατί διαλέξαμε να δούμε το σπίτι σαν στέγη των σχέσεων και διαλέξαμε να κάνουμε το κέρασμα του καφέ με το κοντέρ της ζήτησης μηδενισμένο. Έτσι, υπάρχει για μας συνειδητή και εγκάρδια προσφορά. Κι έτσι, υπεύθυνα μόνο, έχει νόημα η αποδοχή της. Εδώ χωράει να ψηλώσει ο έρωτας ως τα ενήλικά του ύψη και να απλώσει το χέρι, σεβαστικά, στον άλλον.

«Όλα ως εδώ ήταν ο δρόμος προς το χέρι σου / Και στο κρατάω τρυφερά βράδυ – πρωί / Κι ενώ αντικρίζω σαν πατρίδα μου τα μέρη σου / Παίρνω ανάσα απ’ τη δική σου αναπνοή». – Ο Βασιλιάς Απρίλιος, Τρίτη έξοδος

Info:

Ο Γιάννης Βασιλόπουλος είναι στιχουργός. Σε ηλικία 15 ετών, έχοντας διακριθεί στην 4η Ακρόαση Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Αδιανόητα διαφορετικοί» (Μικρή Άρκτος, 2013).

Μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως η Δήμητρα Γαλάνη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Γιώργος Ανδρέου και ο Παρασκευάς Καρασούλος.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η Τρίτη Έξοδος (Μικρή Άρκτος, 2017), ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος που υπογράφει ως στιχουργός, μαζί με τους βασικούς συνεργάτες του, τον συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο και την ερμηνεύτρια Δήμητρα Σελεμίδου.


Διαβάστε επίσης: